Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποίηση,Γιώργος Καραγιάννης

«Σ'ένα τριαντάφυλλο σε θέλω»,
ποιητική συλλογή,Εκδόσεις Αρισταρέτη,Αθήνα,Οκτ.2017
                                                 


ΣΗΜΕΙΩΜΑ ΤΟΥ ΕΚΔΟΤΟΥ
για το βιβλίο: «Σ’ ένα τριαντάφυλλο σε θέλω»

Ερωτικά, λυρικά, ευαίσθητα,
μόνον όπως ένας Άνθρωπος μπορεί να αρθρώσει,
εύλογα συναισθήματα που αναδίδουν την οσμή των ανθών,
ο λόγος γίνεται κυρίαρχος και απαιτεί τα μέγιστα
από τον ταπεινό προσκυνητή των στίχων.

Μακρινά ταξίδια εντός μας,
κοντινά ταξίδια σε έναν κόσμο
που πάσχει από έλλειψιν χρωμάτων.

Σ’ ένα τριαντάφυλλο σε θέλω, του Γιώργου Καραγιάννη.
Το όνειρο εκπληρώνεται, το όνειρο μένει εκεί,
να μας καλεί για έκφρασιν συναισθημάτων.

Σταυρακάκης Δημήτριος


ΜΙΚΡΟΣ ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Φίλοι μου, σας χαιρετώ και σας σκέφτομαι
την ώρα που διαβάζετε αυτές τις σκέψεις μου
για την αγάπη και τον έρωτα.

Ο άνθρωπος ζει στιγμές ευτυχίας,
όταν κάνει πράγματα
που του αρέσουν και τον εκφράζουν,
αλλά και όταν μέσα του κυριαρχεί η αγάπη,
μια αγάπη αγνή, ειλικρινής κι ανεπιτήδευτη για το συνάνθρωπο,
για να πλημμυρίζει η ψυχή του χαρά και ελπίδα,
χωρίς κέρδος και ανταπόδοση καμία.

Κι ο έρωτας για τον άνθρωπο είναι η ίδια η ζωή,
είναι η υπόσχεση για να τον δελεάσει,
για να παίξει με τις αντιστάσεις του,
για να τον κάνει να πιστέψει,
πως μπορεί ν’ αλλάξει
και να πάει με τα δικά της νερά,
για να τραβήξει κι αυτός κουπί,
τον άπληστο χρόνο να νικήσει.

Στην ουσία είναι το μοίρασμα της ελπίδας
για ζωή και συμπόρευση,
που δίνει στον κόσμο χαρά κι αισιοδοξία,
πως κάποτε το άδικο θα σβήσει
και θα κυριαρχήσει για πάντα η αγάπη.

Κι αυτό δεν είναι ουτοπία.


Με εκτίμηση

Γιώργος Καραγιάννης, Οκτώβρης του 2017






~Παλιά λιμάνια~

 Στη σιωπή σου εγκατέλειψα τα χέρια μου,
ν’ αγκαλιάσουν απαλά
τις χορδές των μαλλιών σου,
ν’ ακούσω το μυστικό τραγούδι σου,
όταν τ’ απόβραδο έγειρα
να με χαϊδέψει η αύρα σου
δίπλα στο κύμα,
παραδομένος στη μελωδία
την ερωτική σου.

Και δεν έβρισκα ούτε μια λέξη,
όταν μ’ έπνιγες με τα φιλιά σου.
Τι να πρωτομαντέψω;
Τα νοτισμένα μάτια σου
τα κοίταγα εκστατικά
και με ταξίδευαν τόσο μακριά
κι ας μην έβρισκα καθόλου δύναμη
απ’ τα παλιά λιμάνια να ξεμπλέξω.
Μ’ άρεσε εκεί να μένω
κι όσο αντέξω.


~ Άδεια αμμουδιά ~

Κι ύστερα απλώσαμε
την καρδιά μας στον ήλιο,
πίκρες, πόνο να διώξει
και ό,τι πιο όμορφο
που με πάθος εζήσαμε,
χαρά να ξαναδώσει.

Να βαδίσουμε αγκαλιά,
πιασμένοι χέρι χέρι
το γλυκό καλοκαίρι.

Να μην υπάρχει η βροχή
κι η πυκνή σκοτεινιά
και γίνεις περιστέρι.

Να κρατηθεί το φιλί,
μην το πάρει τ’ αγέρι
και το κύμα την αγάπη,
μην την κόψει μαχαίρι.

Μα πιο πολύ,
μη δακρύσει τ’ αστέρι,
που εύχεται να μας δει
στην ίδια αμμουδιά,
ν’ αλλάζουμε όρκους, φιλιά,
να γλυκαίν’ η βραδιά
φέτος το καλοκαίρι.



~Θα'ρθω για να σε βρω~

Πόρτα της θάλασσας,
δεν άνοιξες να μπω,
με στρίμωξες μέσα στο κύμα,
καρτερικά να σ’ απαντέχω
και όλο να πονώ.

Κι από τότε δεν εκπέμπω
τις παιδικές φωνές μου
ν’ ανεβούν στον ουρανό,
δεν κουβαλώ τα κιτρολέμονα
στο άλογο καβάλα
κάτω απ’ την πανσέληνο
να μην εξαντληθώ
και το ταξίδι που ονειρεύτηκα
το ξέχασα για πάντα
σε παραμύθι αλαργινό.

Όμως τώρα, ασίγαστα καρδιοχτύπια
επιζητούν τον γυρισμό μου.
Με του Μάη μια ηλιαχτίδα
θα ’ρθω να σε βρω,
για να μπει μες στην καρδιά σου
ο γαλάζιος ουρανός μου,
ν’ απλωθεί στη θάλασσά σου
και να γίνω ο θησαυρός σου,
η πιο μεγάλη αγάπη σου
που τόσο ποθώ.



~Έρωτες πληγές,της νύχτας θυρωροί...~

 Απλά,εμένα τα λουλούδια μ’ αρέσουν.
Από μικρός κοιμόμουν στην αγκαλιά τους.
Ξάπλωνα στο χορτάρι και όσο επάνω μου γέρνανε,
τα μύριζα και με χάιδευαν.
Κι όταν στα χρόνια μεγάλωνα, δε με αγαπούσανε μόνο,
με ένιωθαν, με καταλάβαιναν.

Κι ερχόσουν εσύ στον ανθισμένο μου κήπο
κι όλη η ευωδιά απ’ τα λούλουδα έσμιγε
με την αύρα απ’ τα φιλιά μας.
Μεθούσαμε κι αναδεύονταν
σαν ποτήρια ερωτικά τα κορμιά μας.

Αλλά ήταν τα στόματά μας αδηφάγα,
που ρουφούσαν τους μελιστάλαχτους χυμούς μας
και όλα τα αποτυπώματα απ’ τ’ αγκαλιάσματά μας
σβήναν τελείως πάνω απ’ τη σάρκα μας,
χωρίς ίχνη ν’ αφήνουν στο χρόνο.

Απόμειναν όμως, στις καρδιές μας ραγίσματα,
που τις βραδιές που έχει πανσέληνο,
ακόμα επιμένουν να παίζουν κρυφτούλι με το φεγγάρι,
αλλά για να επουλώσουν τις πληγές, δεν κάνουν λόγο.

Όμως,αν τις ρωτήσεις,θα σου πουν,
πως μένουν ενεργές στην αναμονή,
σαν της νύχτας θυρωροί,
ελπίζοντας να υποδεχτούν τις αγάπες που έφυγαν
και χάθηκαν στο δρόμο.




~ Δεν έμεινε τίποτα ~

Πόσα ηλιοβασιλέματα φυτέψαμε
στη λησμονιά του χρόνου;
Αργά το καταλάβαμε.

Και τώρα μεθυσμένοι
απ’ τις τελευταίες ρόδινες
αναλαμπές του ήλιου,
βλαστημάμε τις μέρες
που μας προσπέρασαν,
χωρίς  να μας αγγίξουν
ούτε στα παλιά λιμάνια που αράξαμε
ούτε στις ξανθές ακρογιαλιές
που τα χείλη μας βάψαμε,
αφήνοντας άπραγα
τα γλυκά μας όνειρα
να περιμένουν.

Μα, τώρα δεν έμεινε τίποτα
που να μας συγκινεί.
Σβήνει σιγά σιγά κι η φλόγα
που μας ζέσταινε με το ζεστό φιλί,
ν’ αντέχουμε τον κρύο χειμώνα
με τη γλυκιά του θαλπωρή
και να λέμε ακόμα
πως ζούμε.
 

ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ
«Τίποτα άλλο δε θέλω...
Η ψυχή ν'αγγίζει της αλήθειας το φως.
Το πνεύμα να εμπνέει πράγματα μεγάλα.
Οι όμορφες στιγμές ευτυχία να γεννούν.
Να ζει η αγάπη πάντα»..

ΓΕΩΡΓΙΟΣ  ΕΛEΥΘ.  ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Ο Γιώργος Ελ. Καραγιάννης γεννήθηκε στα Δελέρια Λάρισας, αλλά ζει στη Θεσσαλονίκη από το 1984.
Σπούδασε παιδαγωγικά στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη.
Εργάστηκε στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος.
Διετέλεσε Υπεύθυνος Καλλιτεχνικών Θεμάτων, Διευθυντής Σχολείων, Προϊστάμενος και Αναπληρωτής Διευθυντής Εκπαίδευσης.
Παράλληλα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και με το παιδικό θέατρο.
Τελευταία ασχολείται με την ποίηση και τη λογοτεχνία.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε το 2015 από τις Εκδόσεις Το Κεντρί, στη Θεσσαλονίκη, με τίτλο «Ένα καράβι όνειρα».
Η δεύτερη ποιητική συλλογή εκδόθηκε στις αρχές του 2017 από τις Εκδόσεις Αρισταρέτη, στην Αθήνα, με τίτλο «Της ζωής μου το χρώμα».
Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί και σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και ποιητικές ανθολογίες.









(πίνακες ζωγραφικής -1(christian schloe art)-    2(artists/ashley-coll)   

   
         

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)