Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γιώργος Καραγιάννης

<<ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ>>
Ποιητική συλλογή
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΡΙΣΤΑΡΕΤΗ 2017

 
~ Λίγα λόγια για το βιβλίο από τον εκδότη ~

Σκεπτόμενος άνθρωπος, η ζωή είναι γραφή, μετρημένη με κύματα, η ζωή είναι φως, μετρημένη με αχτίδες, η ζωή είναι Ποίηση, μετρημένη με το ίχνος της αξιοπρέπειας και του καλοφορεμένου σε σελίδες μελανιού. Σκεπτόμενος και συναισθανόμενος άνθρωπος, οι αξίες μένουν αναλλοίωτες παρά την δυσφορία της μάζας, παρά την επανάληψιν της καθημερινότητος, παρά την παραπλανητικήν όψιν του τίποτα. Παρά το γκρίζο της επαναλαμβανόμενης αδικίας, της ζωής το χρώμα παραμένει εμφανώς έντονο. Ίσως είναι μιά χαραυγή ή ένα ηλιοβασίλεμα, μιά πανσέληνος ή μιά θάλασσα ονειρική. Μάλλον, όλα μαζί, μπορούν και πλάθουν, της ζωής μας το χρώμα. ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ. Ποίηση με καθάρια ψυχή, με ζωντανή σκέψη και συναίσθημα. Ο Γιώργος Καραγιάννης, μας επιτρέπει να εμβαθύνουμε στην ζωή του και να επισκεφτούμε την γραφίδα του, η οποία με εξαιρετικό τρόπο αναλύει και επιμένει να αντιστέκεται στην παρακμή της μικρότητος. ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ ΤΟ ΧΡΩΜΑ. Ποίηση, σαν άνεμος και σαν γη. Ομιλούσα γραφή, ακριβής και φέρουσα το ανάστημα της άνω οπτικής.

Σταυρακάκης Δημήτριος, εκδότης και ποιητής



Το πρώτο ποίημα που έδωσε και τον τίτλο στο βιβλίο:

<Της ζωής μου το χρώμα>

Όταν δεν μπορούν
να ξεκολλήσουν από πάνω σου
ηλιοβασιλέματα κι ανατολές,
συμβιβάζεσαι και με κάποια εικόνα,
που σε μαγεύει
και σε κρατά ζωντανό,
να σε ζεσταίνει τα κρύα βράδια.
Κι εγώ επιρρεπής στις αναπολήσεις,
τέτοιες μικρές χαρές επιζητώ.
Μ’ αυτές ζωντανεύω
και ανανεώνω της ζωής μου το χρώμα,
ν’ ανασταίνομαι κάθε φορά και να ελπίζω,
παίρνοντας δύναμη απ’ της φύσης
τ’ άδολα δώρα.



Αποσπάσματα διαφόρων ποιημάτων:

<Στις άκρες της αθωότητας>

Είναι κάτι στιγμές που έχουν ανυπέρβλητη ομορφιά,
σε αιχμαλωτίζουν άδολα, σε καθηλώνουν
και στο τελευταίο του ήλιου φιλί σε απογυμνώνουν,
να ελαφρύνει ο χρόνος,
να εισχωρήσει το βλέμμα καθάριο στο φως,
αυτή την πιο γλυκιά στιγμή, τη μοναδική,
μήπως ρουφήξει κάτι ελπιδοφόρο
απ’ τις απάνεμες άκρες της αθωότητας,
που αλλάζουν μύρια χρώματα
και ανοίγουν νέους δρόμους.
 […]


  <Ήταν...>
 […]
Ήταν που μείναμε μόνοι κι ας είχε κόσμο η πλατεία…
Το ξέραμε, πως την ψυχή μας τη χάσαμε
στων ήχων το θόρυβο, την απληστία.
Κι έτσι, ταπεινωμένη η ματιά μας
καίει και χρωματίζει την μοναξιά μας
με σαρκοβόρες ελπίδες χαμένων ονείρων,
μιας έντρομης απόγνωσης, που φουσκώνει
τη θάλασσα της δυστυχίας.
[…]



Στ' ουρανού  την άκρια>
 […]
Είπα, να γίνομαι άνθρωπος απ’ την αγάπη
και αγάπη για τον άνθρωπο.
Κι όπου μπορώ, μύρια σεντόνια γιορτινά
πάνω σε σύννεφα θα του κρεμάσω,
ώσπου η αγάπη κι η ανθρωπιά
να ζωντανέψει τη χαρά
και ν’ απλωθεί
ως τ’ ουρανού την άκρια,
μήπως χαμογελάσω.


<Άδηλοι καιροί>
Λες κι η μέρα ήταν μια σκηνή,
γιατί τα πουλιά που κοντοστάθηκαν
στο φράκτη του λιμανιού
 με ντεκόρ τα ροζ γλυκά συννεφάκια,
 στέλνουν μηνύματα στον έρωτα,
να φέρει την ελπίδα για το Αύριο.

Αλλά κανείς δεν ξέρει, πότε θα ’ρθει.
 Άδηλοι οι καιροί
 με συναισθήματα αφανέρωτα
κι ένα μέλλον αβέβαιο. 




<Μες στην αλήθεια να ζήσω>
 […]
Τώρα κατάλαβα πως είμαι μικρός
και το στίγμα μου απειροελάχιστο
μες στο χαοτικό λευκό του απροσδιόριστου
κι έτσι πορεύομαι λυσιτελής,
έμπλεος δόξης κενής, της έπαρσης αρνητής
μιας ζωής καθάριας,
αποφασισμένος το όνειρο του κόσμου ν’ ακολουθήσω,
στην αλήθεια να ζήσω κάθε στιγμή και ώρα.




<Ψυχή καθάρια>

Τέτοια είναι η ψυχή μας…
Όλη τη νύχτα καθαρίζει τις σκιές μας
και την αυγή ξεπροβάλλει
ήρεμη, γελαστή, χωρίς τις έγνοιες μας
κι όταν αμφιβάλλει, στη στιγμή αναθαρρεύει
βρίσκοντας της ζωής το δικό της νόημα
με το χρώμα που της ταιριάζει.


 <Μια καινούρια αρχή>

Το ξέρω καλά πως όλα στο τέλος μπορεί να φτίαξουν
και να βρεθεί η αγάπη σε κάποιο σταθμό
και μαζί της να μπει κι η χαρά στην καρδιά
και ό,τι αγάπησα και ό,τι ποθώ,
 να ξεφύγει απ’ τη θλίψη, τον πόνο.
[…]


<Φτάνει που ζήσαμε>
[…]
Και τον χρόνο δεν τον αλλάζεις,
μένεις και κινείσαι μέσα σ’ αυτόν
κι εκείνος παραμένει μοναδικός
 και αναλλοίωτος.

Γι’ αυτό όσο και να τον προκαλείς,
 δεν κερδίζεις τίποτα, μας προσπερνά.

Πάντα εμείς χάνουμε και ματαιοπονούμε.
 Να τον ευγνωμονούμε μόνο
που μας άφησε και ζήσαμε.
Τίποτα άλλο…

ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΗΣ

Ο Γιώργος Καραγιάννης κατάγεται από τη Λάρισα, αλλά ζει στη Θεσσαλονίκη.
Σπούδασε παιδαγωγικά και έκανε εμβάθυνση στη λογοτεχνία σε μεταπτυχιακό επίπεδο.
Εργάστηκε στην Πρωτοβάθμια εκπαίδευση ως δάσκαλος. Διετέλεσε Υπεύθυνος Καλλιτεχνικών Θεμάτων Θεσσαλονίκης, Διευθυντής Σχολείων, Προϊστάμενος και Αναπληρωτής Διευθυντής Εκπαίδευσης.
Παράλληλα ασχολήθηκε με τη ζωγραφική και με το παιδικό θέατρο.
Τελευταία ασχολείται κυρίως με τη λογοτεχνία.
Η πρώτη του ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε το 2015 από τις Εκδόσεις Το Κεντρί, στη Θεσσαλονίκη, με τίτλο «Ένα καράβι όνειρα».
Ποιήματά του περιλαμβάνονται σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά και ποιητικές ανθολογίες.
 

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».