Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Εύα Λόλιου.

Μου άρεσαν τόσο τα δέντρα
που απαρνήθηκα το ''μυρμήγκι''
που με γέννησε.
Για μάνα παραδεχόμουν τη γη.
Στα σπλάχνα της η αναγέννηση.
Άρχισα να τινάζω κλαριά
στο κορμί μου.
Γιατί μου άρεσαν τα δέντρα,
οι μυώδεις κορμοί τους
τα λεπτεπίλεπτα κλαριά τους
π' ανθίζουν πάνω τους
τρυφερούδια τα άνθη.
Αβίαστα πώς ψηλώνουν..
φτάνουν στον ουρανό
να γαντζωθούν απ' τα άστρα,
πολυέλαιοι που φέγγουν
τα μαύρα μονοπάτια του κόσμου.
Κόρφοι τρυφερότητας
για τα ορφανά αγριοπούλια.
Κι εκείνες οι νύμφες του δάσους
πώς γεννιούνται απ' την ψυχή τους.
Τρέφονται με ρετσίνι
μετουσιώνοντας πεταλούδες
και μεταξοσκώληκες.
Για μάνα παραδεχόμουν τη γη,
απαρνήθηκα τον άνθρωπο.
Άρχισα να τινάζω κλαριά
στο κορμί μου
και πριν ριζώσουν τα πόδια μου
πρόλαβα να ανέβω σε αυτή
την βουνοκορυφή για να σας
μιλήσω.
Ανεβείτε στα κλαριά μου,
ν' αγγίξουμε τον ουρανό.
Ακόμη νοιάζομαι.
Υπάρχει μια φλέβα
κόκκινη, ρέει στα φυλλοκάρδια μου,
η αιτία να μ' απασχολούν τα
μικρά ''μυρμήγκια'' στο χώμα.

Εύα Λόλιου.
28-6-2017

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης