Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

 «Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ»
Γράφει ο Πέτρος Τσερκέζης

Φωτογραφία του Petros Tserkezis.
Πρώτο απόσπασμα
«Η ΕΠΙΣΤΟΛΗ»
Καθηγητά μου,
Δεν είμαι πολύ σίγουρη αν είναι σωστή αυτή η τρελή απόφαση που είμαι υποχρεωμένη να πάρω. Κάθε πρωτοβουλία έχει το ρίσκο της. Αυτή έχει μεγαλύτερο. Θα ήθελα να σου γράψω μια επιστολή με γλυκόλογα και να σου ανοίξω την καρδιά μου, αλλά η περιστάσεις μου υπαγορεύουν άλλα. Συγνώμη για την ξαφνική αναστάτωση. Πιάνω την πένα με τρεμάμενο χέρι. Αύριο τα μεσάνυχτα θα περάσω τα σύνορα λαθραία, μ' έναν άγνωστο. Εψές τον γνώρισα. Είναι ηθοποιός, λεει. Ήρθε στο σπίτι μας. Οι δικοί μου τον περιμέναν με ανοιχτές αγκάλες. Γίνηκαν κομμάτια να τον περιποιηθούν και να τον ευχαριστήσουν. Μας παρουσίασε ένα σημείωμα από τον αδερφό μου. Τον εμπιστευτήκαμε. Ήταν πραγματικά ο γραφικός χαρακτήρας του αδερφού μου. Μοιάζει γοητευτικός άντρας. Το διαπεραστικό του βλέμμα με κάνει να κοκκινίζω. Φορές-φορές τα μάτια του καρφώνονται πάνω μου με αναίδεια. Κι εγώ δεν ξέρω τι να κάμω τα χέρια μου, σχεδόν την ξεσκίζω την κοντή μου φούστα για να σκεπάσω τα γόνατά μου. Αυτές η ματιές ωστόσο σαν να άρεσαν στον πατέρα μου. Του χαμογελάει πλατιά, στάζει μέλι, λες και το μοναδικό του όνειρο για πολλά χρόνια, ήταν να χτυπήσει την πόρτα αυτός ο ηθοποιός, να έρθει ένας γαμπρός. Αυτός ο συντηρητικός πατέρας, ο Φόντα Νταλιάνης, όπως είχες πει κι εσύ κάποτε, είναι καχύποπτος και αμφιβάλει και για το πέταγμα μιας μύγας, πως μεταλλάχθηκε ξαφνικά κι έγινε τόσο λίμπερο, παραξενεύομαι. Και όχι μόνο, αλλά κάποια στιγμή ζήτησε συγνώμη και βγήκε από το δωμάτιο της υποδοχής. Και αρραβωνιασμένοι να ήμασταν με αυτόν τον άνθρωπο δεν πιστεύω πως θα τολμούσε να μας αφήσει μόνους. Ο ηθοποιός δεν κουνήθηκε. Χαμογέλασε μόνο κάπως πονηρά με μια ικανοποίηση νικητή και με ρώτησε:
«Είσαι χαρούμενη, Αννούλα; Σίγουρα δεν το περίμενες. Η καλή νεράιδα ξύπνησε και ήρθε ν’ αλλάξει το πεπρωμένο σου».
Τον κοίταξα έντονα, όπως με κοιτάζει και αυτός. Ο τρόπος που προφέρει και μελώνει το όνομά μου, μου μοιάζει αηδιαστικός. Ωστόσο προσπαθεί να επανορθώσει.
«Συγνώμη που σου απευθύνομαι έτσι, αλλά μου έχει μιλήσει τόσο πολύ για τ’ εσένα ο αδερφό σου που η έλλειψη οικειότητας θα έμοιαζε το πιο ανάρμοστο πράγμα στον κόσμο μπροστά στη φιλοξενία και τη θαλπωρή που βρίσκω στην οικογένειά σας. Τι σκέφτεσαι; Σου αρέσει που άνοιξε η τύχη σου;»
«Δεν ξέρω. Θα δείξει», είπα.
«Είμαι χαρούμενος που θα ταξιδέψουμε μαζί. Δεν γνώριζα πως ο φίλος μου ο Αλέξανδρος είχε μια τόσο ωραία αδερφή».
Κοκκίνισα ξανά. Ευτυχώς που μπήκε ο πατέρας. Καθόμουν σαν στ’ αγκάθια. Με είχαν ζώσει οι φλόγες. Ξέχασα να σου πω πως το όνομα του ηθοποιού είναι, Έντη, Έντη Μάγκα. Πρώτη φορά ακούγω το όνομά του. Δεν ξέρω αν τον έχεις ακουστό εσύ, ή αν έχει παίξει σε κάποιο έργο. Ισχυρίζεται πως έχει παίξει στο Εθνικό θέατρο και έχει σκηνοθετήσει έργα. Ο ενθουσιασμό του για το θέατρο μοιάζει πειστικός.
Είχε καιρό που έβραζε το καζάνι. Τα πρόσωπα των οικείων μου τον τελευταίο καιρό έμοιαζαν αινιγματικά και ανέκφραστα. Είναι τρομερό συνωμοτούν με τα βλέμματα λες και έχω διαπράξει ένα μεγάλο σφάλμα, ένα παράπτωμα. Πως να μαντέψεις τι κρύβουν τα πρόσωπα που συνωμοτούν; Πως να εισχωρήσεις στη σκοτεινή και περίπλοκη λαβύρινθο μιας συνωμοσίας; Σήμερα είναι η τελευταία μου μέρα εδώ. Κάθε κορίτσι, αν ήταν στη θέση μου, θα χαιρόταν πολύ για ένα ταξίδι στο εξωτερικό. «Καλότυχη εσύ», θα έλεγαν, «καλότυχη», θα με χαϊδολογούσαν «θα πραγματοποιήσεις ένα ταξίδι σε μια άλλη χώρα και πλάι σ' έναν ωραίο άντρα». Όλα αυτά ακούγονται δελεαστικά και ονειροπόλα. Δεν ξέρω, ίσως…Αυτό που με πονάει αφάνταστα, όχι μόνο με πονάει, αλλά με σφάζει είναι που δεν θα καθίσω πια στο αγαπημένο μου θρανίο, δεν θ' ακούσω τη μαγευτική σας φωνή, δε θα παρακολουθήσω πια την καμπύλη στο πέταγμα των περιστεριών έξω από το παράθυρο της τάξης, σαν ταχυδρόμοι της αγάπης. Όλα αυτά μου προκαλούν δάκρυα και λυγμούς. Συγκρατώ όμως τα δάκρυα, γιατί δεν επιθυμώ να προκαλέσω τα πρόσωπα που περιπλανιούνται γύρω μου σαν σκιές. Εσείς ξέρεται, δεν τα αγάπησα ποτέ τα δάκρυα, όσο αθώα και αν είναι. Ξέρω κι εσείς τα μισείται τα δάκρυα. Είμαι απολύτως σίγουρη κάθε σωστός και σοφός άνθρωπος μισεί τη δειλία, τα δάκρυα, την μεμψιμοιρία. Γύρω μου κάποιες μούμιες περιμένουν με μια απορία από πιθανότητα φόνου αποτυπωμένη απάνω τους σαν ένας υπνοβάτης που ξυπνάει ξαφνικά και μένει άλαλος, θεέ μου αίμα, ένας φόνος. Σκέφτομαι όλα αυτά και τρομάζω. Δεν ξέρω τι με τρομάζει. Ίσως η περιπέτεια του άγνωστου. Αγαπώ την περιπέτεια και το γνωρίζεται. Η ζωή είναι πολύπλευρη όπως μας λέγατε κι εσείς, η περιπέτεια είναι μια από της πλευρές που σε αρματώνει για τη σωστή και γενναία αντιμετώπιση της. Θα επιθυμούσα τρελά ν' αφεθώ στην αγκαλιά αυτής της περιπέτειας με συνταξιδιώτη ένα αγόρι το οποίο μ' έχει γνωρίσει και αγαπήσει και το λατρεύω. Αλλά πως να πορευτώ μ' έναν άγνωστο ο οποίος με αρπάζει αιφνιδιαστικά να με ταξιδέψει σε μια άλλη άγνωστη χώρα, ας υποθέσουμε πως αυτός είναι και φίλος του αδερφού μου, ας είναι και ηθοποιός και όμορφος σαν Απόλλωνας, όπως μας λέγατε πάντα. Αλλά ποιος ξέρει υπό ποιες συνθήκες έχει γράψει εκείνο το σημείωμα ο αδερφός μου, ο οποίος έχει σχεδόν ενάμιση χρόνο χωρίς να δώσει σημεία ζωής; Έχει καιρό που μας έχει δημιουργηθεί η ιδέα πως ο αδερφός είναι θύμα μιας τρομερής πλεκτάνης. Σε αυτό τον ενάμισι χρόνο μας έχει τηλεφωνήσει μόνο δυο φορές τόσο τηλεγραφικά και πιεστικά λες και κάποιος του κρατούσε το πιστόλι στον κρόταφο. Θα σας γράψω σύντομα ήταν η τελευταίες του λέξεις. Ήταν το σημείωμα του ηθοποιού αυτό το «θα σας γράψω σύντομα...». Δεν ξέρω. Πολλά ακούγονται. Ίσως να το ψιθύρισε κάποιος, κανείς όμως δεν το είπε μεγαλόφωνα. Ό,τι ακούς σήμερα ξαφνικά επιβεβαιώνονται σαν αλήθεια. Έτσι που το ταξίδι μου μοιάζει κάπως ομιχλώδης. Δεν ξέρω που μπορεί να βρεθώ αύριο. Μπορεί να είναι εγγύηση ένας άγνωστος που εμφανίζεται σαν ηθοποιός; Με κυνηγάει ένα όραμα. Ένας καταδικασμένος σε θάνατο στην αγχόνη, βάζει τη θηλιά στο λαιμό του με τα ίδια του τα χέρια. Μολαταύτα κανείς δεν μπορεί να ρίξει τη θηλιά στην ελπίδα μου. Αυτό το ταξίδι μου έχει γίνει συνείδηση. Πιστεύω πολλά και αμφιβάλω για όλα. Η αμφιβολία είναι η παγίδα του ταξιδιού μου. Δεν ξέρω τι ελπίζω, δεν ξέρω τι περιμένω. Δεν ξέρω γιατί σου την γράφω αυτή την επιστολή. Ίσως να είναι μια εξομολόγηση που τη χρειάζομαι για να αντλήσω δύναμη. Ίσως γιατί δεν έχω κανέναν άλλο κοντινό άνθρωπο που θα μπορούσα να του ανοίξω την καρδιά και να με καταλάβει. Θα μπορούσα στη αδερφή μου, αλλά βρίσκεται μακριά. Δεν ξέρω τι περιμένω ή τι με περιμένει.
Επιθυμώ αυτό το ταξίδι να γίνει ένα σοφιστικό όπλο στα χέρια μου, ένα κλειδί που θα μου ανοίξει την ωραία πύλη, στο μαγικό μέγαρο της ομορφιάς.
Μολονότι ο πατέρας μου προσπάθησε να το κρατήσει κρυφό το γεγονός της άφιξης του ηθοποιού και το ταξίδι μου. Κάποιοι από τους συγγενείς το έμαθαν και ήρθαν να με ξεπροβοδίσουν. Είναι κι αυτοί στον κύκλο των θητών που με καλοπιάνουν τρίβοντας τα χέρια ικανοποιημένοι: «Εσύ έχεις τύχη παλαμάρι, μικρούλα μας...»
Δεν μπορώ τελικά να τους καταλάβω τους ανθρώπους. Τι έχουν πάθει όλοι, γιατί δε με αφήνουν ελεύθερη να την κανονίσω όπως θέλω τη ζωή μου; Δεν μπορώ τελικά να συγκρατήσω τα δάκρυα, θα το μουντζουρώσουν το χαρτί, η αλήθεια όμως είναι αποτυπωμένη πάνω στο λευκό. Η κραυγή μου είναι εκεί. Δεν ξέρω αν μπορείς να κάμεις κάτι; Είσαι ο μόνος άνθρωπος που μπορεί ν' ακούσει τους παλμούς της καρδιάς μου και μπορεί ν' ανταποκριθεί σ' αυτή την κραυγή απόγνωσης. «Διάλεξε και πάρε», μου είπε εχτές ο πατέρας μου, «Για πολλοστή φορά χτυπούν την πόρτα μας και ζητούν το χέρι σου. Η θα δώσομε το λόγο, ή θα πας στον αδερφό σου». «Και το σχολείο;» ρώτησα έντρομη. «Άφησε σχολεία και πράσινα άλογα. Το σχολείο σου βγάζει τα μάτια. Αποβλάκωση είναι τα σχολεία μας». «Θα πηγαίνω στον αδερφό μου», είπα. Δεν ξέρω αν αυτό που διάλεξα είναι μικρότερο ή μεγαλύτερο κακό. Δεν επιθυμώ να μεταμορφωθώ σε μια σκιά ή σ’ ένα φάντασμα, να χάσω την αυτοπεποίθηση και την αισιοδοξία για τη ζωή. Εύχομαι να μη γίνει η δύση αυτής της μέρας η δύση της ζωής μου. Άκουω να τρίζει η πόρτα και παγώνω, είναι σαν να τρίζουν τα κόκαλά μου.
Τρίζει ο κόσμος. Πάντα μου προκαλούσε κάποια ρίγος και ανάκατα συναισθήματα το τρίξιμο της πόρτας. Παρακολουθώ την είσοδο, κρύβω την επιστολή στον κόρφο και ξαπλώνω στο μιντέρι. Είμαι σ’ ένα σαρκοφάγο. Δεν μπορώ να σκεφτώ πια. Μπορεί να σκεφτεί μια μούμια. Ζητώ μια απάντηση, από εκείνες της σοφές που μας έδινες πάντα στην τάξη. Απάντησέ μου σε παρακαλώ. Πολλά ερωτήματα θέτω, ποιος μπορεί να μου απαντήσει; Σκιές και παγίδες, περιπλέκονται περιπλανώμενες τριγύρω μου. Μοιάζει με ολόκληρη στρατιά ποιος μπορεί να τις διώξει; Πιάνω ξανά την πένα. Δεν ήταν τίποτα, ίσως η φαντασία μου, ίσως ο φόβος. Ο φόβος πυρπολεί τη φαντασία, σου δίνει ωστόσο και δύναμη ν' αντισταθείς. Γράφω ακούγοντας τα σκιρτήματα της καρδιάς μου. Δεν είμαι εγώ που γράφω, είναι η καρδιά και η καρδιά δεν ξέρει ψέματα, λεει μόνο αλήθειες. Με φωνάζουν. Ξέρω δεν θα μπορέσω ποτέ να τελειώσω αυτή την επιστολή. Άλλωστε έχω τόσα πολλά να σου γράψω. (Συγχώρεσέ με για τον ενικό.) Δεν έχω πια κανένα εμπόδιο για να σου γράψω και να ακούσεις τους χτύπους της καρδιάς μου. Δεν θα καθίσω πια στο αγαπημένο θρανίο, έτσι που έχω το δικαίωμα να εκφραστώ ελεύθερα, να σου πω κι εκείνα που δεν τολμούσα να σου εκφράσω σαν μαθήτρια. Με κυριαρχεί ένα έντονο καρδιοχτύπι. Η καρδιά καλπάζει, λες και θα βγει από το στέρνο να τρέξει κοντά σου για ένα ύστατο χαίρε. Ακούγω να μου καμπανίζουν τα λόγια σου: «Η περιπέτεια της αγάπης, είναι η ψυχή της ομορφιάς». Δεν ξέρω αν είναι η ψυχή της ομορφιάς και αυτό που ονειρεύομαι ή θα είναι ένας τρελός εφιάλτης. Συγχώρεσέ με, καθηγητά μου γι’ αυτό το σπαρακτικό παραλήρημα, συγχώρεσέ με αγάπη μου.
Λένε η αγάπη είναι πόνος και αυτή η κρυφή αγάπη μεγαλύτερος πόνος. Θα σβαρνίσω τα πόδια μου τελικά σ’ αυτό τον Γολγοθά και όπου βγει. Μου είναι ανυπόφορο αυτό το περιβάλλον. Καμιά ελπίδα δεν με κρατάει πια εδώ. Αυτή η απόφαση είναι αμετάκλητη. Ακούγονται βήματα στο διάδρομο. Δεν μπορώ να συνεχίσω πια. Γράφω τις τελευταίες λέξεις. Θα το κρύψω το γράμμα εκεί που πρέπει κάτω από το μαστό, στη τσέπη της καρδιάς. Ίσως βρω ένα αθώο περιστεράκι να σου το στείλω.
Έχε γεια, λατρεμένε μου, έχε γεια κρυφή μου αγάπη που δεν μπόρεσα ποτέ να σου ανοίξω την καρδιά μου και να σου πω τον πόθο της!
Σου φιλώ τα μάτια
Άννα
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης