Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τρία ποιήματα:~Δενδρινός Γεράσιμος~



ΣΧΙΣΜΕΣ
Φροντίστε τα παιδιά μου όποτε φύγω απ’ τη ζωή.
Στις ίδιες σχισμές των βράχων του βουνού
που ανεβήκαμε κάποτε μαζί,
ξοδεύοντας ώρες ατέλειωτες και βλέμματα
στο αγνάντεμα της πόλης των επισήμων,
εκεί θα είναι στο εξής προορισμένα
να ζουν χωρίς γονείς.
Ικετεύοντας τον ουρανό κάθε νύχτα
με τα χέρια να διαπερνούν το σκοτάδι,
θα ’ρθει μέρα που θ’ απαλλαγούν
απ’ τη λύπη και την αποστροφή.
Αποκτώντας στο μεταξύ άλλο πρόσωπο,
με αυτό θα κατέβουν ξανά απ’ το βουνό,
και με άλλα μάτια θ’ αντικρίσουν
αυτόν τον κόσμο.

 ΝΕΠΑΛ
Κάποτε θα ξαναδώ τους δαιδαλώδεις δρόμους
της πόλης σου, Κατμαντού,
αρχαίο προάστιο της ψυχής μου που εκτόπισαν
τα πανύψηλά σου όρη.
Για θέα είχα, θυμάμαι, τις ταράτσες,
τα σοκάκια, τους ευωδιαστούς καπνούς,
τα σμήνη των περιστεριών που πετούσαν
συντονισμένα για να κατακλύσουν πλατείες,
ναούς και λασπωμένα αυλάκια του πλακόστρωτου,
με το νερό της βροχής να ραίνει
τ’ αδύνατα μάγουλα των παιδιών
με το σταχτοκίτρινο δέρμα,
σαν αγίασμα ενός ουράνιου ποταμού,
που έχασε τον δρόμο του
προς τους κήπους του Παραδείσου.
Ασυντόνιστος θρήνος ακουγόταν από κάπου,
σαν θυμίαμα που παραμένει στον αέρα
πολλές μέρες μετά τη μεγάλη λιτανεία.
Θα περπατήσω μόνος στην ενδοχώρα παρέα
με τον αόρατο άγγελο που έχασε τα φτερά του,
κρατώντας για χάρη μου λουλούδια
που ποτέ δεν μου πρόσφερε
το γένος των ανθρώπων.
Κι όταν χαμηλώσει ξανά ο ορίζοντας
πάνω στους κουρασμένους μου ώμους,
τότε θα βουρκώσω βλέποντας ξανά το άγαλμά σου
να στέκεται μπροστά μου ασάλευτο,
ανίκανο εντελώς να μου προσφέρει
την οποιαδήποτε δωρεά.

ΖΟΦΕΡΗ ΛΑΜΨΗ
Ο νέος έφερε πάνω του μια λάμψη –
ο ίδιος ήτανε μια λάμψη
σε πόλη της θεσσαλικής γης.
Έκρυβε όμως μέσα του ανεξίτηλα σημάδια
από συναντήσεις με τυχαίους.
Γύρω του όλοι οι άλλοι, παραδοσιακοί,
φαινομενικά ευτυχείς, με παιδιά και σύζυγο –
ζωή εκ των προτέρων κανονισμένη.
Κι αυτός όμορφος αλλά πάντα μόνος,
παραδομένος ολότελα στις επιθυμίες,
στο καθημερινό ψάξιμο στο διαδίκτυο,
στις μετακινήσεις σε νομούς,
απομακρυσμένα χωριά,
για πρόσκαιρα αγγίγματα της νύχτας,
μήπως κι απαλύνει, έστω και για λίγο,
τη διαβρωτική μοναξιά του,
τα βασανιστικά σύνδρομα της στέρησης.

(αναδημοσίευση από:http://fractalart.gr/)

 (η φωτογραφία από:http://www.bloodyloud.com/surreal-world-albulena-panduri/)

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)