Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ντέρεκ Γουόλκοτ~ 23 Ιανουαρίου 1930 -17 Μαρτίου 2017

~Το Σύννεφο~
Καθ’όλη την έκταση,
μπροστά στα μάτια του Αδάμ που έσφυζαν από ζωή
οι ψηλές βουνοκορφές έμοιαζαν να ξεμακραίνουν

μ’ έναν αναστεναγμό κάτω απ’ τη συκιά
και μ’ έναν ουρανό που υποχωρεί
μπροστά στο ξεψυχισμένο σφύριγμα του φιδιού
που επαναλαμβάνει θα πεθάνεις.

Η γυναίκα ξάπλωσε ακίνητη όπως τ΄ατάραχα βουνά.
Υπήρχε και μια διαφορετική σιωπή εκεί που είχε γεμίσει τα πάντα,
τα σύννεφα που έδειχναν έναν θανάσιμο προορισμό
κι ένα σιωπηλό ρίγος απ’ το σπασμένο κλαδί
απ’ όπου ο χυμός απ’ το κατεστραμμένο δέντρο είχε στάξει.

Όταν εκείνη-ο θάνατός του-
γύρισε στο πλάϊ και κοιμήθηκε
η αναπνοή που του έδωσε ήταν
η πρώτη του αληθινή αναπνοή.

Ό,τι του άφησαν τα φύλλα,
αυτός ο φωσφορίζων αέρας,
ήταν μαζί ο Θεός και το φίδι που τον εγκατέλειπαν.
Κανείς δεν μπορούσε να τον καταραστεί ή να τον ευλογήσει.

Καθώς η γύρη των λουλουδιών κατευθυνόταν
προς τα μαλλιά της γυναίκας,
τα μάτια του έγιναν πιο λαμπερά,
μια αργή σκιά σύννεφου τους κάλυψε αργά,

και καθώς αυτή κινιόταν, εκείνος την ονόμασε Τρυφερότητα.
               ***
αλάσσια Κλάμια~
 Οι μισοί από τους φίλους μου είναι νεκροί.
Θα σου δώσω καινούριους, είπε η γη.
Όχι, δώσε μου καλύτερα εκείνους πίσω, όπως ακριβώς ήταν
με όλα τους τα ελαττώματα, φώναξα.

Απόψε μπορώ ν’ αποσπάσω κάτι απ΄ τις ομιλίες τους
από το εξασθενημένο βουητό των κυμάτων
ανάμεσα απ’ τα καλάμια, μα δεν μπορώ να περπατήσω

στα φεγγαρόλουστα φύλλα του ωκεανού
εκεί κάτω σ’ εκείνον τον άσπρο δρόμο μόνος
ή να επιπλεύσω με το ονειρικό συναίσθημα

που έχουν οι κουκουβάγιες όταν αφήνουν
το βάρος αυτού του κόσμου.
Ω, γη ο αριθμός των φίλων που κρατάς
υπερβαίνει εκείνους που περιμένουν ν΄αγαπηθούν.

Τα θαλάσσια καλάμια δίπλα στο βράχο
λάμπουν πράσινα κι ασημί.
Εκείνα ήταν τ’ αγγελικά δόρατα της πίστης μου,
αλλά έξω από κάτι που χάνεται, κάτι δυνατότερο βγαίνει

το οποίο έχει τη λογική ακτινοβολία μιας πέτρας
και του διαρκούς φεγγαρόφωτος, πέρα απ’ την απελπισία,
δυνατό σαν τον άνεμο, που ανάμεσα απ’ τα χωρισμένα καλάμια
φέρνει εκείνους που αγαπάμε εμπρός μας, όπως ακριβώς ήταν,
με όλα τους τα ελαττώματα, όχι ωραιοποιημένους,
απλά εκεί.







(Αναδημοσίευση από:http://katerinakantsou7.blogspot.gr/2013/02/blog-post_416.html

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης