Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από 2017

Χρίστος Ανδρ.Αλιπράνης~Τρέκλισμα~

~ΤΡΕΚΛΙΣΜΑ~ Το βλοσυρό δρομάκι σε ξέφωτο αναστεναγμού καταλήγει
Στο βάθος πίσω απ' τα ολόγιωμα σκοτάδια τρεκλίζει ακόμη η καύτρα της ζωής. Χρίστος Ανδρ.Αλιπράντης

Χρίστος Ανδρ.Αλιπράντης~Ψιχάλες~

~ΨΙΧΑΛΕΣ~ Μοιάζουμε όταν χαμογελάμε
Η χαρά μας  έχει το ίδιο χρώμα τα μάτια μας φεγγοβολούν
Κι όταν δακρύζουμε πάλι και τότε μοιάζουμε στον πόνο όταν παραδοθούμε
Γιατί τι είμαστε παρά καρδιές που χτυπούν  σκιές που ανασαίνουν την ίδια αρχή το ίδιο τέλος
Της λογικής ανυπάκουα παιδιά της καλοκαιρινής μπόρας ατίθασες ψιχάλες. Χρίστος Ανδρ.Αλιπράντης
(αναδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό<Παριανά>>του Νίκου Χρ.Αλιπράντη)                                                              (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Γιώτα Αργυροπούλου:Λεύκες-Πάρου

ΛΕΥΚΕΣ ΠΑΡΟΥ Οι μύλοι, οι ξερολιθιές. Ασβεστωμένα καλντερίμια. Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι.
Στην άκρη του χωριού ο παλιός ναοδόμος -η τέχνη του σε αχρηστία πια- πουλάει και φέτος του Σεπτέμβρη τη σοδειά λιαστό κρασί και σούμα.
Η κυρία Μαρία στο καφενεδάκι τής πλατείας. Η Ζαμπέτα στο μπακαλικάκι της στα Μάρμαρα. Η παραλία του Καλόγηρου με τα αργιλώδη βράχια. Γειτονιές του Αρχίλοχου.
Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι και το σπουδαίο αληθινά  κι ευγνωμονώ για τούτο είναι ότι έλαβα τή θέση μου κι εγώ ανάμεσά τους. Γιώτα Αγρυροπούλου ''Από την ποιητική συλλογή:Για Σίκινο,Ανάφη,Αμοργό''Εκδ.Gutenberg,Αθήνα 2017.
(αναδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό:''Παριανά''του Νίκου Χ.Αλιπράντη)
(η φωτογραφία είναι της Μαρία-Γωγώ-Ραγκούση,Λεύκες,-Ράμνος)

Μαριάνθη Πλειώνη

ΧΑΪΚΟΥ ΚΑΙ ΤΑΝΚΑ ΓΙΑ ΤΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ 

στάλες σελήνης
ψιχαλίζουν απαλά
μέρες που φθίνουν.


 γλυκά χαράζει
   ο ήλιος σημαδεύει
   κίτρινα φύλλα.


 στην πρώτη βροχή
   κιτρινίζουν μέσα μου
   όλα τα φύλλα.


 βροχή ασημένια
   ανασαίνει το χώμα
   τη σάρκα των δέντρων



 ΤΑΝΚΑ

 Βραδιάζει νωρίς
   στις γειτονιές της πόλης
   φέγγουν γιασεμιά.
   Σ΄ένα σκοτάδι χλωμό
   τρίζουν κίτρινα φύλλα.


 Φεγγαροβραδιά
    χρυσά φύλλα τυλίγουν
    την πανσέληνο.
   Στου Οκτώβρη τα χνάρια
   μάγισσες νύχτες πατούν.
 Μαριάνθη Πλειώνη


(Πίνακας ζωγραφικής:Φθινοπωρινά λουλούδια κάτω από την πανσέληνο Hiroshige 1853)

Manolis Aligizakis ~Κόκκινος Θρίαμβος~

Κόκκινος Θρίαμβος
Κόκκινο σπίνου σκίρτημα
καμπάνας μελαγχολικό τραγούδι
κόκκινο ηλιοβασίλεμα
... μικρό παιδί που τόλμησε
πρώτη φορά να ισορροπήσει
στο ποδήλατο κι η γλώσσα του
στο πλάι των χειλιών
να λέει του ανέμου, τα κατάφερα
ασθμαίνει υπόγλυκα το γιασεμί
στην αντανάκλαση αχτίνας κοφτερής
που το παιδί γυρίζει το κεφάλι
να γελάσει στη μαμά του
περήφανη που καμαρώνει
κι η πέτρα γιατί βρέθηκε εκεί
το γόνατο ενάντια στο βάρος του
φρενάρει μια γρατζουνιά ολοκόκκινη
δάκρυ και κλάμα ώρας κοντής
μελίρρυτα η καλλιτέχνιδα που τραγουδά
‘ξέρω ένα παιδί π’ αγαπά το κόκκινο’
Manolis Aligizakis
Από την συλλογή "Επίγνωση"

( o πίνακας είναι της Ειρήνης Καρπικιώτη)

Rainer Maria Rilke,Ώρα σοβαρή

Ώρα σοβαρή
Όποιος, τώρα, κλαίει κάπου στον κόσμο,
Δίχως αιτία καμιά κλαίει στον κόσμο,
κλαίει για μένα.

Όποιος, τώρα, γελά κάπου στην νύχτα,
Δίχως αιτία, γελά μέσα στην νύχτα,
Με περιπαίζει.
*
Όποιος τώρα, πορεύεται κάπου στον κόσμο,
Δίχως αιτία πορεύεται μέσα στον κόσμο,
Έρχεται σε μένα.

όποιος, τώρα, πεθαίνει κάπου στον κόσμο,
δίχως αιτία πεθαίνει μες στον κόσμο,
με κοιτάζει.Από το ΩρολόγιονΓείτονα θεέ,
Αν, σε μακρυάν νυχτιάν, με χτύπους δυνατούς,
κάποτε- κάποτε ,σ’ έχω ταράξει,
ήταν γιατί σπάνια την ανάσα σου ακούγοντας, είχα τρομάξει,
και ξέρω: είσαι ολομόναχος στην κάμαρα.Αν κάτι χρειάζεσαι, κανείς δεν είναι στο πασπάτεμά σου
Να τρέξει να σου φέρει ένα νερό :
Πάντα ακρουμάζομαι, Δώσε ένα μικρό σημάδι μόνο,
Είμαι πολύ κοντά σου
Μονάχα ένας φτενός μεσότοιχος αναμεσά μας βρίσκεται, κατά τύχη.
Ας στέκει εκεί στη μέση :
Μια κραυγή μόνο από τα στόματά μας και θα πέσει
Δίχως κρότο και δίχως ταραχή . Έχει από τις εικόνες σου χτιστεί.
Κ’ οι εικόνες σου σάμπως ονόματα στέκουν εμπρός σου
Κι…

Τριάντης Χριστόφορος~Άλμπατρος~

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ Ο ποιητής Νιλς Ντόνερμπεργκ ήταν στενοχωρημένος.  Η βαρυθυμία τον κατέβαλε και δεν ήθελε τη συντροφιά κανενός.Έγραψε μόνο μια επιστολή στον εκδότη του και του εξηγούσε την κατάσταση. « Πέερ,ο ποιητής μοιάζει με τ’άλμπατρος,τα θαλάσσια πουλιά που πετούν ελεύθερα πάνω απ’ τους ωκεανούς,  κάνοντας κύκλους γύρω από τον ήλιο και τα σύννεφα. Ξέρεις όμως ποια είναι η τύχη τους;Όταν οι  ναυτικοί δεν έχουν κάποια δουλειά,στήνουν παγίδες και τα αιχμαλωτίζουν.Δένουν τα φτερά τους στο κατάστρωμα και τα περιγελούν,καίγοντας τα ράμφη και τα πόδια τους.Τους αρέσει να τα βλέπουν ντροπιασμένα.Λοιπόν,ο ποιητής είναι ένα αιχμάλωτο άλμπατρος,που μπορεί να‘χει γιγάντια φτερά,όμως –εύκολα- πιάνεται στα δίχτυα του όχλου.  Ένας δεσμώτης με «καμένη» περηφάνια….» Χριστόφορος Τριάντης

Μαρία Γ.Τζανάκου:Οι ταυτότητες

Οι ταυτότητες
Τα χρυσά σου μανικετόκουμπα φίλτατε
Για τα οποία τόσο και τόσο υπερηφανεύεσαι
-και όχι αδίκως-
Μπορεί και να επιθυμούσαν να ήταν ασημένια…
-ή έστω faux…-
Στην τελευταία περίπτωση βέβαια, δεν θα είχες κανέναν
Μα κανένα λόγο υπερηφάνειας
Εξάλλου τόσοι και τόσοι
Μπορούν να αποκτήσουν λίγα faux μανικετόκουμπα
Και να κάνουν το κομμάτι τους….
Το θέμα όμως είναι άλλο….
Ούτε το ατόφιο χρυσάφι
Ούτε το αμιγές ασήμι
Μα ούτε και το απατηλό του θέματος…
Το θέμα είναι ποιος κατέχει τον τρόπο
Να πλασάρει καλύτερα το ένα υλικό από το άλλο.
Εκεί παίζεται το όλο παιχνίδι ταυτοτήτων…
Κάτι σαν να λέμε από απάτη και από μπλόφα…
Για αυτό άλλωστε και πολλοί δεν χρησιμοποιούν πλέον μανικετόκουμπα….
~Μαρία Γ. Τζανάκου~
Συλλογή: Τηλαυγή Ψηφία, Εκδ. Νοών Αθήνα 2017
(αναδημοσίευση από Μαρία Γ.Τζανάκου) 
#ποίηση#λογοτεχνία#διαβάζω#Νέα_έκδοση#Νέο_βιβλίο

*(φωτογραφία:Rene Magritte)

Γιάννης Ποταμιάνος,Στη μουσική της νύχτας

Στη μουσική της νύχτας
===================
Η φλυαρία των φύλλων τα μεσάνυχτα
----------------------- ουράνια μουσική
Στολισμένη με πετράδια
------- αστροφώτιστου ουρανού
-------------------------------- και δέος
Ποια γλυκόλαλα τροπάρια
----------- μου ψέλνει απόψε ο τρόμος
Αιχμίζει την οίηση το δέος
---------------- στα ξέφωτα των φύλων
καθώς παραφυλάει η ματιά
--------------- το ουρανοτάξιδο καράβι
Φλυαρεί η νύχτα μελανοστάλακτη
---- σαν μελανοφορούσα γραία
----------------------- στο κατώφλι της
και τα νυχτοπούλια ψάλτες ύμνου
------------------------ ανενυπνίαστου
Είναι πολύ λυπημένη απόψε
---------------------- η φωνή του Γκιώνη
Και η φωνή του τσακαλιού
------- στη στάνη των αμνών
------------------- σκορπάει ανατριχίλα
Όμως εσύ δίπλα μου,
με μια αχτίδα φεγγαριού στο μέτωπο
----- υπόσχεσαι νυχτομάχο γλυκασμό
Αχ πόση απόγνωση, φόνο,
---- ενοχή και έρωτα κελαηδάει
------------------ η μουσική της νύχτας
Γιά…

Λιθοξόος Γεώργιος~Σε Ψάχνω~

Σε Ψάχνω
Σε ψάχνω στον αέρα και στα σύννεφα
στις μεγάλες ακρογιαλιές και στις καθάριες παραλίες
στα γαλάζια πέλαγα και στα αφρισμένα κύματα
στου ουρανού τα αστέρια και στους γαλαξίες
Σε ψάχνω
σε μικρούλες γειτονιές
σε αχανείς πόλεις, σε χώρες μακρινές
σε απομονωμένα μοναστήρια
σε εκκλησιές και ησυχαστήρια
Σε ψάχνω
στους ήμερους κάμπους
και στα άγρια βουνά
σε γάργαρες πηγές
και σε κελαριστά ρυάκια
στους μεγάλους ποταμούς
και στα πράσινα λιβάδια
Σε ψάχνω
στων ανθρώπων τις καρδιές
και στων μπαχαρικών τα αρώματα
στις φυλλωσιές των δένδρων
και στων λουλουδιών τα χρώματα
Σε ψάχνω και δεν σε βρίσκω
και ας είσαι πανταχού παρών
και τα πάντα πληρών
Κύριος και Θεός ημών,
ο ων και ο ην
και ο ερχόμενος
Ο Παντοκράτωρ
Ψάχνω και δεν σε βρίσκω,
γιατί ως άπιστος θωμάς
δεν ψάχνω στην καρδιά μου
...
 Λιθοξόος Γεώργιος

Φανή Αθανασιάδου~΄΄Αλληγορία’’~

΄΄Αλληγορία’’
΄΄ Δεν εξαργυρώνεται με τίποτα ‘’
αναφώνησε το πλήθος στην Παταγονία
οι μώλωπες εξαπλώνονται
εξ αιτίας του σκώληκα
ενός σπάνιου μικροοργανισμού
διορατικός ως ήτο ο άρχοντας
διέταξε τη θανάτωση του
και μαζί με αυτήν
την εξαφάνιση
του επικίνδυνου είδους
των αντιφρονούντων

Φανή Αθανασιάδου
( Έπαινος στον Πανελλήνιο διαγωνισμό
της εφημερίδας’’Οδός Αρκαδίας’’)
(από την ποιητική συλλογή''Δελτίο καιρού'')

*πίνακας:Mikhail Khmelko

Σαρλ Μπωντλαίρ~L'Albatros~

ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.

Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.

Σαρλ Μπωντλαίρ
μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας
(1906-1990)

L'AlbatrosSouvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le…

Τριάντης Χριστόφορος~Ηροδότου Ιστορίες~

ΗΡΟΔΟΤΟΥ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Το σπίτι ήταν το καταφύγιό του.Σπάνια έβγαινε.  Η οικονόμος του,η κυρία Ξανθίππη,συνέχεια παραπονούνταν για τα έξοδα τού κυρίου Σωκράτη. «Πρέπει να σταματήσετε ν’αγοράζετε βιβλία με ιστορίες. Όλα τα χρήματά σας τα σπαταλάτε σε χαρτιά.Προχθές , πουλήσατε ένα οικόπεδό σας,για να εξασφαλίσετε μια σειρά βιογραφιών του 18ου αιώνα». «Το μόνο που μ’ ενδιαφέρει,είναι το διάβασμα..» «Χρειάζεται να πάτε κανένα ταξίδι στην Ευρώπη,στην Αμερική,κάπου τέλος πάντων…» «Τα ταξίδια είναι γι’ αυτούς που δεν έχουν φαντασία.  Ο Χριστός δεν έφυγε ποτέ από τον τόπο του κι άλλαξε την ανθρωπότητα…» «Καλά, όπως νομίζετε»,είπε φουρκισμένη. «Ξανθίππη,παραλίγο να το ξεχάσω!   Ήρθε το βιβλίο που παρήγγειλα;» «Ποιο;»  «Ηροδότου Ιστορίες!» «Ναι,κύριε…» «Ωραία,τώρα θα κάνω τα καλύτερα ταξίδια!» Χριστόφορος Τριάντης

Αλέξανδρος Αρδαβάνης

Α.Σ.Α. "και στα όνειρα τα Ασκληπιεία", από την "ασφυκτιονία"
***
Παράθυρα με κιγκλιδώματα -ποιους φρουρούν;
Και τα ουρλιαχτά.
Ανεβάζουν ημιτόνια τον αδιάκοπο βόγκο των τροφίμων
Σκίζουν άπειρα κομμάτια τους ψιθύρους των θεραπευτών
Κανένας δεν ακούει, κανείς την αγωνία
Από το υπόγειο ένας αόρατος ιστός -μόνο εγώ τον βλέπω
Με ρυθμό σταθερό, ανέγγιχτο επικλήσεων
Διανέμει φάρμακα παρηγορία εντολές κρεβάτι-κρεβάτι.
Το έλεος φίδι τρυπωμένο στις επίορκες γραφές
"...διότι έλεος θέλω και ουχί θυσίαν και επίγνωσιν Θεού μάλλον
παρά ολοκαυτώματα..."
Το γραφείο του αρχιερέα ψηλά στη σοφίτα
Το φαρμακείο στο υπόγειο -πάντα εκεί
Πλάι στις τύψεις του νεκροθαλάμου πλάι στ' απόβλητα
Τα γραφεία των ηγεμόνων στην οροφή
Πλάι στο φως που τυφλώνει, δε δείχνει
Τα γραφεία των μοναχών ή γιατρών ανάμεσα
-περιμένουν υπομονετικά ή ανυπόμονα τη σειρά τους
Οι επόμενοι ηγούμενοι, πρωθιερείς, καθηγητές -αρχηγέτες
Η Βία των υπερκειμένων Επόπτης Μέγας
Της πρέπουσας Ροής, της Τάξης Σ…

Φαίδρα Καψωμενάκη,Φύλλα Φθινοπώρου

Φύλλα φθινοπώρου
Αυτό το πρωϊνό του Οκτώβρη την βρήκε να περπατά την άκρη του δρόμου αρκετά σκεπτική και μελαγχολική !
Λες και η καρδιά της είχε φορέσει την θλιμμένη ομορφιά του φθινοπώρου !
Ένα ελαφρύ αεράκι ανακάτευε τα ανέμελα μαλλιά της και το μολυβί του ουρανού προμήνυε τις πρώτες σταγόνες στο διψασμένο χώμα ..
Άργησε το καλοκαίρι να φύγει για άλλες γειτονιές ...σκέφθηκε !
Ένα χαμόγελο αδιόρατο ξέφυγε από τα καλογραμμένα της χείλη !
Ήταν πια μια ώριμη γυναίκα ,πέρασε πριν καιρό τα δεύτερα ήντα ....
Περίεργα σκεφτόταν σήμερα ..
Σχεδόν είχε διανύσει τα τρία τέταρτα της απόστασης από την κωμόπολη που έμενε ,ως το κοντινό κεφαλοχώρι που ήταν ο προορισμός της !
Ένα πανέμορφο χωριουδάκι ,με καταπράσινα έλατα και τεράστια πλατάνια και ανάμεσα τους κατακόκκινες πινελιές, οι γυρτές στέγες των λίγων σπιτιών του !
Αυτό τον παραδεισένιο τόπο δεν θα τον ξεχνούσε ποτέ ..
Εδώ ,δύο χρόνια πριν τον συνάντησε ...
Πρώτη φορά μόλις έμπαινε το καλοκαίρι !!
Με ένα πρωτόγνωρο τρακ...σαν ερωτευμένη…

Γιάννης Δ.Ρουμελιώτης~Το Σεντόνι~

Το σεντόνι
..
Το έσκισε το σεντόνι
το ξανά έσκισε
το ξανά έσκισε
το έκανε τραπουλόχαρτα
.
και κάθε μέρα έβαζε
ένα στον κόρφο της
και ξεκινούσε για τη ζωή
.
ένα άγγιγμα του νου μαζί του
και το σεντόνι της πια μοσχοβολούσε
Αφού για να καταλάβεις τι της έκανε
το άγγιγμα του νου του,
.άπλωνε όλα τα εσώρουχά της
απάνω στο σεντόνι
.... εκεί που της είπε ότι θα νιώσουνε
τον οργασμό την φεγγαριού
την ώρα που κοιμούνται τα πουλιά
και πάλι και πάλι ως που το φεγγαράκι
να πήγαινε κι αυτό για νάνι ....
.
άπλωνε λοιπόν όλα τα εσώρουχά της
επάνω στο σεντόνι
σαν να ήθελε να τον κάνει πραγματικό
μέσα στο ύφασμα τους
και έσκυβε και τα μύριζε με μάτια πλάνα
και μόλις τα ακουμπούσε στο κορμάκι της
νάτη πάλι τα έκανε μούσκεμα πέρα ως πέρα
.
θα έπρεπε να παίρνει το σεντόνι μαζί της

Γιαυτό
Το έσκισε το σεντόνι
το ξανά έσκισε
το ξανά έσκισε
το έκανε τραπουλόχαρτα
.
και κάθε μέρα έβαζε
ένα στον κόρφο της
και ξεκινούσε για τη ζωή
.
ένα άγγιγμα του νου μαζί του ...
μα τί είναι ο νους ;
.

Η Ρυτίδα~ Του Χριστόφορου Τριάντη~

Ποιητικό πεζοτράγουδο Η ΡΥΤΙΔΑ Ένα αλισβερίσι είναι η ζωή.Μια κληρονομημένη ρυτίδα στο μέτωπο που καρφώθηκε μετά από καιρό (λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία).Ξαπόμεινε μέχρι το τέλος ως υπενθύμιση:όλα γυρνάνε γύρω από την επιθυμία για κάτι,και αυτό το κάτι έχει να κάνει κυρίως με τον έρωτα.Και να τα μασκαρέματα, οι επαναλήψεις(αλίμονο),τα λογύδρια και οι συνηθισμένες ατάκες προς το άλλο πρόσωπο,κανονικές επιθέσεις γοητείας κι όπου βγει.Υπάρχει μπόλικο και αξόδευτο αίσθημα.   Πέφτεις κυριολεκτικά πάνω στον άλλον,αραδιάζοντας τα ίδια και τα ίδια,φτάνει να ξεφορτωθείς αυτό που έχεις μέσα σου, τον αυτοτιτλοφορούμενο πόθο ή καημό.Στην ουσία,ο άλλος δεν σ’ ενδιαφέρει.Ξεκινάς από τα νύχια των ποδιών κι ανεβαίνεις ( όσο περνάνε τα χρόνια),έτσι καταφέρνεις και τη φτιάχνεις τη ρυτίδα στο μέτωπο (βαθιά ή αχνή,ανάλογα τα πρόσωπα).  Μα και παλιά, όσο κι αν κοπίαζες να διώχνεις τη θλίψη και την απελπισία,γρήγορα ερχόσουν ξανά στα ίδια και στα ίδια. Άτιμο παιχνίδι,για να το πω καλύτερα,κουρασμένο δρομολόγι…

Δημήτριος Γκόγκας,Πόλη ( Στην Κω )

Πόλη (Στην Κω)

Είχε βγει βόλτα η πρωινή υγρασία κάτω απ΄ το ηλιόφωτο θόλο που κλείνει την μοναξιά στις απέραντες παραλίες. Κρέμονται σκουλαρίκια οι ανάσες στα καλλίγραμμα αυτιά της πόλης. Αυτή κοιμάται αμέριμνη, αμετανόητη για τις πράξεις της. Ίχνος πόνου στην μέση της ραχοκοκαλιάς. Ένα πέπλο μυστηρίου τυλίγει την αλόγιστη απληστία των εποχιακών  ανθρώπων της, αλλά και εκείνων που έρχονται γονυπετείς με τα ναυλωμένα πλοιάρια εξ ανατολών, παραδομένοι στο μαύρο πέπλο ενός προφήτη μα και στον μονογενή δοξασμένο θεό. Κι όμως χρηστή δεν κατέστη η αλλόφρονα ζωή τους. Η ώρα που περιεργάζομαι, προχωρά αργά και μεγαλώνει. Ο μαύρος ύπνος που γλυκά τους αφήνει συνεχίζει μόνος να  βρει τους τραχείς ανθρώπινους θορύβους που θα ορίσουν την μέρα μέσα στους καλοκαιρινούς βηματισμούς. Άλλοι κρατώντας στο χέρι μια φωνή ανήκουστη με ύφος απελπισμένων και ανέλπιδων κι άλλοι αμήχανοι οδηγώντας τυφλά για την πνιγηρή σιωπή. Σ΄ ένα  δρόμο που αλυχτά και πνίγεται.
Δημήτριος Γκόγκας
Αναδημοσίευση από:http://piramatismoi…

Ποίηση:Dhimitri Jani Kokaveshi

ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ.
 ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ.
Πλάθω στα χείλη σου
σκέψεις!
Που διαχωρίζουν το άγιο βήμα
απ' την κωνική τομή
που σχημάτιζε, ανέκφραστα
φορτωμένη
μη αφήσει υπόλειμμα
στα χείλη
του έρωτα αδιάβροχα
μη γνωρίσουν
ξέρω!... Πάθει γεμάτα
το βλέμμα τους
να φορτώνουν φροντίδες
δεν τους άφησα
στοργή, σε επανάσταση
ψυχής τους
η έκφραση που άφησα
μέσα τους
γεμίζουν και ανοίγουν
ορίζοντες!...
Το χάρισμα που έχουν
οι άξονες
αντιπαλότητας στα τέμπο
ψυχής
έρευνες δυναμικής θ’ αφήσω!...
Σκέψεις αγάπης
εισδύουν ανήσυχες σε έννοιες
στοργής
γέμιζαν το μαζί !... Να αξιώνουν.
Dhjk©24-09-2015




Ποίηση:Ρούλα Τριανταφύλλου

TA ΑΝΕΓΓΙΧΤΑ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Χώρεσα σε κεραυνό,
σε ραγισμένα νέφη,
σε κόκκινη ορίζοντα γραμμή.

Χώρεσα στην ανάσα του ανέμου,
σε ήχο του Νοτιά,
σε σκοτεινή θάλασσα.

Χώρεσα στο ρείθρο του ποταμού,
σε κλώνους του πεύκου,
στη γαλήνη του δειλινού,

Χώρεσα σε αρχαία ερείπια,
στης πένθιμης  καμπάνας το μοιρολόι,
στον ανθό της πικροδάφνης.

Χώρεσα στου ήλιου το φως,
στου αυλού το μαγεμένο γέλιο,
στον ίσκιο του ροδόχρωμου φεγγαριού.

Χώρεσα σε άγονη γη,
στον κρύο παλμό του χειμώνα,
Αγριολούλουδο στην ρωγμή του βράχου.

Χώρεσα γλυκόπικρο δάκρυ στα μάτια σου,
σε χείλη που ανθίζουν κερασιές,
στων αστεριών τα φυλλώματα.

Χώρεσα στο αιώνιο ξόδεμα της καρδιάς,
στο απέραντο της μνήμης,
χώρεσα τα ανέγγιχτα του χρόνου,
σε λέξεις,στίχους και στροφές.


ΑΣΑΛΕΥΤΟΙ ΧΡΟΝΟΙ
Ασάλευτοι χρόνοι,
Η ζωή,η μικρή μου ζωή,μια προσμονή.

Ο κόσμος υψώνει τα χέρια στον ήλιο.
Κι έξω είναι χειμώνας.
Να εδώ χάμω σ' αγγίζω και τρέμω.

Ψυχή μου ακοίμητη κι ασάλευτη.
Ως πότε ελπίδες,
Ως πότε όνειρα,
Ως πότε ζωή μου;

Θάλασσα που σωπαίν…

''Φάος Αμέρας'' Της Ελένης Χωρεάνθη

ΦΑΟΣ ΑΜΕΡΑΣ Ετούτες τις στεριές, την καθαγιασμένη ζωοδότρα γη,
το άφθαρτο αιγαίο άσπρο φως,
λευκό κατάλευκο φάος αμέρας των λυρικών,
ανέσπερο αρχαίο φως των ζουλαπιών, των ερπετών και των ανέμων,
ποιος θα παρηγορήσει αύριο, μεθαύριο,
όταν το βλέμμα αποστρέψετε απ' τον κόσμο,
Κρόνιε Ζευ,
Γαία, Ρέα, Μάτερ μεγάλα,
θεοί μακαρισμένοι των Ελλήνων; Ελένη Χωρεάνθη [Λεύκες Πάρου, 6 Αυγούστου 2013
Π. Φάληρο, 27 Νοεμβρίου 2013]

''Νύμφη ενάλια''Της Ρούλας Τριανταφύλλου

''Νύμφη ενάλια''
Λύρα τ’ Αρχίλοχου,  γλάρων ταξίδι.
Πέτρινοι μύλοι, ασβέστης, αγιόκλημα.
Τραγούδι του γκιώνη της νύχτας παράπονο.
Φάροι, ξωκλήσια, λευκά περιστέρια.
Απλώνω τις χούφτες, δυόσμος λεβάντα.
Φως, γαλάζιο, ασήμι, τα μάτια φλέγονται.
Χρώματα, πορφυρό της ανατολής, πορτοκαλί της δύσης.
Ηλιαχτίδα αλιγενής, αγκυροβόλι της ψυχής,
Πάρος.
© Roula Triantafyllou

Παναγιώτης Πριμηκύρης

ΕΙΣΑΙ ΤΟ ΧΙΟΝΙ ΠΟΥ ΠΕΦΤΕΙ
Δάση καμμένα
Κοιτάζουν εσένα
Δυο νιφάδες που λιώνουνε
Γίνονται ένα
Είσαι το χιόνι που πέφτει.


Δέντρα κομμένα
Θανατωμένα
Τα μάτια π' ορφάνεψαν
Έχουν εσένα
Είσαι το χιόνι που πέφτει.

Ιδρώνουμε
Tη σκια της φυλλωσιάς μας
Ξεριζώνουμε.
Τελειώνουμε
Tου ήλιου την αγάπη
Φαρμακώνουμε.

Δάση καμμένα
Κοιτάζουν εσένα
Δυο νιφάδες που λιώνουνε
Γίνονται ένα
Είσαι το χιόνι που πέφτει.

Παναγιώτης Πριμηκύρης
(1998)

Νικηφόρος Βρεττάκος

Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια   Μαζεύω τὰ πεσμένα στάχια νὰ σοῦ στείλω λίγω ψωμί,
μαζεύω μὲ τὸ σπασμένο χέρι μου ὅ,τι ἔμεινε ἀπ᾿ τὸν ἥλιο
νὰ σοῦ τὸ στείλω νὰ ντυθεῖς. Ἔμαθα πὼς κρυώνεις.Τὴν πράσινή σου φορεσιὰ νὰ τὴν φορέσεις τὴν Λαμπρή!
Θὰ τρέξουν μ᾿ ἄνθη τὰ παιδιά.Θὰ βγοῦν τὰ περιστέρια,
κ᾿ ἡ μάνα σου μὲ μιὰ ποδιά, πλατιά, γεμάτη ἀγάπη!
Πάρε ὅποιο δρόμο, ὅποια κορφή, ρώτα ὅποιο δένδρο θέλεις
Μ᾿ ἀκοῦς; Οἱ δρόμοι ὅλης τῆς γῆς βγαίνουνε στὴν καρδιά μου!
Μὴν ξεχαστεῖς κοιτάζοντας τὸ φῶς. Τ᾿ ἀκοῦς;... Νἀρθεῖς!

Μαριάνθη Παπάδη~Θάλασσας πνοές ~