Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γαβριήλ Ντερζάβιν

 

Ο Θεός
(ωδή)

Εσύ! του χώρου το άπειρο,
Ζωή που έβαλες στο υλικό χυδαίο,
Αυτός που γέννησε το φώς, Είσαι το ζώπυρο,
Το πνεύμα πανταχού παρόν και ενιαίο!
Αυτός που δεν έχει τόπο και αιτιότητα,
Αυτός που κανείς δεν έχει συλλάβει ουσιωδώς,
Αυτός που με την ύπαρξή Του το παν γεμίζει,
Αυτός που αγκαλιάζει, διατηρεί, βασίζει,
Εκείνος τον οποίον ονομάζουμε Θεός.

Γνωρίζεις το βάθος του ωκεανού,
Τον κάθε αμμόκοκκο, κάθε αστέρι,
Αγνοείς την ιδέα του απίθανου και πιθανού,
Παραβλέπεις τις έννοιες: νέοι και γέροι!
Είναι αδύνατον το πνεύμα φωτισμένο,
Από το φως Σου γεννημένο,
Την ύπαρξη Σου να εξηγεί,
Μόλις η σκέψη προσπαθεί Εσένα να ακολουθεί,
Αμέσως μες στο μεγαλείο Σου θα χαθεί,
Σαν μέσα στον αιώνα η τούτη η στιγμή.

Έπλασες ωκεανούς απ’ τις σταγόνες,
Την τάξη στο χάος απογείωσες,
Και τους αμέτρητους αιώνες
Μέσα στον εαυτό Σου θεμελίωσες!
Τον εαυτό Σου απ’ το Τίποτα εγέννησες
Με την Σιωπή τον εαυτό Σου ύμνησες,
Είσαι το Φως από πού ρέει η Σιγή,
Εσύ το σύμπαν δημιούργησες χωρίς μιλιά,
Είσαι ο Πλάστης που μας έδωσε τη Γη-φωλιά,
Ήσουν, Είσαι και θα Είσαι νυν και αεί!

Μια αλυσίδα τελειοτήτων μέσα Σου χωράς,
Τις μεγαλώνεις και πολλαπλασιάζεις,
Το τέλος με την αρχή κολλάς
Και με το θάνατο ζωή μπολιάζεις.
Σαν σπίθες σκορπίζεις υφηλίους,
Ουράνια σόματα και ήλιους,
Όπως στη χειμωνιάτικη και αίθρια ημέρα,
Της πάχνης οι κόκκοι λαμπιρίζουν,
Τρεμοφέγγουν και στριφογυρίζουν,
Έτσι και τα άστρα, την εσπέρα.

Άστρων πυρρόχρωμων εκατομμύρια
Μέσα στην απεραντοσύνη περιπολούν,
Τροχιές εκτελούν με τα δικά Σου κριτήρια
Και φως ζωογόνο ακτινοβολούν.
Αλλά αυτές οι γιγάντιες λαμπάδες,
Ή κόκκινων κρυστάλλων συμπληγάδες,
Ή τα χρυσά κύματα του μεγάλου κοπαδιού,
Ή οι φλεγόμενοι αιθέρες,
Του σύμπαντος όλοι οι αστέρες,
Μπροστά Σου σαν φανταχτερό παιχνίδι ενός παιδιού.

Σαν σταγονίδιο που πέφτει στον ωκεανό,
Πόσο μικρό αυτό το στέρεο μπροστά Σου;
Πόσο μικρό το κομματάκι ορατό;
Και τι είμαι εγώ μπροστά Σου
Σ’ αυτόν τον ωκεανό του Κενού;
Μαζεύοντας στοίβα τους άπειρους πλανήτες τ’ ουρανού,
Ακόμη και τότε, το θάρρος δεν
Παίρνω να συγκρίνω μαζί Σου,
Θα είναι μόλις μια τελεία μπροστά Σου,
Ενώ εγώ μπροστά Σου – τίποτα, μηδέν.

Τίποτα! Άλλα μέσα μου εξανθρωπίζεις
Με μεγαλοπρεπή αρχοντιά,
Τον εαυτό Σου μέσα μου απεικονίζεις
Σαν ήλιος μέσα στην σταλαματιά.
Τίποτα! Αλλά τη ζωή μόνο τότε νιώθω,
Όταν ο νους μου με πείνα-πόθο
Στα επουράνια εξυψώνοντας πετά,
Είσαι της Αναζήτησης μου το ατού
Και η ψυχή μου σε ψάχνει και βρίσκει παντού,
Είσαι Εσύ! Είμαι κι εγώ μετά!

Είσαι! Η φύση το φωνάζει,
Και η καρδιά μου λέει το ίδιο,
Και το μυαλό μου το διαβεβαιώνει και αγιάζει.
Είσαι! Είμαι κι εγώ δικό Σου γονίδιο!
Είμαι στην αλυσίδα όντων κομματάκι,
Μας τοποθέτησες ως κρικάκι,
Στην σειρά πλασμάτων ένα-ένα.
Είμαι τελευταίος, αλλά παντού,
Ή πρώτος που του έδωσες το Νου,
Την αλυσίδα όντων δένοντας με μένα.

Όλης της Δομής είμαι το ταβάνι,
Της φύσης όλης το στεφάνι,
Στιχούργημα είμαι του Κόσμου του Ποιητή,
Η πιο σπουδαία Του γραμμή.
Η σκέψη μου σ’ Εσένα απευθύνεται
Το σώμα μου λιώμα γίνεται,
Ο τσάρος είμαι κι ο σκλάβος, σκουλήκι είμαι και Θεός,
Αξιοθαύμαστα τα υλικά, ιδιοφυής η συνταγή,
Πώς; Πότε; Πού; Άγνωστη η καταγωγή,
Αδύνατον να είμαι του εαυτού μου δημιουργός.

Είμαι δημιουργία Σου, Δημιουργέ!
Είμαι το έργο δικής Σου σοφίας,
Πηγή ζωής και αριστουργημάτων, ω Θεέ!
Είσαι της ψυχής μου σωσίας,
Το δόγμα Σου το γνωστικό επιθυμεί,
Να περάσω την άβυσσο του πεθαμού
Μες στην ανήσυχη βιοπάλη,
Το πνεύμα μου να ντύνεται στα νεκρικά,
Ν’ αναστηθώ δια μέσου του θανάτου μαγικά,
Πατέρα! στη ζωή μου άλλη.

Ασύλληπτος και άφαντος! Γιατί;
Με το μυαλό μου ανώφελα κοπιάζω,
Ενώ η φαντασία της ψυχής αδυνατεί
Ακόμη και τη σκιά Σου να σχεδιάζω.
Αλλά, όταν οι δοξασίες είναι το πρέπον,
Για τους αδύναμους θνητούς είναι αδύνατον
Με τίποτε άλλο να Σε υμνούν,
Και μόνο προς Εσένα να υψωθούν,
Μες στον απέραντο θαυμασμό να χαθούν,
Με δάκρυα της ευγνωμοσύνης να προσκυνούν.
Μετάφραση:Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)