Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ

Του Πέτρου Τσερκέζη
                                 
Εικοστό τέταρτο απόσπασμα
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΛΟΥΛΑΣ

 - μυθιστόρημα

Να σε προσέχω σαν τα μάτια μου, λέει! Να σε προσέχω! Θα μ’ αφήσει όμως να σε προσέχω; Ναι, θα σε προσέχει η Λούλα, άγγελέ μου. Όχι, γιατί προστάζει αυτός ο άχριστος, αλλά γιατί η καρδιά μοθ λέει, να σε προσέξω και να σε προστατέψω. Δεν θα τον αφήσω να πράξει όπως με την mademoiselle Ιζαμπέλ, με την Γαλλίδα χορεύτρια. Την αγάπησα σαν κόρη μου αυτή την κομψή χορεύτρια με το φωτεινό της πρόσωπο. Όλοι πιστεύαμε πως ο Άριστος ο νεότερος είχε ένα μυαλό ξυράφι και δεν θα του ταίριαζε τίποτε άλλο από τις σπουδές στο εξωτερικό. Περισσότερο από όλους πίστευε ο παππούς του, ο Άριστος Βρανάς. Δεν ήταν απλώς πίστη, ήταν βαθιά επιθυμία ο εγγονός του να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία του. Ο Άριστος Βρανάς, ή όπως το αποκαλούσαν όλοι: ο γέρο Νικοτιανός ήταν καλλιεργητής καπνών. Όπως είχε πει και ο ίδιος χωρίς να κρύβει την περηφάνια του: «Οι νέοι καιροί, χρειάζονται νέα μυαλά, σπουδαγμένα. Άριστε, Άριστε θα σε στείλω να σπουδάσεις στην Αμερική, εκεί που σπούδασε και ο πατέρας σου. Δημιούργησα μια αυτοκρατορία σαν αυτή του Αλλή Πασιά από την Μακεδονία, Ξάνθη το Αγρίνιο, την Αιτωλοακαρνανία ως τη Θεσπρωτία και θέλουν δυνατά χέρια και ανοιχτά μυαλά. Στα 50 χρόνια της ζωής μου καλλιέργησα πάνω από 30 ποικιλίες καπνών. Δεν επικρίνω κανένα είδος, έχουν όλα αρχοντικές ιδιότητες. Άρχισα με το αρωματικό καπνό μπασμάς Μακεδονίας και τον μπασμά Ξάνθης, το πιο αρωματικό καπνό του κόσμου. Το απορροφάς και είναι σαν να απορροφάς το θερινό άρωμα της Μακεδονικής γης. Αγγίζεις τα ξηρά του φύλλα με μέτριο πάχος και ερυθροκίτρινο χρώμα και είναι σαν να αγγίζεις χρυσό. Αυτό είναι το χρυσό μας Μπύλι μου, έλεγε στο γιο του, Βασίλη. Ωστόσο αυτό το Μπέρλι, αυτός ο αμερικάνικος τύπος το ξεπερνάει το χρυσό μας. Θα τα καλλιεργήσουμε ευρέως μαζί με το άλλο, το Βιρτζίνια. Τι λες και εσύ Βασίλη μου; Να τα καλλιεργήσουμε γιατί όχι, αφού μας επιφέρουν καλύτερη σοδειά, απαντούσε ο γιος. Έκοβε τότε χοντρές και στενόμακρες λουρίδες χαρτονιού ο γέρο Νικοτιανές κι έγραφε: Μπέρλι, Βιρτζίνια με κάποια χρυσομάλλα καλλονή να αιωρείται πάνω από τα πράσινα φύλλα και τα κρεμούσε στο γραφείο του: «Λούλα, πρόσεχε! Μη μου τις αγγίζεις αυτές τις όμορφες! Είναι οι καινούργιες μου ερωμένες. Καθάρισε και μη αγγίζεις τίποτα, προπαντός τις ξανθούλες. Τις φιλάς στα χείλη και σου καιν την καρδιά». Έλεγε έτσι με κοίταζε πονηρά και γελούσε με μπάσα φωνή. Χα, χα, χα. «Αμερικανίδες, είναι, Λούλα, αμερικανίδες». Τον κοίταζα παράξενα και μάργωνα με τον εφηβικό ενθουσιασμό του. Τι λέει ο γέρο ξεκουτιάρης, σκεφτόμουν. Τρελάθηκε. Παίζει με ξανθομάλλες στην ηλικία του. Αλλά δεν τολμούσα να τον ρωτήσω. Πως να ρωτούσα το αφεντικό μου για ερωμένες του; Αργά το κατάλαβα, ήταν αμερικάνικα καπνά. Ποικιλίες που είχε φέρει ο γιος του ο Μπύλι ο δίκαιος όταν είχε τελειώσει τις σπουδές του στην Αμερική μαζί με το παρατσούκλι του. Τότε ξεκαρδιζόμουν μόνη μου σαν μουρλή με την βλακεία μου βάνοντας τάξη στο ακατάστατο γραφείο του γέρου Βρανά, του Νικοτιανού. «Χρυσές και μαλαματένιες είναι αυτές οι αμερικάνικες ποικιλίες, Βασίλη μου, αγαπάνε τόσο πολύ τα πεδινά εδάφη καλά αρδευόμενα και οι αποδόσεις τους είναι σημαντικές και πλουσιοπάροχες. Δεν συγκρίνονται με τις αντίστοιχες των ανατολίτικων τύπων», έλεγε ο γέροντας και μολονότι πλησίαζε τα ογδόντα, καβαλίκευε το εργατικό του αμάξι και πότε βρίσκονταν στις φυτείες του στην Ξάνθη, πότε στο Ναύπλιο και Αγρίνιο, πότε στην βιομηχανία Παράστρατο και πότε ξημεροβραδιάζονταν κάτω στα Γιάννινα και στη Θεσπρωτία. Όταν τελείωσε την μεσαία σχολή ο έκγονος του ο γέρο Βρανάς έστρωσε έναν αξέχαστο δείπνο στο ξακουστό Χίλτον με φίλους και καλεσμένους της ψηλής κοινωνίας. Μια εβδομάδα αργότερα πατέρας και γιος, ο Μπύλι ο δίκαιος και ο Μπύλι ο τζούνιορ, όπως του άρεσε να τον φωνάζουν οι φίλη του στην Αμερική, πήραν το αεροπλάνο και ταξίδεψαν πέρα από τον Ατλαντικό. Όλοι πίστευαν πως αυτός ο Άριστος Βρανάς ο νεότερος θα αφοσιώνονταν στις σπουδές του και θα στεφάνωνε τις επιχειρήσεις του παππού του και του πατέρα του με την πιο λαμπρή κορωνίδα. Δεν συνέβη έτσι ωστόσο. Η μοναδική του αφοσίωση στην Αμερική ήταν τα γλέντια και η νυχτερινή ζωή με κακόφημες παρέες, με άπληστα ναρκωμένα κορίτσια του δρόμου, με σκανδαλιάρικους και μανιώδεις ναρκομανείς, οι οποίοι παραλίγο να του κοστίσουν την ζωή.
Γιατί σου τα λέγω όλα αυτά, Άννα μου; Δεν ξέρω. Ίσως για να σε προστατέψω. Ίσως για να ξαλαφρώσει η ψυχή μου από τις ενοχές μου. Γιατί αυτό τον άσωτο γιο που τον άρπαξα στην αγκαλιά μου και τον θήλασα από τη στιγμή που η μάνα του τον έφερε στον κόσμο και ταξίδεψε στους ουρανούς τον μεγάλωσα με αγάπη. Με τον ένα μαστό θήλαζα τον γιο μου και με τον άλλο τον Άριστο. Αλλά δεν την αξίζει την αγάπη μου. Το γάλα μου ήταν γλυκό, κόρη μου, αλλά αυτός ο Μπύλι βγήκε πικρός και όξινος. Έχει αδελφοποιηθεί με το σκοτάδι και τον σατανά. Είναι άμυαλος και ανεπρόκοπος.
Μια διέγερση επιθυμίας, ένας ασυγκράτητος πειρασμός τώρα πια, ξεχείλιζε ποτάμι ορμητικό. Δεν μπορούσα να κρατήσω τα μάτια κλειστά και να τα σφίγγω συνέχεια σαν τα μωρά που φοβούνται τα κεραυνοβολήματα. Καλύτερα οφθαλμού αντί οφθαλμού, σκέφτηκα. Από αυτή τη γυναίκα δεν θα σου συμβεί ποτέ κακό. Έπασχε και η ίδια, έχει πονέσει πολύ και δεν το κρύβει. Δεν μπορώ πια. Ανοίγω τα μάτια. Η Λούλα έχει σηκωθεί. Πηγαίνει ν’ ανάψει μια δεύτερη λαμπάδα στην εικόνα την Παναγίας. Το τελευταίο καυτερό δάκρυ της λαμπάδας στάζει στην ψυχής μου. Μολονότι στο ημίφως διακρίνω καλά την λυγερή της σιλουέτα. Είναι στρογγυλοπρόσωπη. Το προφίλ της μοιάζει χαριτωμένο. Με γκριζωπά μαλλιά. Δεν μπορώ να προσδιορίσω την ηλικία της. Ίσως να είναι 55 χρονών, μπορεί και 60. Κάνει το σταυρό της και γυρίζει ξανά κοντά μου. Επιστρέφω ξανά στην άβυσσό μου, στο έρεβος του τάφου μου. Με πνίγει αυτή η κλεισούρα. Τα χείλη μου έχουν σκάσει. Τα δαγκώνω συνεχεία και ρουφώ το αίμα μου. Αυτή η γυναίκα προσπαθεί να σκάψει μια σήραγγα φωτός, να βρει μια έξοδο για να με βγάλει από αυτό τον τάφο. Καλύτερα, σκέφτομαι, έτσι με τα μάτια κλειστά μπορώ να μάθω πολλά πράγματα που αυτή η κυρία δεν θα τολμήσει να μου τα εκμυστηρευτεί αν είμαι ξύπνια.
Αχ, κόρη μου, με τι λιβάνι να σε λιβανίσω να μη σε βρει το κακό, λέει. Πως να σ’ ελευθερώσω από τον δαίμονα που σε κατέχει; Κάτι θα σκεφτεί η Λούλα, δεν θα σ’ αφήσει να γίνεις μια δεύτερη Ιζαμπέλ. Είχε γενναιοφροσύνη αγγέλων και μεγάλη γενναιοδωρία αυτή ο χορεύτρια και πιστεύω πως θα τον υποχρέωνε κάθε άντρα, όχι μόνο να την λατρέψει και να την αγαπήσει τρελά, αλλά και να θυσιαστεί γι’ αυτή. Ο θεός την είχε πλάσει να χαρίζει απόλαυση με το χορό της, το χαμόγελο της καλοσύνης και την αγάπη της. Αυτή μου το έχει χαρίσει και αυτό το τρικολόρε φουστάνι που φορώ. Μου το είχε φέρει δώρο από το Παρίσι. Μια γκαρντερόμπα ολόκληρη μου έχει χαρίσει.
Όπως σου έλεγα, χρυσή μου, είχε περάσει ο χρόνος και το πανεπιστήμιο της Αμερικής τον είχε δει μόνο τον πρώτο μήνα τον Άριστο Βρανά στις αίθουσές του. Τον είχε αρπάξει το άλογο της τρέλας του, κολυμπούσε στη χλιδή και ούτε τον ενδιέφερε καν, ούτε επιθυμούσε να θυμηθεί γιατί είχε έρθει στην μακρινή Αμερική. Λες και είχε πέσει σε λήθαργο. Τον τελευταίο καιρό είχε εγκατασταθεί σ’ ένα ακριβό ξενοδοχείο της Νέας Υόρκης με μια φίλη του εθισμένη στη χρήση ναρκωτικών. Ένα πρωί τη φίλη του την βρήκαν νεκρή στην τουαλέτα της σουίτας και ο Άριστος Βρανάς βρέθηκε πίσω από τα κάγκελα της φυλακής. Άρχιζε έτσι ο γολγοθάς για τον Άριστο Βρανά, άλλος Μπύλι τζούνιορ.

ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ -

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».