Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

ΣΤΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ
 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης
Μυθιστόρημα
Ένατο απόσπασμα
ΣΤΟΝ ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΣΤΑΘΜΟ
Φεύγοντας από το σπίτι του Φόντα Νταλιάνι σκεφτήκαμε πως θα ήταν λογικό και εύστοχο να επισκεφθούμε τον αστυνομικό σταθμό. Δεν εμπνέαμε εμπιστοσύνη και μεγάλες προσδοκίες για την αξιοπιστία της αστυνομία, αλλά έπρεπε να ανοίγαμε ένα παραθυράκι και να τους επισκεπτόμασταν έστω και για μια καταγγελία. Ίσως να είχαν γίνει κι άλλες καταγγελίες για τον «ηθοποιό».
«Εσείς παιδιά μπορεί να φύγετε τώρα, να συνεχίσετε τη μελέτη σας, αρκετά βοηθήσατε. Σας ευχαριστούμε», είπε η διευθύντρια.
Τα παιδιά μας κοίταξαν με εμφανής απογοήτευση.
«Μα, κυρία διευθύντρια μπορεί να σας είναι απαραίτητη η παρουσία μας. Ήμαστε οι μοναδική μάρτυρες. Ίσως θα πρέπει να καταθέσουμε στην αστυνομία όλα όσα γνωρίζουμε για την απαγωγή της Άννας», είπε η Ρενάτα.
«Πιστεύω έχει δίκιο η Ρενάτα», είπα. «Ας έρθουν στον αστυνομικό σταθμό. Μπορεί να μην καθυστερήσουμε».
Ανεβαίνοντας τέσσερα πέντε σκαλιά μπροστά στην είσοδο του αστυνομικού σταθμού ακούσαμε έντονες φωνές καβγά και σταματήσαμε.
«Κάτι συμβαίνει εκεί μέσα», είπε η Άρτα Φάντη.
«Πέσαμε σε περίπτωση. Τσακωμός», είπα.
Αχ, είναι η μέρα των καβγάδων σήμερα, σκέφτηκα και μου πέρασε αστραπιαία από το μυαλό ο άγριος καβγάς με τη Νέλλη.
«Μου μοιάζει γνωστή αυτή η φωνή», είπε ο Μαξ.
«Ναι σαν η Φωνή του πατέρα της Άννας, του κύριου Φόντα», είπε η Ρενάτα.
«Αυτός είναι», είπα μπαίνοντας.
Το θέαμα έμοιαζε τραγικοκωμικό. Ο αστυνόμος της υπηρεσίας, ένας γκριζομάλλης μεσήλικας χωρίς καπέλο με καπνισμένο ξεθωριασμένο μουστάκι σε καφέ απόχρωση με κόκκινο πρόσωπο από την έκστασι απειλούσε κρατώντας στο ένα χέρι το πιστόλι και στο άλλο κουνούσε τις χειροπέδες. Δυο τσιγάρα καίγονταν στην τσιγαροθήκη.
«Έλα, ορέ άχρηστε, ρίξε μου τις χειροπέδες», φώναζε ο Φόντα Νταλιάνης με τα χέρια τεντωμένα μπροστά. Όταν μας είδε πήρε θάρρος σηκώνοντας την φωνή σε μείζων τόνους. Δεν φώναζε, ούρλιαζε.
«Σε ποιον θα περάσεις τις χειροπέδες, μωρέ μπάσταρδε, σ’ εμένα που έχω χύσει αίμα γι’ αυτή τη δημοκρατία για να κάθεσαι εσύ εδώ και να κοκορεύεσαι. Έρχεται με μια θερμή παράκληση στην αστυνομία ο πολίτης και ο αστυνόμος τον περιμένει με το κουμπούρι και τις χειροπέδες».
Από τι στιγμή μου μπήκαμε ο αστυνόμος άρχισε να μασάει τα λόγια του. Έβαλε το πιστόλι στο τραπέζι, πέρασε με χέρια που του έτρεμαν τις χειροπέδες στη ζώνη, έβαλε το καπέλο στο κεφάλι και γύρισε από μας με μια γκριμάτσα που δεν κατόρθωσε να γίνει χαμόγελο. Ενώ ο Φόντα Νταλιάνης συνέχιζε με το ίδιο τροπάριο.
«Ρώτα τους, όρε άνανδρε. Είναι η διευθύντρια του σχολίου
της κόρης μου, ο καθηγητής της και οι συμμαθητές της. Ρώτα τους να σου πουν τι έχει συμβεί με την κόρη μου. Δεν μας ενδιαφέρουν αυτές οι υποθέσεις, λέει. Υπάρχουν συνοριακά όργανα, υπάρχει ακτοφυλακή και πράσινα άλογα. Κι εσείς για πιο πράγμα είστε, κύριε, να χάφτετε μύγες και να τσεπώνεται τα λεφτά του κακομοίρη του λαουτζίκου; Αλλά που έχεις καρδιά εσύ ν’ ακούσεις; Όλη σας είστε πουλημένοι, όργανα της μαφίας είστε. Έχεις κόρη εσύ, έχεις οικογένεια, έχεις κουκούτσι μυαλό, αλλά αν θα είχες από αυτά δεν θα φορούσες την λυκοστολή».
«Φόντα Νταλιάνι σταμάτα να εξηγηθούμε και να βρούμε μια άκρη», είπα.
«Με ποιον να εξηγηθείς», είπε, «με τους μπάτσους, τους δολοφόνους; Καλά τους τα ταιριάζουν οι νέοι μας:
Μπάτσοι ρουφιάνοι/ κοτόπουλα και κράνη».
Άρπαξε το πιστόλι από το τραπέζι τόσο αιφνιδιαστικά που δεν το περίμενε κανείς, άνοιξε την πόρτα και έγινε άφαντος.
«Πιάστε τον», φώναζε ο αστυνόμος τρέχοντας πίσω του. Μπήκε σ’ ένα από τα περιπολικά της αστυνομίας κι έγινε καπνός κι αυτός. Το όχημα συγκρούστηκε βίαια μ’ ένα βαρέλι άμμου που βρίσκονταν κοντά στην είσοδο. Το κατρακύλησε πέντε μέτρα μακριά και με τη σειρήνα να ουρλιάζει υπερβολικά σαν να προειδοποιούσε για το πιο έκτακτο γεγονός βγήκε στο δρόμο.
Ήρθαν δυο άλλοι αστυνομικοί. Κάναμε την καταγγελία μας και φύγαμε.
«Η ευόδωση της προσπάθειας μας είχε το πιο μοιραίο τέλος», είπε η διευθύντρια, «Αυτή η ευπαθής κοινωνία είναι για κλάμα».
Την παράδωσε την κόρη του οικειοθελώς στους μαφιόζους, τώρα παρέδωσε και τον εαυτό του στην παραφροσύνη, σκέφτηκα, καληνυχτίζοντας την διευθύντρια και τους μαθητές με την ευχή για ένα ευοίωνο αύριο.
Έριξα μερικά βήματα και γύρισα ξανά φωνάζοντας την διευθύντρια.
«Άρτα, ίσως να λείψω αύριο. Για κάθε ενδεχόμενο κάλυψέ μου τις ώρες».
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Ρυτίδα~ Του Χριστόφορου Τριάντη~

Ποιητικό πεζοτράγουδο Η ΡΥΤΙΔΑ Ένα αλισβερίσι είναι η ζωή.Μια κληρονομημένη ρυτίδα στο μέτωπο που καρφώθηκε μετά από καιρό (λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία).Ξαπόμεινε μέχρι το τέλος ως υπενθύμιση:όλα γυρνάνε γύρω από την επιθυμία για κάτι,και αυτό το κάτι έχει να κάνει κυρίως με τον έρωτα.Και να τα μασκαρέματα, οι επαναλήψεις(αλίμονο),τα λογύδρια και οι συνηθισμένες ατάκες προς το άλλο πρόσωπο,κανονικές επιθέσεις γοητείας κι όπου βγει.Υπάρχει μπόλικο και αξόδευτο αίσθημα.   Πέφτεις κυριολεκτικά πάνω στον άλλον,αραδιάζοντας τα ίδια και τα ίδια,φτάνει να ξεφορτωθείς αυτό που έχεις μέσα σου, τον αυτοτιτλοφορούμενο πόθο ή καημό.Στην ουσία,ο άλλος δεν σ’ ενδιαφέρει.Ξεκινάς από τα νύχια των ποδιών κι ανεβαίνεις ( όσο περνάνε τα χρόνια),έτσι καταφέρνεις και τη φτιάχνεις τη ρυτίδα στο μέτωπο (βαθιά ή αχνή,ανάλογα τα πρόσωπα).  Μα και παλιά, όσο κι αν κοπίαζες να διώχνεις τη θλίψη και την απελπισία,γρήγορα ερχόσουν ξανά στα ίδια και στα ίδια. Άτιμο παιχνίδι,για να το πω καλύτερα,κουρασμένο δρομολόγι…

Χριστόφορος Τριάντης~Τα Κλουβιά~

ΤΑ ΚΛΟΥΒΙΑ Για να μειώσουν την απήχηση που είχαν οι απεργοί πείνας στον λαό,οι κυβερνώντες αποφάσισαν να τους κλείσουν σε κλουβιά και να τους περιφέρουν στα τσίρκα της χώρας.Είχαν ως στόχο να  εξευτελίσουν εντελώς τον πολιτικό τους αγώνα.Και όντως οι απεργοί έγιναν σπουδαίο θέαμα για χιλιάδες ανθρώπους που πήγαιναν να περάσουν την ώρα τους μπροστά στα κλουβιά.Στέκονταν με τις ώρες και θαύμαζαν τούς περιβόητους αγωνιστές,τους μαχητικούς αμφισβητίες της καθεστηκυίας τάξης.Ακόμα και σχολεία έρχονταν για να παρακολουθήσουν ένα τέτοιο ιδιαίτερο σκηνικό.Όλοι οι επισκέπτες πλήρωναν εισιτήριο,εξαιρούνταν τα παιδιά.Σιγά-σιγά οι απεργοί πείνας ξέχασαν τους λόγους για τους οποίους αγωνίζονταν,και επιδίδονταν σε θεατρινισμούς,γελοία κόλπα και παρακάλια,προκείμενου να διατηρήσουν άσβεστο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και να κερδίσουν τη συμπάθειά της.Από την άλλη μεριά,οι ιδιοκτήτες των τσίρκων βλέποντας να αυξάνονται τα κέρδη τους(λόγω των πολλών επισκέψεων)τούς χρηματοδοτούσαν μυστικά.Στο τέλο…

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …