Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

ΣΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ Η ΑΝΝΑ, ΔΑΣΚΑΛΕ

Φωτογραφία του Petros Tserkezis.
Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης
μυθιστόρημα
Έκτο απόσπασμα
ΣΑΣ ΑΓΑΠΑΕΙ Η ΑΝΝΑ, ΔΑΣΚΑΛΕ
Χτύπησα και δυο-τρεις φορές ακόμα και γύρισα στο σαλόνι. Μου θυμήθηκαν οι σκέψεις που είχα κάμει όταν είχα παραλάβει αυτό το φάκελο στο πάρτι γενεθλίων. Τον είχα κοιτάξει με απορία μέσα από την θολούρα του ποτού βρίζοντας: «Ηλίθιοι, δε ντρέπεστε που στέλνετε ανώνυμες επιστολές; Μια ανώνυμη επιστολή είναι ένας σκύλος που σε δαγκώνει πισώπλατα. Ποιος θέλει να με μαχαιρώσει;». Τις μισούσα τις ανώνυμες επιστολές. Τους θεωρούσα δειλούς, άνανδρους και μικρόψυχους όλους εκείνους που ασχολούνταν με αυτό το παράπτωμα. Με αυτό το σκεπτικό την τοποθέτησα την επιστολή στην τσέπη. Ωστόσο ακόμα δεν ήμουν σε θέση να συνειδητοποιήσω για το περιεχόμενο της επιστολής. Έμοιαζε σαν μυθοπλασία. Την είχα αφήσει έτσι ανέμελα να την πάρει η Νέλλη κι αυτό με εξόργιζε. Έπρεπε να την διαβάσω και μια φορά με ξεκάθαρο μυαλό. « Προς τα που να βαδίσω;» διερωτήθηκα. Ακούμπησα στο διβάνι του σαλονιού. Τα μελίγγια μου ένιωθα να χτυπούν παράξενα, καμπάνιζαν σαν σε συναγερμό. Εκείνα τα λόγια «...έχε γεια κρυφή μου αγάπη που δεν μπόρεσα ποτέ να σου ανοίξω την καρδιά μου!» με τσουρούφλιζαν σαν ένα καυτό σίδερο σε όλο το σώμα. «Θεέ μου», είπα, «θα τρελαθώ».
«Εσύ έπινες και γλεντούσες και ξεφυσούσες σε ανόητους καβγάδες αρπαγμένος από ανεμόμυλους κι εκείνη ποιος ξέρει σε τι λαβυρίνθους την παρασέρνουν...», σκέφτηκα αμυδρά μέσα από το λήθαργο που βυθιζόμουν.
ΕΙΧΑ σκαρφαλώσει σ’ ένα δέντρο ομίχλης και δεν έβρισκα τον τρόπο να κατεβώ. Κρεμιόμουν σαν πίθηκος από κλαρί σε κλαρί και ξανά βρισκόμουν παγιδευμένος και αιωρούμενος πάνω στο δέντρο, κουλουριασμένος σαν έμβρυο. Τι ήταν αυτό το νήμα που πλέκονταν και πλέκονταν γύρω μου σαν το κουκούλι του μεταξοσκώληκα. Και ξαφνικά δεν ξέρω τη πριόνι πριόνισε αυτό το τρομερό δέντρο, τι αέρας φύσηξε και μ' έριξε μπροστά σε μια πόρτα. Τι ήταν αυτή η πόρτα; Ήταν πόρτα σχολείου; Ήταν πόρτα σπιτιού. Σαν να μου ήταν γνωστό αυτό το κατώφλι. Όλα τα κατώφλια του κόσμου μοιάζουν. Ωστόσο τι ζητούσα εδώ; Το νήμα συνέχιζε να κουλουριάζεται. Είχε φτάσει στο λαιμό μου και μ’ έπνιγε. Ξαφνικά είδα να εμφανίζεται πίσω από το πέπλο της ομίχλης το πρόσωπο της Άννας, να κρατάει το νήμα και να μου γελάει. «Χα, χα, χα να που έγινες δικός μου, καθηγητά μου!» Εκείνη έσφιγγε κι άλλο το νήμα. «Σταμάτα», ούρλιαξα. Έκαμε ένα στροβίλισμα μπαλαρίνας και τα χείλη της βρέθηκαν πάνω στα χείλη μου. «Σταμάτα», φώναξα ξανά, «τι κάνεις;» «Αυτό που πρέπει να κάμει κάθε ερωτευμένη, καθηγητά μου, ασπάζομαι τα χείλη σου με τα φιλιά μου», είπε και εξαφανίστηκε. Μια πηχτή θάλασσα από σάπια φύλλα, μια γλιστερή μάγμα, το έλος, ένα έλος με σβάρνιζε και με μπόδιζε να κάμω μπρος. «Άννα, που είσαι. Γιατί με άφησες σ’ αυτή τη μαυρίλα». Βρισκόμουν ανερμάτιστος στη μέση του πουθενά. Αβίωτος βίος. Αιχμηρά κομμάτια από έναν σπασμένο καθρέφτη και λαμπερά κρύσταλλα μαζεύονταν και προσπαθούσαν να αγγίξουν το σώμα μου. «Θα το ξεσκίσουμε αυτό το ερωτύλο σώμα, ελεεινέ καθηγητά». Ήμουν παγιδευμένος μέσα σ’ αυτό το τέλμα. Βόδια κι άλλα ζώα μούγκριζαν και ούρλιαζαν από όλες τις πλευρές. Βρισκόμουν σε ζωολογικό κήπο; Δεν γνώριζα που βρισκόμουν. Τα ζώα ήταν παγιδευμένα μέσα στα κλουβιά τους. Ήμουν θυμωμένος. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ, πως να γλιτώσω και που να ξεσπάσω. Μια ξαφνική αστραπή με ξύπνησε. Χτυπούσαν, χτυπούσαν δυνατά στην πόρτα. Ποιος να είναι, διερωτήθηκα.
«Νέλλη», φώναξα, «Νέλλη, άνοιξε την πόρτα, σε παρακαλώ. Κάποιος χτυπάει».
Κοίταξα από το μπαλκόνι. Είχε νυχτώσει. Σηκώθηκα. Άναψα το φως και πήγα στο υπνοδωμάτιο. Η Νέλλη δεν ήταν, είχε φύγει. Το αίμα πάνω στο μάρμαρο είχε στεγνώσει. Αχ, Νέλλη, Νέλλη! Καβαλίκεψες το ζηλόφθονο άλογο που σε οδηγεί στο γκρεμό της ανοησίας και το ‘βαλες στα πόδια χωρίς να σκεφτείς την αγάπη μου και τις συνέπειες, είπα. Η πόρτα ξαναχτύπησε. Άρπαξα το εμετοδοχείο, το πήγα στην τουαλέτα και άνοιξα την πόρτα. Μπροστά μου στέκονται ο Μαξ και η Ρενάτα δυο, μαθητές μου. Με κοιτάζουν αμίλητοι σαν ένοχοι. Τόσο ατημέλητος και χάλια ήμουν που με κοίταζαν παραξενεμένοι.
«Συγνώμη», λέει η Ρενάτα, «Συγνώμη, ξέρουμε είναι ακατάλληλη ώρα, αλλά δεν μπορούσαμε να περιμένουμε ως αύριο».
«Περάστε μέσα», είπα, «δεν υπάρχει ακατάλληλη ώρα. Εσείς είστε ευπρόσδεκτοι ότι ώρα και αν είναι».
«Ήρθαμε για την Άννα», λέει ο Μαξ.
«Γιατί τι έχει συμβεί στην Άννα;»
Τα παιδιά γύρισαν αστραπιαία και κοίταξαν ο ένας τον άλλο. Η απογοήτευση ανέμιζε τις σημαίες της μέσα στα μάτια τους. Σαν να έλεγαν: Είναι δυνατόν; Δεν το γνωρίζεται;
«Δεν το ξέρετε;» ρώτησε ο Μαξ.
«Η Άννα ήρθε το μεσημέρι να μας αποχαιρετήσει. Απόψε τα μεσάνυχτα θα δραπετεύσει μ’ έναν ηθοποιό. Της έστειλε μήνυμα ο αδερφός της και την ζητάει. Απορούμε πως δεν το ξέρετε. Η Άννα μας είπε πως σας έστειλε μια επιστολή. Μου είπε πως φεύγει μερακλωμένη που δεν μπόρεσε να σας αποχαιρετήσει. Σας αγαπάει η Άννα, δάσκαλε», λέει η Ρενάτα και κόκκινα στίγματα σκεπάζουν το στρουμπουλό της πρόσωπο.
Μάργωσα. Παγωμένος ιδρώτας έλουσε την κεφαλή μου. «Άννα», ούρλιαξα μέσα μου, «Τι έκαμες, Άννα;»
«Κάμε κάτι, καθηγητά μου, δεν θέλουμε να την χάσουμε την Άννα. Είστε ο άνθρωπος που σας εμπιστευόμαστε όλοι μας και μας εμπνέεται σιγουριά. Μόνο εσείς θα μπορούσατε να την επηρεάσετε θετικά και να την σταματήσετε», λέει ο Μαξ, με κομμένη την ανάσα λες και από την ταχύτητα που θα αρθρώσει τις λέξεις εξαρτάται η τύχη της Άννας.
«Την αγαπάμε την Άννα, όπως κι εσείς, καθηγητά μου», προσθέτει η Ρενάτα. «Ο Μαξ είναι τρελός για την Άννα, ωστόσο αυτή τον αγνοεί. Αν σέβονταν λίγο την αγάπη του και την αγάπη μας, δεν θα το έκανε αυτό το επικίνδυνο ταξίδι. Όλους μας αγνοεί».
«Έχετε δίκιο», λέγω. «Πάμε. Να μη χάνουμε χρόνο. Τα λέμε στο δρόμο».
Χτενίζω τα μαλλιά μου μπροστά στον καθρέφτη του σαλονιού, αρπάζω το σακάκι και βγαίνουμε.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης