Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Σεπτεμβρίου 9, 2016

ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ» ΤΟ ΤΟΥΝΕΛ ~Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος~

Επέστρεφα με τον ηλεκτρικό από το Θησείο στο σπίτι. Ήταν Παρασκευή 24 του Ιούνη, περίπου δέκα και μισή το βράδυ. Τις τελευταίες ημέρες ο υδράργυρος είχε πάρει τον ανήφορο. Λόγω της ζέστης, είχα κατέβει από νωρίς για να κάνω καμιά βόλτα στον πεζόδρομο.
Όταν μπήκα στο τρένο και φτάσαμε στο Μοναστηράκι, άδειασαν κάποιες θέσεις. Βολεύτηκα σε μία από αυτές. Η απέναντί μου παρέμεινε άδεια. Την φαντάστηκα να κάθεται εκεί και χαμογέλασα. Κάθε φορά που τύχαινε να βρισκόμαστε απέναντι στο τρένο, συνήθιζα να καρφώνω το βλέμμα μου επάνω της.
Μου άρεσε να της τραβώ την προσοχή και να παίζω μαζί της είτε με τα μάτια είτε με τις γκριμάτσες του προσώπου μου. Κάποιες φορές υποδυόμουν τον άγνωστο συνεπιβάτη. Τη φλέρταρα. Ανταλλάσαμε ματιές, της έκανα πονηρά νοήματα, της έδινα σε σημείωμα το τηλέφωνό μου. Διασκεδάζαμε με τις αντιδράσεις των διπλανών μας. Είχε πλάκα.
Στην Ομόνοια τα βαγόνια γέμισαν ξανά. Όσο περνούσε η ώρα και αραίωναν τα δρομολόγια, τόσο στις αποβάθρες συνωστίζονταν πε…

Διήγημα :~Κάτι έχω~ του Βασίλη Παπαμιχαλόπουλου

Ήταν μεσημέρι και μόλις είχα γυρίσει από το σχολείο. Θα πρέπει να πήγαινα Πρώτη ή Δευτέρα δημοτικού. Ο καιρός ήταν καλός. Άνοιξη ήταν. Σε όλο το δρόμο σκεφτόμουν τι φαγητό είχε μαγειρέψει η μητέρα μου. Πεινούσα -πράγμα ασυνήθιστο για μένα.
Όταν έφτασα στο σπίτι, πάτησα το μάνταλο της πόρτας, την άνοιξα και προχώρησα προς την εσωτερική ξύλινη σκάλα για ν’ ανέβω.
-Μα.., μα.., ήρθα, φώναξα στον αέρα.
Μόλις έφτασα επάνω, έστρεψα το κεφάλι μου και είδα τη μητέρα μου να στέκεται απέναντι στο διάδρομο που ένωνε το μέσα δωμάτιο με την κουζίνα. Ήταν ακουμπισμένη στα κάγκελα και με παρατηρούσε.
Όσο ανέβαινα τα σκαλοπάτια τόσο με κοιτούσε επίμονα. Το ύφος της γινόταν όλο και πιο σοβαρό.
-Ω, εσύ κάπως είσαι. Κάτι έχεις, αποφάνθηκε κάποια στιγμή σα να είχε διαγνώσει κάτι σοβαρό επάνω μου.
Μου κόπηκαν τα πόδια. Το στομάχι μου, ξαφνικά δέθηκε κόμπος και χλόμιασα. Όλη η καλή διάθεση που είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή, εξαφανίστηκε δια μιας.
-Φώφη, Φώφη, έλα αμέσως εδώ, φώναξε στην αδερφή μου που…

~Μέσα στις συλλαβές της ανέχειας~Δημήτριος Γκόγκας

Β'Βραβείο
Κατηγορίας Σύγχρονης Ποίησης
στον ποιητικό διαγωνισμό του ΚΕΛΑΙΝΩ 2106


...Μέσα στις συλλαβές της ανέχειας

O κόσμος του παντέρημος.
Βαθύ μαύρο η νύχτα,πλημμυρισμένη από θλίψη.
Οι αγκαλιές σφιχτές,οι πέτρινοι τοίχοι αμίλητοι.Ποτέ άλλοτε.
Οι γέρικες πόρτες ακόμα πιο σφαλιστές.Εξέλειπε το φως των κεριών.

Η μυρωδιά της πείνας,
το απάνεμα της λύπης, μια στεναχώρια.
Το χρώμα ενός ξεχασμένου ψίχουλου στην άκρη του δωματίου
Και κείνος σβολιασμένος μέσα στις συλλαβές της ανέχειας.
Άνοιγε το ντουλάπι της ψυχής, δεν έβρισκε τίποτα.
Έκλεινε τις χούφτες με δύναμη,
ίσα να ματώσει των δακτύλων του το σύνορο
κι ύστερα, βυθιζόταν άπλυτος στο βούρκο των δακρύων.
Πήρε ο καθρέφτης το πρόσωπο, άνεργο το μαράζωσε.
Γιόμισαν οι βαθιές αυλακιές ερωτήματα.
Στα έγκατά τους, χάνονταν
άνυδρες οι λέξεις κι οι εναπομείναντες ελπίδες.
Πώς να τις μιλήσει! Τις αποχαιρετά εραστής του ελάχιστου.
Φόβος. Αόρατη λύτρωση και σκόνη στο γύρω του.
Φόβος και βρεγμένη σκόνη λύτρωναν τη πείνα.
Ρούχο η ανέχεια, ουράνιος αδιέξοδος δρόμος.