Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

 ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΦΟΝΤΑ ΝΤΑΛΙΑΝΗ
 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.
Γράφει: Ο Πέτρος Τσερκέζης
Μυθιστόρημα
Όγδοο απόσπασμα
ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΦΟΝΤΑ ΝΤΑΛΙΑΝΗ
Ο Φόντα Νταλιάνης ψηλός και μελαχρινός στέκονταν μπροστά στην είσοδο σαν ερωτηματικό. Δεν ανταποκρίθηκε στην καλησπέρα μας. Τα χοντρά του φρύδια τεντώθηκαν σαν τόξα από την απορία. Μετά από λίγο έσμιξαν, αγκυλώθηκαν πάνω από τα γουρλωμένα μάτια κι έμειναν έτσι ασάλευτα.
«Καλησπέρα», είπε για δεύτερη φορά η Άρτα Φάντη.
Εκείνος έκαμε μια αμυδρή προσπάθεια να ψιθυρίσει κάτι, αλλά έμεινε μόνο προσπάθεια. Η καλησπέρα του δεν έφτασε σ’ εμάς. Αχ, έχασες τη φωνή σου τώρα, είπα μέσα μου.
«Ποιος είναι Φόντα μου;» ακούστηκε η φωνή της γυναίκας του από μέσα.
Εκείνος ξανά δεν ανταποκρίθηκε. Το πρόσωπό του άλλαζε χρώματα. Όταν εμφανίστηκε η σύζυγός του τον κάλυπτε το σταχτόμαυρο χρώμα της γης. Είχε στυλώσει τα μάτια στους δυο συμμαθητές της κόρης του και όλο λύγιζε έτοιμος να καταρρεύσει και να σωριαστεί.
«Καλωσορίσατε», είπε η σύζυγος μ’ ένα συγκρατημένο χαμόγελο.
«Ήρθαμε για την Άννα», είπε η διευθύντρια.
«Κοπιάστε μέσα».
«Σας ευχαριστούμε», είπα μπαίνοντας.
Όταν καθίσαμε στο σαλόνι ο Φόντας είχε συνέρθει κάπως. Έβγαλε το πακέτο και μου πρόσφερε τσιγάρο.
«Ευχαριστώ», είπα, «δεν καπνίζω».
«Οχ, συγνώμη, ξέχασα που δεν καπνίζετε».
Το πρόσωπό του είχε συνέρθει στο κανονικό χρώμα, αλλά η απορία ήταν ακόμα ζωγραφισμένη μέσα στα μάτια του.
Κάποια στιγμή σηκώθηκε και πήγε στη κουζίνα.
«Ίσως δεν έπρεπε να τους πάρουμε τους μαθητές μαζί μας», μου ψιθύρισε η διευθύντρια.
«Όχι, είναι το δυνατό μας χαρτί και θα το διαπιστώσεις σε λίγο», είπα.
Η οικοδέσποινα βγήκε να μας φιλέψει μ’ ένα δίσκο με τέσσερα πιατάκια με καρυδάτο.
«Αυτά είναι περιττά», είπε η διευθύντρια. «Θα θέλαμε να δούμε την Άννα, μπορείτε να μας την φωνάξετε;»
«Αχ, λυπάμαι, η Άννα δεν είναι εδώ».
«Που είναι, αν επιτρέπεται;»
«Έχει πάει στη γιαγιά της στο χωριό. Η μάνα μου είναι πολύ άρρωστη και την ζήτησε».
«Γιατί δεν μας ειδοποιήσετε; Τι είναι το σχολείο χάνι;»
«Συγνώμη, κυρία διευθύντρια. Θα το κάναμε σύντομα. Περιμένουμε τις εξετάσεις . Δυστυχώς δεν ξέρουμε πόσο θα συνεχίσει η ασθένειά της».
«Πολύ ωραίο το παραμύθι σας κύριε Νταλιάνι», είπα. «Ξέρετε γιατί βρίσκονται εδώ αυτοί οι δύο συμμαθητές της Άννας, γιατί τρέμει η καρδιά τους για την τύχη της. Ήρθαν και μας βρήκαν και μας ξεσήκωσαν, το ταμπούρλο του συναγερμού τους ήχησε σαν καμπάνα σ’ εμάς. Την ρίξετε την κόρη σας στην αγκαλιά των εμπόρων της λευκής σάρκας και συνεχίζεται να μας κοροϊδεύεται αραδιάζοντας παραμύθια για μωρά και μας φλομώνετε στο ψέμα. Μαξ, πες στον κύριο Νταλιάνι τι έμαθες για τον ηθοποιό».
«Τ’ απόγευμα ήρθε η Άννα να μας αποχαιρετήσει. Κολυμπούσε σε αμφιβολίες και ομίχλη».
Η φωνή του Μαξ έμοιαζε με παράπονο, με αναστεναγμό. Τα μάτια του ήταν σαν δυο μεγάλες σταγόνες δακρύων. Η αγάπη γίνεται παράπονο, γίνετε πόνος και αναστεναγμός. Γίνεται και φόβος για τον άνθρωπο που αγαπάς. Η Άννα είναι η ενσάρκωση του ονείρου κάθε νέου, σκέφτηκα κι εκείνα τα δάκρυα που ήταν έτοιμα να ξεσπάσουν από τα μάτια του Μάξ ανέβηκαν στο λαιμό μου και μ’ έπνιγαν.
«Δεν μας άρεσε καθόλου αυτό το ταξίδι της Άννας μ’ έναν άγνωστο, μέσα στη νύχτα και σε μια ξένη χώρα! Δεν είχαμε ωστόσο κανένα επιχείρημα. Χωρίσαμε με βουρκωμένα μάτια. Η Ρενάτα επίμενε να το ακυρώσει την ίδια στιγμή αυτό το ταξίδι και να εξαφανιστεί, να κρυφτεί στο σπίτι της, αν δεν είχε κάπου αλλού. Δεν μπορώ, είπε η Άννα, δεν γίνετε, έχω δώσει τον λόγο μου. Όλα είναι έτοιμα. Μετά ο αδερφός μου με περιμένει. Ο πατέρας μου...».
Εκείνη η θηλειά που μπούκωνε το λαιμό μου είχε ανεβεί και στον λαιμό του Μαξ κι εκείνος έβηξε μερικές φορές ν’ ανοίξει το φράγμα, να καταπιεί το λυγμό που του προκαλούσε η χαμένη του αγάπη, ή ίσως και να ρίξει ένα φτύμα σε όλους αυτούς που είχαν οργανώσει την απαγωγή της Άννας.
«Μόλις έφυγε η Άννα, η Ρενάτα πρότεινε να τρέξουμε να μάθουμε γι’ αυτό το πρόσωπο. Εγώ έτρεξα στον αδερφό μου κι εκείνη στη θεία της ηθοποιό. Ο αδερφός μου είχε ακούσει για αυτό το «διάσιμο» ηθοποιό. Ένας φίλος του γνώριζε περισσότερα. Η Άννα είναι το τέταρτο κορίτσι που θα δραπετεύσει μαζί του με τον ίδιο τρόπο και σίγουρα θα την βγάλει στο κλαρί. Μόνο αυτός ξέρει τι την περιμένει. Ίσως να την πλασάρει πως το λένε σε μπορντέλο, σε πορνείο. Κανείς δεν έμαθε τι έγιναν τα τρία άλλα κορίτσια. Να έχει καλύτερη τύχη η Άννα μας; Που θα την προμηθεύσει; Όπου θέλει»
«Δεν μπορεί δεν είναι αλήθεια; Είχε και γράμμα από το γιο μου. Α, όχι, όχι. Αδύνατον. Έμοιαζε τόσο ευγενικός;».
«Αυτά κύριε Νταλιάνι. Ένας πατέρας στέλνει την κόρη του με την συγκατάθεσή του στην κόλαση. Μόνο η σκέψη για ένα ταξίδι με μαφιόζους σου προκαλεί ρίγος, σε τρομοκρατεί. Μόνο καλοσύνη δεν έχουν αυτά τα αθόρυβα και κλέφτηκα βήματα μέσα στο έρεβος. Κάθε βήμα σ’ αυτή την κόλαση θ’ αφήνει ίχνη αίματος. Κανείς δεν θα τις στρώσει κόκκινα χαλιά, να είστε σίγουρος. Με αγκάθια και συρματοπλέγματα είναι στρωμένος ο δρόμος της».
«Δεν ήταν μόνος του αυτός ο περιβόητος, είναι τέσσερις στην παρέα. Δεν είναι δυνατόν, δεν μπορεί...Ω, θεέ μου»
«Και δεκατέσσερεις να είναι, δεν αλλάζει τίποτα», είπε η Άρτα Φάντη. «Αυτή η υποτιθέμενη παρέα ήταν απλώς για να σας ρίξει στάχτη στα μάτια».
«Τι κάμαμε, Φόντα μου, την πήραμε στο λαιμό της κόρη μας. Αχ, Αννούλα μου, ψυχή μου».
Η μητέρα της Άννας σταυροκοπήθηκε, έβγαλε κάποιους λυγμούς και λιποθύμησε. Η διευθύντρια έτρεξε κοντά της.
Έριξε μια τρελή ματιά στη γυναίκα του. Μας κοίταξε όλους με το ίδιο σαλεμένο βλέμμα. Μια μαύρη μέδουσα, μια γκριμάτσα απελπισίας, είχε δικτυώσει το πρόσωπό του.
«Άννα, Άννα, αχ, τι σου έκαμα ο φονιάς! Σε σκότωσα με τα ίδια μου τα χέρια, αγάπη μου. Αν δεν φέρω την Άννα μου πίσω θα πεθάνω», είπε ανοίγοντας την πόρτα και όρμησε μάσα στη νύχτα.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΑΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ – μυθιστόρημα


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης