Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ντέρεκ Γουόλκοτ~ 23 Ιανουαρίου 1930 -17 Μαρτίου 2017

~Το Σύννεφο~
Καθ’όλη την έκταση,
μπροστά στα μάτια του Αδάμ που έσφυζαν από ζωή
οι ψηλές βουνοκορφές έμοιαζαν να ξεμακραίνουν

μ’ έναν αναστεναγμό κάτω απ’ τη συκιά
και μ’ έναν ουρανό που υποχωρεί
μπροστά στο ξεψυχισμένο σφύριγμα του φιδιού
που επαναλαμβάνει θα πεθάνεις.

Η γυναίκα ξάπλωσε ακίνητη όπως τ΄ατάραχα βουνά.
Υπήρχε και μια διαφορετική σιωπή εκεί που είχε γεμίσει τα πάντα,
τα σύννεφα που έδειχναν έναν θανάσιμο προορισμό
κι ένα σιωπηλό ρίγος απ’ το σπασμένο κλαδί
απ’ όπου ο χυμός απ’ το κατεστραμμένο δέντρο είχε στάξει.

Όταν εκείνη-ο θάνατός του-
γύρισε στο πλάϊ και κοιμήθηκε
η αναπνοή που του έδωσε ήταν
η πρώτη του αληθινή αναπνοή.

Ό,τι του άφησαν τα φύλλα,
αυτός ο φωσφορίζων αέρας,
ήταν μαζί ο Θεός και το φίδι που τον εγκατέλειπαν.
Κανείς δεν μπορούσε να τον καταραστεί ή να τον ευλογήσει.

Καθώς η γύρη των λουλουδιών κατευθυνόταν
προς τα μαλλιά της γυναίκας,
τα μάτια του έγιναν πιο λαμπερά,
μια αργή σκιά σύννεφου τους κάλυψε αργά,

και καθώς αυτή κινιόταν, εκείνος την ονόμασε Τρυφερότητα.
               ***
αλάσσια Κλάμια~
 Οι μισοί από τους φίλους μου είναι νεκροί.
Θα σου δώσω καινούριους, είπε η γη.
Όχι, δώσε μου καλύτερα εκείνους πίσω, όπως ακριβώς ήταν
με όλα τους τα ελαττώματα, φώναξα.

Απόψε μπορώ ν’ αποσπάσω κάτι απ΄ τις ομιλίες τους
από το εξασθενημένο βουητό των κυμάτων
ανάμεσα απ’ τα καλάμια, μα δεν μπορώ να περπατήσω

στα φεγγαρόλουστα φύλλα του ωκεανού
εκεί κάτω σ’ εκείνον τον άσπρο δρόμο μόνος
ή να επιπλεύσω με το ονειρικό συναίσθημα

που έχουν οι κουκουβάγιες όταν αφήνουν
το βάρος αυτού του κόσμου.
Ω, γη ο αριθμός των φίλων που κρατάς
υπερβαίνει εκείνους που περιμένουν ν΄αγαπηθούν.

Τα θαλάσσια καλάμια δίπλα στο βράχο
λάμπουν πράσινα κι ασημί.
Εκείνα ήταν τ’ αγγελικά δόρατα της πίστης μου,
αλλά έξω από κάτι που χάνεται, κάτι δυνατότερο βγαίνει

το οποίο έχει τη λογική ακτινοβολία μιας πέτρας
και του διαρκούς φεγγαρόφωτος, πέρα απ’ την απελπισία,
δυνατό σαν τον άνεμο, που ανάμεσα απ’ τα χωρισμένα καλάμια
φέρνει εκείνους που αγαπάμε εμπρός μας, όπως ακριβώς ήταν,
με όλα τους τα ελαττώματα, όχι ωραιοποιημένους,
απλά εκεί.







(Αναδημοσίευση από:http://katerinakantsou7.blogspot.gr/2013/02/blog-post_416.html

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Έργα Τέχνης~Του Χριστόφορου Τριάντη~

 Κάποιες γυναίκες είναι σαν έργα τέχνης ή μάλλον είναι έργα τέχνης.Ξεπερνούν την εποχή τους και κινούνται έξω από τον χρόνο.Δεν προκαλούν μόνο τον θαυμασμό (που εύκολα κουράζει νου και αισθήσεις),αλλά γίνονται άξιες να τις πιστεύεις κλαίγοντας.Στην προσωπικότητά τους,ο άντρας  βρίσκει ένα δικό του κομμάτι,αλώβητο από ό,τι φθείρει κι αλλοτριώνει την ομορφιά.Υπάρχει στην εικόνα τους κάτι συνεχές κι ασυναγώνιστο,πέρα από χυδαίες ηδονές και καθημερινές κοινοτοπίες,μια αρχέγονη πηγή που αγιάζει με το νάμα της:λέξεις, αίμα και ψυχή.
Είναι ένα καλλιτέχνημα.Στο περίγραμμά του απεικονίζονται αντίθετα στοιχεία,τα όποια όμως δένουν αρμονικά και ωραία,μεταξύ τους.
Ανεξίτηλη ζωγραφιά στις προθήκες του έρωτα.
Γι’ αυτό δεν μπορείς να ξεφύγεις-ποτέ-από μια τέτοια γυναίκα.
Τριάντης Χριστόφορος

Art-Michael & Inessa Garmash

Παρασκευή, 3 Μαρτίου 2017

ΕΞΙΛΑΣΜΟΙ~Του Γιώργη Βώδινα~


''Στις χαρές αδιάλειπτες παρουσίες και στις πίκρες παρούσες απουσίες''
( Vg Gv )

ΕΞΙΛΑΣΜΟΙ
Τραχύς ο δρόμος τι θαρρείς μέχρι την εσχατιά σου
πίκρας σεφέρια θα διαβείς προίκα τα τραύματά σου
Σε χρείες θα σε αγαπούν σμάρια οι τεμενάδες
αχάραγα θα φτερουγούν για άλλους μαχαλάδες
Στις γειτονιές μουρμουρητά θα λεν πως δεν σε ξέρουν
κρυφά οι άνθρωποι χαρτιά λήρους λυγρούς εκρέουν
Φιλιά σε κήπους προσευχών σταύρωση θα μηνύσουν
αργύρια ευτελισμών ήλους θα πελεκύσουν
Πομπώδεις φαρισαϊσμοί σ' εδώλια θα τρίξουν
φραγγέλια ανηλεή σαν όπλα θα φλογίσουν
Στου Γολγοθά τα διάσελα ύβρεις θα σε λακτίζουν
μπρούμυτα και ανάσκελα τυφλά θα σε λιανίζουν
Στεφάνι χλεύης θα λουσθείς οι ''φίλοι'' σου αγκάθια
σ' ένα σταυρό θα λυτρωθείς π' αναστοράται πάθια
Άνθρωπε ύπουλε αρμέ υποκρισίας κλείστρο
καρεκλοκένταυρε ταγέ αναλγησίας σείστρο
Μια σου δόθηκε ζωή μα χίλιες δυο σφαγιάζεις
στης βόλεψης την προσταγή χολές γοργοσταλάζεις
Ξελησμονάς αμελλητί εκ βάθρων ανατρέπεις
μα λαχταράς εξιλασμούς τέλος σαν διαβλέπεις
31 / 01 / 2017
Γιώργης Βώδινας

Ποίηση: Κώστας Καρούσος


Για μιαν αμαρτία θα φύγουμε
που δεν φιλήσαμε ταπεινά
τ΄αυγινά στήθη του ήλιου
στους λόφους του πρόσκαιρου κόσμου !!
Τ΄αποκριάτικα βιτρώ των εκπτώσεων
και τη λιπόσαρκη γοητεία του ονείρου !!
Τ΄απρόσμενα χείλη της άνοιξης
και των οξειδωμένων αιγιαλών την εντροπία !!
Τ΄ολοκαύτωμα της αγάπης σου
στην αποδημία της λέξης που δύει !!
Για μιαν αμαρτία θα φύγουμε
που δεν σταυροκοπήθηκε η αυγή
στη προκρούστεια κλίνη σου !!
Που μίσεψε το πέλαγος καράβια
για μια Τροία της Ελένης ανιστόρητη
χωρίς ασπίδες κ΄ ιαμβικές τραγωδίες !!
Για μιαν αμαρτία θα φύγουμε
μιας χαμένης ερωτικής ατλαντίδας
που αναδύεται στην άπειρη αίσθηση του βυθού !!
Για μιαν αμαρτία θα φύγουμε
μιας παραπόντιας μέθης
που δε μεστώσαμε τ΄άλικο σταφυλλόγερμα
στ΄αμέθυστο φίλημα των άστρων !!

και της ψυχής μας το φέγγος
πάνω στα γυμνόστηθα κάλλη
της επίγειας οπτασίας μας !!
Για μιαν αμαρτία θα φύγουμε
για μιαν ακόλαστη ψυχή του ερέβους !!
Κώστας Καρούσος.

(η φωτογραφία από:Записи с меткой живопись)

Πέμπτη, 2 Μαρτίου 2017

Ποίηση:Ρούλα Τριανταφύλλου




ΕΡΩΤΙΚΟ
Λυγάει η καρδιά στου ονείρου τις ρωγμές
Δένω τον ήλιο κόκκινη κλωστή
Στου Μάη τις μαργαρίτες
Παραμονεύει στην άκρη των χειλιών
Νυχτερινό φιλί
Χρώματα, ροδόσταμο,χειμωνανθοί
Φωνή μου,σιωπή μου
Αναδύομαι λάψμη αστραπής
Φωτιά Φθινοπώρου
Ατέρμονο ποίημα στο μαγικό σου κόσμο
Ψυχή μου
Των υακίνθων, του ασφόδελου τραγούδι
Στου ανέμου τα κατάρτια
Στη ρότα της μοίρας σου
Στο χρυσό του ονείρου βυθό χάνομαι

Η Φωτογραφία~Του Χριστόφορου Τριάντη~



Από τη μέρα που έχασε τη γυναίκα του,η κατάθλιψη τον κατέβαλε.Τα παιδιά του δεν άντεχαν τις κρίσεις του,ούτε τις καταθλιπτικές συμπεριφορές του.Τον έκλεισαν σ’ ένα υπερσύχρονο ψυχιατρείο.Εκεί οι γιατροί εφάρμοζαν νέες θεραπείες για τους ασθενείς.Στην περίπτωση όμως,του Ρικάρντο Μαδέρο δεν κατάφεραν απολύτως τίποτα.Ώρες ολόκληρες καθόταν και κοιτούσε τη φωτογραφία της γυναίκας του.Τις έλεγε τα προβλήματά του,τις στενοχώριες του,ζητώντας τη βοήθειά της.Και ισχυριζόταν ότι έπαιρνε απαντήσεις και λύσεις.Όταν τον επιτιμούσαν ότι κάτι τέτοιο ήταν αφύσικο και ακραία εγωιστικό,τους απαντούσε ότι« η μνήμη είναι η ζωντανή έκφραση της αγάπης».Ο  επικεφαλής των ψυχιάτρων,συμπέρανε ότι ο Μαδέρο δεν επιθυμούσε να θεραπευτεί απ’ τη μνήμη,θα ήταν άρρωστος για πάντα.
Τριάντης Χριστόφορος

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Ποίηση:Μάνος Καστέλης


ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΑΣ
Το σπίτι μας
ήταν μια ξώπορτα στολισμένη
από ξανθές απρόσμενες εκπλήξεις
με κόκκινα παράθυρα ανοιχτά που έσταζε
απ' το περβάζι τους το μέλι.
Με πόρτες που κρέμονταν στα περάσματα
των ανέμων για να μπαίνουν τα σφιχταγκαλιάσματα
και να βγαίνουν χρόνια ατάραχα.

Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Με την μικρή Μυρτώ να μαζεύει αμέριμνα
απ' τους ασβεστωμένους τενεκέδες του ιάκυνθου
τριζόνια και πεταλούδες
τον Λάμπρο πασαλειμμένο με νερομπογιές
να ζωγραφίζει με καστανιές κι ευκάλυπτους
τα δάση του.
Την μάνα μας ν'αγκαλιάζει τ' απομεσήμερα
τις τραμουντάνες και ν' απλώνει στο σχοινάκι
της αυλής του πατέρα τ' άσπρα πουκάμισα.
Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Το σπίτι που περνούσε ο αέρας και μάζευε
χαρούμενες φωνές.
Το σπίτι που ακούγαμε τις ώρες να περνούν
με τον γλυκό αντίλαλο της νιότης
με τα ζεστά χάδια του πατέρα που τα μετρούσαμε
με τις δουλειές που 'χαν περάσει από τα χέρια του.
Το σπίτι που κληρονομήσαμε έρωτες, αρραβωνιάσματα
και περιβόλια.
Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Το σπίτι των καλεσμένων
κρυμμένο πίσω από απέραντες εξοχές.
Παραδομένο ολότελα στην αντηλιά
και στα ξανθά αλώνια.
Τραγουδισμένο με βραδινούς σφυγμούς
και θερινές ανάσες.
Τα σπασμένα όνειρα ήρθαν μετά
φέρνοντας μαζί τους κρύα δειλινά
και διαλυμένα καλοκαίρια.
Τα Κυριακάτικα ρούχα πνίγηκαν
στην καθημερινότητα των λυγμών.
Όταν πέθανε τ' αγιόκλημα,
τρέξαμε σε σκοτεινές
ντουλάπες και σε βροχερούς καιρούς
να βρούμε μαύρα φορέματα.
Πυκνές ομίχλες σκέπασαν τα σκοτωμένα
Χριστούγεννα, τις χρυσές στιγμές,
τις ασημένιες ημέρες.
Αυτό ήταν το σπίτι μας.
Μέχρι που ήρθε εκείνος ο νυχτερινός
επισκέπτης και κάθισε χωρίς να μιλήσει
στο τραπέζι μας
και ασυγκίνητος άρχισε να τρώει με βουλιμία
τα ενθύμια.

Καστέλης Μάνος

Κυριακή, 26 Φεβρουαρίου 2017

Οδυσσέας Ελύτης~ Ο Χαρταετός~


Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι…
Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – δεν ονειρευόμουν
αίφνης εκείνο το «Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί για σένα».
Μου το ’χε φέρει ο Ιππότης-ποδηλάτης
μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πως εδιάβαζα
το ποδήλατο του με άκρα προσοχή
το ’χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου•
υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον αέρα
φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα
κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε
τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου•
φοβόμουνα και μου άρεσε
το δωμάτιο μου ανέβαινε
ή εγώ – δεν το κατάλαβα ποτέ μου.
Είμαι από πορσελάνη και μαγνόλια
το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας
ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως
ένας απειροελάχιστος σεισμός
που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι και τα νήπια•
δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας
και όμως η εναντίωση
αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται
σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο
που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου
τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε
η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες
με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου
χειροκροτούσαν – απίστευτων χρόνων θραύσματα
μετέωρα όλα.
Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές
μπρούμυτα στο προσκέφαλό μου
θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν•
τι ωραία Θεέ μου τι ωραία
χάμου στο χώμα ποδοπατημένη
να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου
ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Ποίηση: Δώρα Μεταλληνού


Αυτομόλησα και χάθηκα στους αιθέρες...
Το χέρι που με κρατούσε δεν μπόρεσε να κρατήσει την καλούμπα
Έπαρση τόση...
Άφησα πίσω τους συνταξιδιώτες και παιχνίδισα με τα σύννεφα!
Ξάπλωσα στης ματαιοδοξίας τα απατηλά σεντόνια.
Ημουνα μόνο εγώ! Μόνο ΕΓΩ πήγα τόσο ψηλά!
Στο πέταγμα νότεψαν της ουράς μου τα χάρτινα χάμουρα
Ψηλά ....πιο ψηλά....όλο και πιο ψηλά
Δε σκέφτηκα ούτε μια φορά να κοιτάξω τον αρωγό μου σ' αυτή την ξέφρενη πορεία...
Σε κάποιον πάτησα για να ανέβω
Με της ανεμυαλιάς τον ενθουσιασμό Ικάρια κατορθώματα πραγμάτωσα.
Η ύβρις τιμωρείται!
Ο θώκος δεν κρατάει στο διηνεκές
Μουσκεμένες αυταπάτες,
Μια πιρουέτα στα σύννεφα
κι ύστερα;
Ολοταχώς για επώδυνη προσγείωση
Ένας τσακισμένος σταυραετός
.κουρέλι στα αζήτητα...
Και εκείνο το χέρι που με κρατούσε;
Απόστασε ....
δεν περίμενε πια....
Δώρα Μεταλληνού

Χρήστος Ζουλιάτης~Το Νησί~



"Το νησί"
Δεν φτάσαμε ποτέ εκεί, στο νησί μας.
Χαθήκαμε στα μονοπάτια, πάνω στα ξερολίθια του νότου...
Και το σώμα μας, ματωμένο από τους αγκαθερούς ασπάλαθους.
Δε γευτήκαμε το φρέσκο ψωμί παρά μόνο, κάτι ξεροκόμματα
που φυλάγαμε σαν χρυσάφι για το μεσημεριάτικο φαγί μας.
Που και που, μασουλάγαμε κανένα ξυλοκέρατο.
Και το νερό στο παγούρι λιγοστό,
μόλις που έφτανε να υγράνει τα χείλια μας.
Μάθαμε να πορευόμαστε με τα λιγοστά μας πλούτη.
Πορεία μπροστά.

Είδαμε ανθρώπους να κάθονται γύρω από μεγάλα τραπέζια
με λογής λογής φαγητά και κόκκινο νέκταρ στα ποτήρια.
Όλος ο πλούτος της γης σε πλαστικά τραπεζομάντηλα
και κάτι τεράστια στόματα να καταπίνουν ιδρώτα και αίμα.
Δεν μας φίλεψαν κι η δική μας περηφάνια τους προσπέρασε.
Έπρεπε να φτάσουμε στο νησί, στο δικό μας νησί.
Στο νησί με το πολύ φως
και τα πλατιά χαμόγελα των λιοκαμένων ανθρώπων.

Έπρεπε, λέει, να είμαστε εκεί στο λιμάνι πριν νυχτώσει.
Το βλέπαμε από μακριά και λέγαμε μέσα μας "φτάνουμε".
Να το λιμάνι.
Κι αυτό, όλο χανόταν στον ορίζοντα.
Τα γόνατά μας λύγιζαν αλλά εμείς, συνεχίζαμε.
Μας έλεγαν, "κοντεύετε να φτάσετε" στο λιμάνι
και πως το πλοίο θα είναι εκεί.

Νύχτα-μέρα, από την ανατολή μέχρι τη δύση, περπατούσαμε.
Ποτέ σκυφτοί. Ποτέ δε σύραμε το κορμί μας στη γη.
Μόνο .... να, χάσαμε το Γιώργο, δυο μέτρα παλικάρι
με δυο γιγάντια χέρια ν' αρμέγουν τα βράχια
και τον Μηνά, που τις νύχτες,
έγραφε ποιήματα στην αρραβωνιαστικιά του.
Ποιος θα της το πει;
Απέραντη θλίψη.

Όμως, ποτέ δε λυγίσαμε. Το Όραμα! Αχ, αυτό το Όραμα....
Αναπαμό δεν είχαμε.
Ύστερα από ένα μεγάλο ταξίδι,
θαρρώ πιο μακρύ από εκειό του Οδυσσέα,
φτάσαμε στο λιμάνι.
Όμως, είχε νυχτώσει
και το πλοίο δεν ήταν εκεί....
Χρήστος Ζουλιάτης

Τετάρτη, 22 Φεβρουαρίου 2017

Πολυδούρη Μαρία

 ΠΕΠΡΩΜΕΝΟ

Ψυχή μου, τοῦ ἄσωτου καημοῦ παιδί, 

σὰν ποιὰ προσμένεις γαλανὴ μέρα νὰ διαβῆ, 

μαζί της νὰ σὲ πάρη;

Κάτω ἀπ᾿ τὸ φῶς δὲ θὰ μπορῆς τὰ ὄνειρα ν᾿ ἀνασταίνης,

θὰ σβήση ἡ ὡραία φλόγα σου καὶ θὰ σοῦ μείνη ἡ χάρη,

μέσα σὲ θρόνο ὁλόχρυσο καρτερικὰ νὰ μένης

σὰ σ᾿ ἕνα πλούσιο κόσμημα χλωμὸ μαργαριτάρι.

Τῆς Νύχτας, σὰ μυστήριο τοῦ Ἅδη σκοτεινιασμένης

περνάει τὸ φάσμα, κοίταξε, μὲ θριαμβικὸ καμάρι.

Σήκωσε τὰ περήφανα χέρια σου καὶ δεήσου

νὰ γίνης ἕνα ἀπ᾿ τὰ πολλὰ τὰ μαῦρα μυστικά της,

νὰ μὴ σ᾿ ἀγγίζη ἡ ἐλπίδα, ὅπως τ᾿ ἀνήλια τῆς ἀβύσσου

ἡ ἀχτίδα, γιὰ τὰ πρόσχαρα ποὖνε γιὰ σένα ξένα.

Καὶ μόνο ἡ σκέψη κάποτε στὸ ἄσκοπο πέταμά της

νὰ βρίσκης ὅλα ποὺ πόθησες, τὰ ὡραῖα στερημένα.

Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος~Ασθενική Καρδιά~

Δε φταις. Απλά δεν ξέρεις.
Τώρα πια η ασθενική μου καρδιά
σου γράφει μόνο από πόνο.
Να επίδεσμος, να ράμματα, να ψαλίδι.
Δε φταις.
Χτυπάει στο κεφάλι μου σαν κανονιά.
Όσο πιο γρήγορα μπορώ
με ράβω.
Μην αποτύχει η μεταμόσχευση και φύγω.
Είναι δύσκολο να τη στηρίξεις
αυτήν την πέτρινη καρδιά.
Απλά δεν ξέρεις.
Σε ένα δίσκο δίπλα στο κρεββάτι μου
εκεί σαπίζει
αυτή η καρδιά γεμάτη αγάπη.
Τώρα η πέτρα μόνο βάρος μου φέρνει
κι εσύ από μακρυά φροντίζεις
μην ακουμπιούνται τα ζωτικά.
Δε φταις εσύ. Απλά δεν ξέρεις.
Τώρα πιά γράφω σαν όλους τους άλλους ποιητές.
Κάνω και δραματικές επαναλήψεις.
Η ασθενική καρδιά δεν έχει ποτέ δίκιο μπροστά στο γιατρό.
Όταν αυτός δεν ξέρει ή δε θέλει.
Καλύτερα είναι να σωπαίνω.

Γιώργος Ερνέστο Μουρελάτος
(αναδημοσίευση από:http://trenopoiisis.blogspot.gr/2015/11/georgios-ernesto-mourelatos.html)
(η φωτογραφία από:Photo Manipulation Tutoria)