Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτεμβρίου 27, 2016

Μαρία Γ.Τζανάκου~Μυθωδία~

Ο μύθος εξέπεσε του θρόνου του.
Κατάντησε απλά ένας θνητός.
Ένας μικρός και τιποτένιος θνητός.
Με πάθη, με ενοχές, με τύψεις
Με απεχθή ξεσπάσματα.
Φοβάσαι;
Και καλά κάνεις.
Από εδώ και πέρα οφείλεις να φοβάσαι.
Είναι και ο φόβος ένας μικρός
Εκκολαπτόμενος μύθος.
©Μαρία Γ. Τζανάκου
24/9/2016
http://licithos.blogspot.gr/2016/09/2492016.html






Foto:Noell S. Oszvald

Κωστής Παλαμάς,~Η Παναγιά στην κόλαση~

Το άρμα ξεκινάει, το σέρνουν πνεύματα χερουβικά, λάμπει η Παναγιά στην Κόλαση.  “ Έλεος, Λιόκαλη Κυρά!” Ω οι δαρμοί των κολασμένων μες στην αβυσσόθρεφτη φωτιά… Κι έξαφνα γρικιέτ’ ένα παράπονο και περήφανα ξεσπά: ''Ειμ’ εγώ που λάτρεψα τον ήλιο,  γι’ αυτό μ’ άρπαξε και η Νύχτα; Πες μου Λιόκαλη Κυρά! Της ζωής το φως που βύζαξα μου ’γινε αγκαλιά της Κόλασης και φιλί του Σατανά;''. (Κωστής Παλαμάς, Η ασάλευτη ζωή)


(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Οδυσσέας Ελύτης, ~Τα ονόματα της Παναγίας~

«Λίγο για μια στιγμή να παίξεις πάνω στην κιθάρα σου Ε, ε, Χρυσομαλλούσα/ ε, ε, Χρυσοσκαλίτισσα Να ξεπετιέται πάλι το βουνό με τ’ άσπρο σπίτι στην πλαγιά τ’ άλογο με τα δύο φτερά/ και η άγρια φράουλα της θάλασσας Λάμπουσα και Κανάλα μου και Παραπόρτιανή μου θα δεις την πράσινη ψαρόβαρκα σκαμπανεβάζοντας να χάνεται μέσα στ’ αραποσίτια τον Μήτσο με τις τρίχες και με τ’ αλυσιδάκι στο λαιμό Ε, Παναγιά Τα Μάγκανα/ ε, Παναγιά Τόσο Νερό Να βλαστημάει και ν’ ανεβάζει ανίδεος μες στα δίχτυα του τέσσερα – πέντε αρχαία ελληνικά το τέλλεσθε και το νηυσί, το μέλεα και το κρίναι σα Καρυστιανή κι Ακλειδιανή/ Δαφνιώτισσα κι Αργιώτισσα Που μια στιγμή τα παίζεις πάνω στην κιθάρα σου κι απ’ τ’ αναμμένο πέλαγο αντικρύ σου ακούς Έι, Κρουσταλλένια, έι Δροσιανή/ έι Παναγιά του Νίκους Να σχίζεται στα δύο τ’ ουρανού το καταπέτασμα κι ένας παμπάλαιος έφηβος απαράλλαχτος εσύ να κατεβαίνει- κοίτα: Στα κύματα μ’ ένα καμάκι ορθός και στους αφρούς να πλέει Σπηλιώτισσα και Μερσινιά και Θαλασσίστρα μου έι!» (Ο. Ελύτη…

Οδυσσέας Ελύτης, ~Άνεμος της Παναγίας~

Σε μια παλάμη θάλασσας γεύτηκες τα πικρά χαλίκια
Δύο η ώρα το πρωί περιδιαβάζοντας τον έρημο Αύγουστο
Είδες το φως του φεγγαριού να περπατεί μαζί σου
Βήμα χαμένο. Ή αν δεν ήτανε η καρδιά στη θέση της
Ήταν η θύμηση της γης με την ωραία γυναίκα
Η ευχή που λαχτάρησε μεσ’ απ’ τους κόρφους του βασιλικού
Να τη φυσήξει ο άνεμος της Παναγίας!
Ώρα της νύχτας! Κι ο βοριάς πλημμυρισμένος δάκρυα
Μόλις ερίγησε η καρδιά στο σφίξιμο της γης
Γυμνή κάτω από τους αστερισμούς των σιωπηλών της δέντρων
Γεύτηκες τα πικρά χαλίκια στους βυθούς του ονείρου
Την ώρα που τα σύννεφα λύσανε τα πανιά
Και δίχως ήμαρτον κανέν’ από την αμαρτία χαράχτηκε
Στα πρώτα σπλάχνα του ο καιρός. Μπορείς να δεις ακόμη
Πριν από την αρχική φωτιά την ομορφιά της άμμου
Όπου έπαιζες τον όρκο σου κι όπου είχες την ευχή
Εκατόφυλλη ανοιχτή στον άνεμο της Παναγίας! 



Leonardoda Vinci:Η Παναγία των βράχων

Τάκης Παπατσώνης (Αθήνα 1895-1976)~Ρεμβασμός δεκαπενταύγουστου~

Στη μνήμη Εκείνου που τον ρέμβασε
Άλαλα τα χείλη των όσων δεν κοπιάσαν
για ν' ακουμπήσουν τα ξαναμμένα κεφάλια τους
στα γόνατά σου τα μητρικά, που καταλύουν το μαύρο πάθος.
Άλαλα τα χείλη των όσων δεν διακρίναν, πως
συντρίβεις με το πόδι σου και συνθλάς την κεφαλή
του πανάρχαιου δράκοντα, που κέρδισε παίζοντας
κι' ύστερα τόχασε το μήλο. Άλαλα τα χείλη
των όσων δεν ποθήσαν το ξαπόσταμα της αρμογής
και την ασφάλεια, το απάγγειασμα της νηνεμίας.
Είσαι ένα λιμανάκι ελληνικού νησιού όλο κατάρτια
περήφανα υψωμένα· φτωχά καΐκια αραγμένα,
φτωχά, αλλά που γνωρίσαν την αντάρα και την τρομάρα,
που φορτωθήκαν μόχθο και μεταφέραν πλούτος.
Είσαι άσπρο ελληνικό ερημοκκλήσι δαρμένο
από την αντηλιά. Γύρω-γύρω αμπέλια, μποστάνια,
καρποφόρες συκιές και κάπου κάπου μοναχική
και κάποια …