Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ- ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

 
Το συμβούλιο έληξε
Τα σύννεφα αποφάσισαν
Σφιχταγκαλιάστηκαν
Εναντιώθηκαν στα προστάγματα του Ήλιου
Έμειναν ακίνητα
Ακίνητα ανάμεσα στις σκάλες του Ουρανού
Γάμος θα γινότανε
Ο αρχηγός τους, βαστούσε ανάλαφρα το βελούδινο χέρι της Θεάς Βροχής
Τι ομορφιά!
Ο Άνεμος, σε μια γωνιά περίμενε την μέλλουσα σύζυγό του
Τι ανυπομονησία!
Το κατάλευκο πέπλο της έσταζε διαμαντένιες δροσοσταλίδες
Αναζωογόνηση της φύσης
Λίμνες
Ποτάμια
Θάλασσες
Πυκνά δάση
Απέραντη δροσιά!
Όλα τους τραγουδούσαν σκοπούς μελωδικούς
Άπλωναν ικετευτικά τα χέρια για μια μονάχα δροσοσταλίδα μαγική
Τοπία υπέροχα ήταν
Αληθινά
Μπορεί και φανταστικά
Σίγουρα όμως θεσπέσια
Και η χαρά του γάμου συνεχιζότανε
Οι φτερωτοί ένοικοι των αιθέρων πίναν στην υγειά των μελλονύμφων
Όμορφη η φύση
Γλυκόπιοτο και μεθυστικό το κρασί
Μεθυστικό σαν τους μελωδικούς ρυθμούς της άρπας των χελιδονιών
Η Θεά Βροχή πλησίαζε τον Άνεμο
Χαιρότανε
Η υπέρτατη Θεά!
Μια Θεά που περιφρονητικά ύψωσε το βλέμμα της σε μιαν αχτίδα Ήλιου
Όμως
Αμέσως τα μάτια της κλείσανε
Τα έσφιξε
Δάκρυσαν από τον πόνο
Τα σύννεφα την κοιτούσαν τρομαγμένα
Ξέραν τις συνέπειες
Ουρλιαχτά!
Η Βροχή ξάφνου πέταξε το πέπλο της
Το ποδοπάτησε
Οι δροσοσταλίδες κυλούσαν ασταμάτητα
Βροχή
Η Βροχή έφερε πλημμύρα
Η πλημμύρα καταστροφές
Και οι καταστροφές θάνατο
Το ολόλευκο πέπλο έγινε μωβ
Κομματιάστηκε
Χρυσομαλλούσες Κόρες θρηνούσαν
Έπεφταν στο βρεγμένο χώμα
Κυλιόντουσαν
Κόβαν τις πλεξούδες τους
Τις θάβανε βαθιά
Βαθιά
Σε σημείο που ούτε ο Θεός δεν γνώριζε
Μπήγαν τα νύχια στα ολόλευκα πρόσωπά τους
Με δύναμη
Με θυμό
Και φόβο
Βλέπεις;
Ματωμένα τα πρόσωπά τους
Τώρα το χάος
Φωνές
Φωνές
Φωνές
Η Βροχή φωνάζει
Ζητάει συγχώρεση
Ικετεύει
Ικετεύει τον Ήλιο
Αναζητά το φως της
Και οι κόρες συνεχίζουν να θρηνούν
Θρήνος πάνω από φέρετρα αδειανά
Γκρεμισμένα σπιτικά γυρεύουν τον επίγειο παράδεισο των ονείρων των ιδιοκτητών τους
Τα «Γιατί» και «Πώς» πνίγονται ταξιδεύοντας σε αγριεμένες θάλασσες
Αγριεμένες;
Ο Ήλιος ετοιμάζει τις ηρεμιστικές ενέσεις
Μόλις πριν λίγο ο Άνεμος ταπεινωμένος είχε συνθηκολογήσει
Μα ποιος θα ξαναυφάνει το κουρελιασμένο πέπλο;
Αληθινά, αυτό κανείς δεν το λογαριάζει
~Μαρία Γ. Τζανάκου~
Συλλογή: Συμπαντικές Καταδύσεις, Αθήνα 2005

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Χριστόφορος Τριάντης: ~Ο Χρόνος~

Ο σοφός άκουσε την ερώτηση του αγοριού. «Λοιπόν Μίκαελ,με ρώτησες τι είναι ο χρόνος.Για πες μου πώς λέγεται αυτό που ζούμε τώρα,αυτό που πέρασε,κι αυτό που θα ‘ρθει;» «Εύκολη η απάντηση!»είπε το αγόρι« παρόν,παρελθόν,μέλλον…» Και συνέχισε να ρωτά τον σοφό«Και γιατί δεν φαίνεται ο χρόνος;Γιατί οι άνθρωποι τρέχουν σαν να τους κυνηγά;» «Μίκαελ, ο χρόνος είναι μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου.Ανάλογα τι καρδιά έχει,έτσι είναι και ο χρόνοςτου.Μεγαλη καρδιά,όμορφος χρόνος.Υπάρχει και η αντιστοιχία:τα δευτερόλεπτα μοιάζουν σαν τα λουλούδια,οι ώρες σαν το γάργαρο νερό και οι ημέρες,άλλοτε σαν να τις φωτίζει ο ήλιος,κι άλλοτε σαν να τις τυλίγει μια μελαγχολική βροχή…»
Τριάντης Χριστόφορος