Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποίηση, Άδωνις (Ali Ahmed Said)

ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΕ ΚΕΙΝΗ
… ΣΩΜΑ
η πιο όμορφη πορφύρα της φαντασίας
Ηδονή-
ανάσταση του σώματος.
… Τα δάκρυά της-
ρυάκι όπου πλέει η επιθυμία.
Η ματιά μου χάνεται στις περιοχές του κορμιού σου.
Ο μεγαλύτερος ωκεανός
είναι το σώμα μιας γυναίκας ερωτευμένης.
Όταν με βλέπει
το πρόσωπο της ανάβει.
Εγώ είμαι η εσωτερική φωτιά της.
Η καρδιά του αγαπημένου είναι ανάμεσα στα χείλη της.
Η καρδιά της αγαπημένης είναι κάτω από τον αφαλό της.
Δεν, δεν μπορείς να δεις στο ρόδο
πιότερο από ένα κορμί γυναίκας.
Γιατί η θύμησή σου δεν μ΄αφήνει;
Ούτε ο άνεμος με άκουσε
όταν είπα: Σ΄αγαπώ.
Ξυπνάει στο κορμί του
κοιμάται στο κορμί εκείνης.
Η ίσια γραμμή
είναι κύκλος στον έρωτα.
Ο άντρας για τη γυναίκα είναι βιβλίο
που εκείνη μονάχα μπορεί να διαβάσει μ’ όλο το κορμί.
Το άρωμα είναι το πιο όμορφο ρούχο
που μπορεί να ντυθεί μια γυναίκα.
Δεν θα μπεις στη νύχτα του κορμιού
εκτός κι αν φέρνεις τον ήλιο της τρέλας.
Για το κορμί το παρόν
είναι το σχήμα του χρόνου.
Να είσαι ταπεινή, γλώσσα.
Μόνο το κορμί μπορεί να γράψει στο κορμί.
Το άρωμα της γυναίκας είναι φτιαγμένο:
γι να ‘ ναι στρώμα και φαλλός του αέρα.
Κοιμήσου, κοιμήσου
λέει το μαραμένο ρόδο.
Είδα τη γυναίκα
που είδε το χελιδόνι
που δημιούργησε την άνοιξη:
είσαι εσύ.
Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ ΤΟΥ ΕΡΑΣΤΗ
Κάθε μέρα, το σώμα του εραστή
διαλύεται στον αέρα,
μετατρέπεται σε άρωμα,
γυρίζει, επικαλείται όλα τα αρώματα
που μαζεύονται στο στρώμα του,
καλύπτει τα όνειρά του,
εξατμίζεται σαν λιβάνι,
επιστρέφει σαν λιβάνι.
Τα πρώτα του ποιήματα είναι πόνος
ενός παιδιού χαμένου στη δίνη των γεφυρών,
χωρίς να ξέρει να κρατιέται στο νερό
ούτε να το περάσει.
ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΗ ΜΟΝΑΞΙΑ
ΜΟΝΑΞΙΑ-κήπε
μ’ ένα μονάχα δέντρο.
Από παιδί
απ’ αυτόν το δρόμο πάμε
ο φίλος μου ο ποιητής κι εγώ.
Τί παράξενο!
Τα βήματά του πετάνε ακόμα με τη σκόνη.
Η φιλία μου είναι για το νάρκισσο.
Η αγάπη μου είναι για άλλο άνθος
που δε θα το αναφέρω.
Διψασμένο
μόνο θα με ξεδιψάσει
ένα νερό που δεν μπορώ να πλησιάσω.
Το να μην έχεις μυστικά
είναι επίσης ένα μυστικό.
Μάθε απουσία
για να παραμένεις ως ερώτημα.
Αγαπώ τη βροχή
που αγαπά τη χλωμάδα της γης.
Αν δεν κάνεις περισσότερο
από το να πραγματοποιήσεις αυτό που θέλεις
τί ευτελές είναι αυτό που κάνεις!
Προτιμώ την προδοσία της λέξης για τη λέξη
από την πίστη της πέτρας για την πέτρα.
Μετά το ύψος η κάθοδος;
Δεν το πιστεύω-
Το ύψος φέρνει πάντα στο πιο ύψος.
Αυτό που λες στον εαυτό σου
το λες στον άλλον-
αν και δεν του το προτείνεις.
Δεν γνωρίζω απ’ αυτό που γνωρίζω
περισσότερο απ’ την άγνοιά
απ’ αυτό που ακόμη αγνοώ.
Λένε: το εύκολο είναι να μιμείσαι.
Α, να μπορούσα να μιμηθώ τη θάλασσα.
Πάντα ξεχνάω αυτό που κατέχω
για να μπορώ να ελευθερωθώ
από αυτό που με κατέχει.
Ο ένας είναι ενότητα του απείρου
Το πλήθος είναι το άπειρο της ενότητας.
Φορές
ο ήλιος δεν μπορεί να σε φωτίσει
κι ένα κεράκι σε φωτίζει.
Η επιθυμία μου- η ικανότητά μου για επιθυμία
να είναι μεγαλύτερη από τη ικανότητά μου
να πραγματοποιώ τις επιθυμίες μου.
Ένας άντρας μόνος:ένα φτερό.
Μια γυναίκα μόνη:Ένα φτερό σπασμένο.
Θα φύγω από τη μοναξιά μου
μα για να πάω πού;
Στήνομαι απέναντι απ’ τον καθρέφτη
όχι για να κοιταχτώ
αλλά για να βεβαιωθώ:
στ’ αλήθεια αυτό που βλέπω είμαι εγώ;
Το ουράνιο τόξο ορκίστηκε
να περιπλανιέται αιώνια
γιατί έχασε το πρώτο του σπίτι.
Εχτές, με το που ξύπνησα,
είδα τον ήλιο να τρίβει τα μάτια του
στο τζάμι απ’ το παράθυρό μου.
Δηλώνω πως ο ήλιος είναι σαν σκιά-
έχω πολλές αποδείξεις.
Οι περασμένες μέρες μου έχουν έναν τάφο
χωρίς πτώμα.
Τί παράξενη που είναι η μνήμη μου!:
Ένας κήπος γεμάτος κάθε είδους δέντρο
και δεν βλέπω ούτε έναν καρπό.
Οι λέξεις που γνωρίζω έχουν πάει
σ’ ένα δάσος από θλίψη.
Φορές νιώθω
πως η άβυσσος που σκύβω
δεν είναι αρκετά ευρύχωρη για τα βἠματά μου.
Παραδέχομαι το λάθος μου-
νόμιζα πως ήτανε σωστό.
Κάθε φορά που ρωτάω
χωρίζομαι στα δυο:
η ερώτησή μου κι εγώ.
Η ερώτηση ψάχνει απάντηση,
εγώ ψάχνω άλλη ερώτηση.
Γιατί εκείνη τη νύχτα ένιωσα
πως ο ουρανός ήταν η κιθάρα της νύχτας
και τ’ αστέρια οι σπασμένες χορδές της;
Θα ήταν επειδή κοιμήθηκα μόνος;
Τώρα ξέρω γιατί
καυχιούνται, φορές, στις σκοτεινιές
αυτοί που πια έξω απ’ το φως δεν ονειρεύονται.
Ακούω μες στις λέξεις τις καμπάνες
που αναγγέλουν την τρίτη μου γέννηση.
Όλα όσα δεν έγραψα
τα ξέχασα.
Κι είναι αυτά τώρα που με γράφουν.
Γράφε-
αυτή είναι η βασιλική οδός
για να διαβάσεις τον εαυτό σου
και για ν’ ακούσεις τον κόσμο.
Πες καλημέρα στο δρόμο σου
αν θέλεις ο ήλιος να σε συνοδεύει.
Εξεγείρομαι εναντίον της φλόγας που με οδηγεί.
Η φλόγα που οδηγώ
εξεγείρεται εναντίον μου.
Ανοίγω μια λίμνη για τη λησμονιά
και πνίγω μέσα της την ιστορία μου.
Υπερβολικά αργά
για να ‘σαι εσύ ο ίδιος και να ξέρεις ποιός υπήρξες-
σου δραπέτευσαν τα παιδικά σου χρόνια.
Μου δίνεις το πρόσωπό σου
σου δίνω τις σκέψεις μου.
Ο ρόχθος είναι η υπόσχεσή μας:
μπορείς να με οδηγήσεις, θάλασσα.
Για να γίνεις αδελφός του πρωϊού
πρέπει να αδελφοποιηθείς με τη νύχτα.
Τί να κάνω μ’ αυτόν τον ουρανό
που μαραίνεται στους ώμους μου;
Για ποιό λόγο να καούν σε σένα τα δάση των εικόνων;
αρκεί να σε θερμάνουν στην φλόγα του αισθήματος.
Στην αρχή ήταν το ζεύγος,
μετά το πρώτο αμάρτημα
που ονομάστηκε αυτός μόνος,
ο μοναδικός.
Έτσι θα γράψω τη λέξη ζευγάρι,
σαν να έσκαβα μια πηγή,
και θα την προφέρω
σάν να ήταν ν ‘αναβλύσει νερό.
Όλα καίγονται γύρω του-
φωτιά στον αέρα
φωτιά στο νερό.
Από που έρχεται λοιπόν αυτό το κρύο
που εισβάλλει μες στα μέλη του;
Μπορείς απ’όλα να προστατευτείς
εκτός από το χρόνο.
ΔΙΑΛΟΓΟΣ
Ποιός είσαι εσύ;
Τί φως, κάτω απ’ τα βλέφαρα,
σε κλαίει;
Που ήσουνα;
Δείξε μου αυτό που έγραψες!
Και δεν απάντησα,
δεν μπορούσα να πω ούτε μια λέξη.
Είχα σκίσει όλα τα χαρτιά μου,
μια και δεν είχα βρει
αστέρια μες στα σύννεφα του μελανιού.
Τί φως, κάτω απ’ τα βλέφαρα,
σε κλαίει;
Πές μου, που ήσουνα;
Και δεν απάντησα.
Η νύχτα ήταν βεδουίνικη καλύβα.
Οι λάμπες,
ο κόσμος της φυλής.
Κι εγώ, τόσο μονάχα
ένας αδύνατος ήλιος,
που αποκάτω του η πλατειά γή
είχε αλλάξει θέση στις κολώνες.
Ενώ ο παραστρατημένος συναντούσε
το μακρύ του δρόμο.
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ
Προτιμώ να μένω στο ημίφως,
να μένω στο μυστήριο των πραγμάτων.
Μ΄αρέσει να μπαίνω μες στα πλάσματα.
Να σφάλλω σαν ιδέα.
Παράξενος όπως η τέχνη.
Ανώνυμος,
αβέβαιος,
και ξεχασμένος.
Να γεννιέμαι, πάλι
κάθε μέρα.
ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΜΙΑΣ ΕΡΩΤΗΣΗΣ
Ρώτησα και μου είπαν:
το κλαρί σκεπασμένο με φωτιά είναι πουλί,
και μου είπαν πως το πρόσωπό μου είναι ένα κύμα
και το πρόσωπο του κόσμου καθρέφτες,
στεναγμοί του ναυτικού και του φάρου.
Και ήρθα.
Μελάνι ήταν ο κόσμος μες στο δρόμο μου
και κάθε τρομάρα μία φράση.
Δεν ήξερα πως ανάμεσά σας
υπήρχε μια γέφυρα αδελφοσύνης,
με βήματα από φωτιά και προφητεία.
Δεν ήξερα πως το πρόσωπό μου
ένα καράβι ήταν ταξιδεύοντας σε μία σπίθα.

 Άδωνις (Ali Ahmed Said),
 (Απόδοση, από τα ισπανικά:Γιώργος Μίχος

Πηγή:http://www.poiein.gr/archives/12660

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης