Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

«ΤΑ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»


Μια κριτική προσέγγιση στη νέα ποιητική συλλογή
Της Ρούλας Tριανταφύλλου « ΤΑ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ»
Από τον ποιητή-δοκιμιογράφο Αντώνη Χρ. Περδικούλη
                                                                   
Θραύσματα από κραυγές και λυγμούς που ανεβαίνουν από τα εσώψυχα.
Μια καρδιά σε έξαρση καταπληγωμένη. .Ένα αδιαχώρητο παράπονο.
Αυτό είναι το ποιητικό αφέψημα, η πεμπτουσία της νέας συλλογής της κυρίας Ρούλας Τριανταφύλλου, που κρατά όλες τις πολύχυμες και πολύτιμες σταγόνες της καρδιάς.
Αντιπαλεύοντας την ανεκπλήρωτη επιθυμία.. Το αμόλυντο απραγμάτωτο όνειρο..
Όλα τα ανέγγιχτα , άρα και άσπιλα, όλα τα ονειρεμένα , συνεπώς και όμορφα. Είναι μια ομορφιά που πονάει, όπως οι περισσότερες ομορφιές.. Σαν χίμαιρα που βάλλεται να υπνωτίσει την εγρήγορση της επιθυμίας, σαν ουτοπία που χαίρεται να εμποδίσει τις μέσα αγνές φωνές τις ανεξερεύνητες..
“ ..ψυχή μου ακοίμητη, ως πότε τα όνειρα;;..”
Ο φόβος της απώλειας ή τα απουσίας μετουσιωμένος σε βουβό λυγμό, σε τραγούδι πικρό:
“ …ποτέ μη φύγεις…Στον δρόμο του ονείρου, ανύσταγος ο έρωτάς μας..»
Σαν έκπτωτη η ψυχή παλεύει με τους ανεμόμυλους. Ικετεύοντας την Παναγιά να προστρέξει συλλήπτρια και γοργοϋπήκοος:
« Ψάχνω μια Παναγιά θαλασσινή.. Να’ ρθει η αγάπη να με βρεί..»
Πότε επιθυμία κι ευχή, πότε προσευχή και ικεσία, αρκεί να κινείται από ούριον άνεμο.
Ο πυρήνας της ποίησης της Ρούλας Τριανταφύλλου είναι εμποτισμένος από δυο ανεκτίμητα υλικά: την αφαιρετική γραφοτροπία και τις αλλεπάλληλες μικρές εκφορές της λέξης. Ώστε να μην χάνεται το κέντρο του πόνου, αυτό το πρωτεϊκό συστατικό του τραγουδιού….Πουθενά δεν πλατειάζει, δεν θα βρεις πουθενά υπερτροφία της λέξης..
Αυτή η αφαιρετική—και πού και πού ελλειπτική - γραφή - αν και δεν είναι επικυρίαρχη σε όλη τη συλλογή, εντούτοις παρίσταται ισορροπημένη και ηγέτιδα..
Άλλες τεχνικές αρετές της είναι οι προσωποποιήσεις και οι καλές παρηχήσεις:
‘…ονειρεύτηκα μια πινελιά γαλάζια..’ και
«..ένα φιλί παίζει κρυφτό,..’.. Ιδέστε αυτά τα βελούδινα σύμφωνα το λάμδα και το ρο , πώς αντιπαρέρχονται. Πώς ηχούν όμορφα και στολίζουν το σώμα του ποιήματος…
..κι ακόμα ήθελα να τονίσω τη σημασία των αλληγοριών και μεταφορών σε ο.τι ονομάζεται ποιητικός λόγος:
«..με κόκκινη κλωστή δένω τον ήλιο..
Στα μενεξεδί χείλη τρέμει το φιλί……
Πόσα ποτάμια σιωπούν…….»
Πόσες αχτίδες μικροχαράς μπαίνουν από το παραθυρόφυλλό της, αλλά δεν κρατούν πολύ! Έρχονται πάλι απροσκάλεστες η συννεφιά και η θλίψη. Έρχεται βλοσυρή η φιγούρα της ματαιότητας για να τις σκιάσει:
« …μάταια, όλα μάταια..Κι ας ανθίζουν κρίνα στην αυλή...»
Οι ψυχικές μεταπτώσεις, έχω την πεποίθηση, ότι είναι ίδιον των αληθινών ποιητών. Ένας τεχνίτης ποιητής , για να δημιουργήσει τέτοιας ολκής ποίηση σημαίνει ότι είναι είτε πολύ πονεμένος, είτε πολύ ερωτευμένος…
«…τώρα που της λήθης το ποτάμι τα πήρε όλα!..
Έλα να ξαναγεννηθώ,»
Στη συλλογή έχω εντοπίσει κάποιους στίχους τόσο εκθαμβωτικούς , που και μόνοι τους αυτοί με την ισχυρή τους λυρικότητα θα αρκούσαν να ορίσουν και να απονείμουν τα τρόπαια της Καθαρής Ποίησης σε όλο το έργο. Ειδικότερα αναφέρομαι στο ποίημα με τον τίτλο: ΑΙΟΛΙΚΟ, το οποίο και παραθέτω ολόκληρο. Για τη δική μου ποιητική αισθητική φαντάζει τέλειο από κάθε άποψη:
« ΑΙΟΛΙΚΟ
Να υψώναμε λευκά πανιά
Άνεμοι ταξιδιάρηδες
Σε τρικυμίες γαλάζιες.
Δυο πορφυρά φεγγάρια
Στη μέση του ωκεανού
Σε μεταξένιους πόθους..»
Στο τελείωμα της συλλογής παρατηρώ μια ολοένα και βαθύτερη ενδοσκόπηση. Ένα πάλεμα της ψυχής, μια ενατένιση, μια κεφαλαίωση όλης της μαζεμένης πίκρας:
« στις πολιτείες του χειμώνα ,έρημοι κάμποι, βράχοι γυμνοί..»
Θεματικά όλα συνηγορούν στο άδοξο αποκορύφωμα τής μέρας, όπου μαζί με το βασίλεμα του ήλιου πάει και το όνειρο , διαλύεται μέσα σε πίκρα απροσμάχητη.
« χώρεσα στο αιώνιο ξόδεμα της καρδιάς,
Χώρεσα στ’ ανέγγιχτα του χρόνου΄
Σε λέξεις, στίχους και στροφές..»
Οσμή από πληγή ανοιχτή αφήνει και ο παρακάτω στίχος:
« το τελευταίο ψέμα το είπες χθές: Σ’ΑΓΑΠΩ!
ΤΑ ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ φέρουν την ποιήτρια Ρούλα Τριανταφύλλου ένα σκαλί παραπάνω στο βάθρο του ποιητικού αγωνίσματος. Η ποίησή της λαγάρια, κρυστάλλινη, αισθαντική και αμετάκλητα τραγική από άποψη περιεχόμενης ουσίας..
Μια τέτοια ποιήτρια θα πρέπει να κινήσει ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον και την προσοχή των άλλων ποιητών, κριτικών λογοτεχνίας και ρεμβαστών της ποίησης, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες.
Μια άρτια τεχνική κατάρτιση στίχου , ένας λόγος εξελικτικά συμπυκνωμένος και μαζί αισθαντικός κι ευαίσθητος είναι τα τρόπαια , αλλά και τα όπλα την ίδια στιγμή,όπου η ποιήτριά μας κουβαλά και πορεύεται μέσα στο χρόνο τον ανελέητο..
Αντώνης Χρ. Περδικούλης
Αγιά Λάρισας, Καλοκαίρι 2017.






ΜΙΚΡΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Ψάχνω  μια Παναγιά θαλασσινή.
Κερί  που όρισα ν ’ ανάψω!
Φωτάκι στον ορίζοντα.
Κύμα που σκάει στην προκυμαία.
Να ‘ρθει η αγάπη να με βρει,
βαρκούλα σ’ απόμακρο ακρογιάλι.
Μάτια, υγρά φεγγάρια μου,
Η καρδιά μου, παιδί που λοξοδρόμησε.

























ΕΩΘΙΝΟ

Μην πάψεις
να είσαι σύννεφο.
Αναπνοή
των μουσκεμένων πεύκων.
Περπάτησέ με 
σε απέραντη  θάλασσα.
Αγρύπνησέ  με
                          σ’ όλα  τα δέντρα το σώμα μου.
Μοίρασέ το φωτιά
σε αθέριστο κάμπο.






















ΑΣΑΛΕΥΤΟΙ ΧΡΟΝΟΙ

Ασάλευτοι χρόνοι.
Η ζωή, η μικρή μου ζωή,  μια προσμονή.

Ο κόσμος υψώνει τα χέρια στον ήλιο
Κι έξω είναι χειμώνας
Να εδώ χάμω σ ΄αγγίζω και τρέμω.

Ψυχή μου ακοίμητη κι ασάλευτη
Ως πότε ελπίδες,
Ως πότε όνειρα,
Ως πότε ζωή μου;
Θάλασσα που σωπαίνει στις αδούλωτες τρικυμίες.

Κι ‘ότι πιστέψαμε ως εδώ ήταν;
Πως προχωρούν τα σκοτάδια.
Χαραγμένα στο  ύστερο φως. Ασάλευτα.
Περίμενε λίγο είπες,
Λίγο ακόμα…
Άσε το παραθύρι ορθάνοικτο,
T’ ονείρου τα πουλιά
να διαβούνε και πάλι
Άσε το παραθύρι ανοικτό,
 Η βροχή κι ο αγέρας να περάσουν,
Σιμά  να πλαγιάσουν στα δικά μας αλώνια.

Ω! Ασάλευτοι χρόνοι, ασάλευτη πόλη.
Εδώ η συντριβή.
Στα δάχτυλα  αίμα η ζωή κυλάει.
Κι αν για λυτρωμό, μιλήσαμε,
Ευτυχία που είναι χειμώνας.










ΕΡΩΤΙΚΟ

Τρέμει η καρδιά στις ρωγμές του ονείρου.
Με κόκκινη κλωστή δένω τον ήλιο.
Στου Μάη τις μαργαρίτες, παραμονεύει το νυχτερινό φιλί.
Εκεί στην άκρη των χειλιών
ανθίζει  η άνοιξη. 
Χρώματα, ροδόσταμο, χειμωνανθοί.
Φωνή μου.
Σιωπή μου!
Αναδύομαι σαν λάμψη αστραπής,
των οριζόντων αέναη γραμμή.

Ποίημα στο μαγικό σου κόσμο.
Ψυχή μου.
Των υακίνθων, του ασφοδέλου τραγούδι.

Στου ανέμου τα κατάρτια.
Στη ρότα της μοίρας σου.
Στο χρυσό του ονείρου βυθό, 
χάνομαι.





















ΠΟΤΕ  ΜΗ ΦΥΓΕΙΣ

Ασύνορο ταξίδι ο έρωτας μας.
Στο βαθύ μωβ της θάλασσας, στου φεγγαριού τ’ ασήμι,
Στα χρώματα της Ανατολής και της Δύσης,
Ας μη ξημερώσει ποτέ η νύχτα, ας αποκοιμηθεί.
Ο ήλιος κι σελήνη ένα να γίνουν.
Μια μέρα η  δύση κι η ανατολή.
Ποτέ  μη φύγεις.
Στο δρόμο των ονείρων,  ανύσταγος ο  έρωτάς μας.

Ω Μούσες,
Ω Ποιητές,

Ποιος από σας τη φτωχή μου καρδιά θα νιώσει;
Ποιος  από σας την ψυχή μου θα λυπηθεί;

Ω Μούσες,
ω Ποιητές,
Ποιος αυτόν τον έρωτα θα τραγουδήσει;
Ας αποκάμει η νύχτα, στο όνειρο αιώνια.
Ας ξεχαστεί.





 ΡΟΥΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ















Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)