Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

 ΣΕ ΠΑΡΤΙ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης

 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Απόσπασμα δεύτερο: - μυθιστόρημα
ΣΕ ΠΑΡΤΙ ΓΕΝΕΘΛΙΩΝ
Ήταν μια χαριτωμένη μαγιάτικη μέρα. Λυγερή σαν βγαλμένη από γαλανά μάτια κοριτσιών. Με μια δροσερή ανθοδέσμη με άλικα ρόδα κι ένα βραχιολάκι στη τσέπη επιλεγμένο με γούστο από την αρραβωνιαστικιά μου, τη Νέλη πήγαινα ανέμελα στο δρόμο σφυρίζοντας με καλή διάθεση. Τα ρόδα σαν να μου μιλούσαν με την μεθυστική ευωδία. Έσταζαν σιγά-σιγά ανθόνερο στην ψυχή μου. Ήμουν προσκεκλημένος στο πάρτι των γενεθλίων της πρώτης μου ξαδέρφης, της Σαβίνας Λ. Δεν συνήθιζα να κρατώ λουλούδια. Τα θεωρούσα αχρείαστα, κόλπα και εργαλεία της γυναικείας ομορφιάς. Ωστόσο σήμερα σε αντίθεση με τις συνήθειες μου την είχα αγοράσει με ενθουσιασμό αυτή την ανθοδέσμη, και ένιωθα να με κατακλύζει μια ελαφρότητα χορού. Και για αυτό με είχε πείσει η Νέλη. Είχε πάρει μια ανθοδέσμη με γλαδιόλες που στέκονταν σ’ ένα
κρυστάλλινο βάζο στο τραπέζι του σαλονιού και τις αγαπούσα ιδιαίτερα και μου τις είχε βάλει στα χέρια.
«Κοίταξε, κοίταξε σε παρακαλώ τον εαυτό σου στον καθρέφτη. Μοιάζεις καταπληκτικά. Σου πάει πολύ. Αγόρασε, αγάπη μου μια ανθοδέσμη, μην έχεις εμμονές. Αυτή η ευγενική πράξη ταιριάζει παραπάνω στους άντρες. Δεν χαρίζουν οι άντρες λουλούδια; Εμένα δεν μου χάρισες ποτέ. Δεν ήσουν μαθημένος. Θα μάθεις και θα μου χαρίσεις κι εμένα. Ο έγγαμος βίος θα μας προσφέρει πολλές ευκαιρίες. Πως σου φαίνεται;»
«Δεν είναι άσκημα. Έχουν χάρη. Χαρίζουν ερωτική αύρα στον άντρα. Χα, χα, χα. Δεν είχα προσέξει ποτέ τον εαυτό με κρίνα στα χέρια. Είναι ωραία. Μου πάνε, μου πάνε, νιώθω υπέροχα σαν για εφηβική εξόρμηση», είπα «μ’ έπεισες, γλυκιά μου. Μου αρέσει, αλλά θα νιώσω μισός χωρίς εσένα».
«Θα ερχόμουν, αγάπη μου, αλλά είμαι χάλια. Είναι η πρώτη μέρα της εμμηνόρροιας σήμερα και είμαι τόσο αδιάθετη που δεν ξέρω τι να κάμω με το κεφάλι μου. Πες στην ξαδέρφη σου, θα με καταλάβει, να της διαβιβάσεις τις ευχές μου και την αγάπη μου.
«Εντάξει, αγάπη μου, είπα, υπάρχουν και αυτά τα βάσανα στη ζωή των ζευγαριών. Θα πηγαίνω μόνος, Ξεκουράσου. Τα λέμε. Ελπίζω να επιστρέψω γρήγορα».
Τι φίλησα. Με φίλησε κι εκείνη και βγήκα. Ωστόσο δεν την ένιωθα την απουσία της. Το τοπίο ήταν θαλερό και μου έμοιαζε σαν να είχα θάλλει από το στέρνο της μαγιάτικης μέρας. Μέρα σαν γεννημένη για χαρές. Με τη Σαβίνα ήμασταν τα παιδιά της ίδιας αυλής γι’ αυτό είχε τόσο αύρα και εκδήλωνε τόσο γοητευτικό αυθορμητισμό η χαρά μου. Μόλις είχε αρραβωνιστεί κι εκείνη και ήταν τα πρώτα της γενέθλια μετά τον αρραβώνα. Είχα πλησιάσει την είσοδο του σπιτιού. Τραγουδούσαν εκεί πάνω. Κοίταξα την ώρα. Ήμουν στην ώρα μου. Παραξενεύτηκα που είχε αρχίσει τόσο νωρίς το γλέντι. Μόλις μπήκα με βομβάρδισαν με υγείες. Λες και αυτό ήταν το καλωσόρισμα. Δεν ήταν άσχημο. Μου έχει αρέσει πάντα η καλή παρέα και το γλέντι. Έτσι που αρπάχτηκα μονομιάς από τη χαρά του τραπεζιού. Καίγονταν το πελεκούδι, όπως λέμε στα μέρη μας. Το γλέντι ήταν στο αποκορύφωμα. Λες και οι παρευρισκόμενοι περίμεναν εμένα για ν’ αρχίσουν το χορό. Κάπως αστείος, από αυτούς που χορεύουν και τραγουδούν οι μεθυσμένοι, αλλά είχε πλάκα.
Το πίνει ο Τζίμης το ρακί,
το πίνει, το πίνει και κόμπο δεν αφήνει...
Πιε το, Δημήτρη, πιε το
Και πάλε γιόμισέ το.
Ήπια τέσσερις πέντε υγείες μονοκοπανιά. Δεν ήταν άσπρος πάτος όπως λένε, μαύρο πάτο έβλεπα στο τέλος του ποτηριού, δεν θα τη γλίτωνα έτσι εύκολα. Το τραγούδι πήγαινε βρόντος, ο χορός είχε πιαστεί γύρω από το τραπέζι και τα ποτήρια κατρακυλούσαν χωρίς σταματημό. Δεν είχαμε ζεσταθεί απλώς, αλλά βράζαμε, ηφαιστειακή λάβα είχαμε μέσα μας. Είχα αφεθεί να με αρπάξει το ρεύμα του γλεντιού και όξω φτώχεια. Ήμουν στο πόδι και παρακαλούσα με το ποτήρι στο χέρι για δυο λεπτά σιγή να πω κάτι και να πιω μια υγεία για την ξαδέρφη μου και τον αρραβωνιαστικό της. Την είπα μόνο για λόγου μου την ευχή. Κανείς δεν με άκουγε. Τότε κατρακύλησα το περιεχόμενο του ποτηριού που κρατούσα στο χέρι και έκατσα θυμωμένος. Ξαφνικά ένιωσα κάποιον να με τραβολογά από το αριστερό χέρι. Τράβηξα το χέρι σκεπτόμενος πως κάποιον ενοχλούσα ή κάποιος επιθυμούσε να με καθησύχαση και συνέχισα να ξεφυσώ. Το τράβηγμα συνεχίστηκε πιο έντονο. Γύρισα το κεφάλι. Ένα προτεταμένο χέρι μπροστά μου με κρινένια δάχτυλα, ένας άσπρος φάκελος, ένα πουλί πεταρίζει μπροστά στα μάτια μου. Ένα αγοράκι 9-10 χρονών μου τοποθετεί το φάκελο στο χέρι: «Για τ’ εσένα», λέει και το βάνει στα πόδια. Εξαφανίζεται πριν προλάβω καν ν’ αποτυπώσω τα χαρακτηρίστηκα του και να το ρωτήσω: Τι είναι αυτό; Τον γύρισα το φάκελο από τη μια, τον γύρισα από την άλλη δεν υπήρχε πουθενά διεύθυνση αποστολέα. Στο όνομα του παραλήπτη που ήμουν εγώ ο ίδιος διέκρινα έναν γνωστό χαρακτήρα γραμμάτων, όμως στις συνθήκες που βρισκόμουν με θολό το βλέμμα από το ποτό δεν θα μπορούσα να σκεφτώ και να ανακαλύψω ποτέ πως εκείνο το γράμμα ερχόταν από την μαθήτρια μου, την Άννα. Εξόν αυτό με τη νευρικότητα που με διακατείχε, με την οχλαγωγία που επικρατούσε και με την αστραπιαία ταχύτητα που είχε συμβεί το γεγονός, δεν θα μπορούσα να μαντέψω ποτέ τον πιθανό αποστολέα, τόσο ορνιθοσκαλίσματα έμοιαζαν τα γράμματα. Το ποτό είχε θολώσει το μυαλό μου. Για να μη κινήσω τις υποψίες των παρευρισκόμενων και να μη χαλάσω τη ροή του γλεντιού τοποθέτησα το φάκελο στην εσωτερική τσέπη του σακακιού και συνέχισα με τραυματισμένη διάθεση να ψιθυρίζω το τραγούδι. Στο λεπτό την είχα ξεχάσει κιόλας την υπόθεση της αινιγματικής επιστολής. Πηγαίνοντας στο σπίτι σαν ακυβέρνητο βαρκάκι σε τρικυμισμένο πέλαγος με είχε κυριαρχήσει μια σκανδαλιάρικη ευφορία, τα βήματά μου χόρευαν ένα ανώμαλο χορό. Βρισκόμουν στο πεδίο των προγόνων, έβγαζα μόνο κραυγές και είχα διάθεση για γλέντι, για τραγούδι, για καβγά. Δεν ξέρω τι ήθελα. Παράλογες ιδιοτροπίες που τις βγάζει το μεθύσι και γελάς με τον εαυτό σου όταν ξεκαθαρίζει το μυαλό από την ομίχλη του ποτού. Είχα φτάσει στο πάρτι στις δυο μ. μ. με λαμπρό ήλιο και είχα σηκωθεί από το τραπέζι στις έξι με μαύρο, κατσουφιασμένο ουρανό. Κοίταξα τον ουρανό αδιάφορος σαν να διερωτώμαι που είχε εξαφανιστεί όλη εκείνη η λαμπράδα; Κάπου άστραφτε. Ας αστράψει και ας κεραυνοβολήσει, σκέφτηκα. Χα, χα, χα, γιατί δεν ρίχνεις ρακί από κει πάνω, Θεούλη, αφού έχεις βάλει τις φωτιές και έχεις μαυρίσει τα καζάνια σου; Η προοπτική της νεροποντής ή χαλαζόπτωσης ήταν αδιάψευστη. Η θεομηνία πλησίαζε από αυτές τις μαγιάτικες που, κατασπαράζουν της καλλιέργειες και αφήνουν πίσω τους θύματα. Μπήκα στο σπίτι τραγουδώντας τραυλά:
Ρίξε, θεέ μου μόνο ρακί,
Να πιει ο κόσμος να ξεχαστεί
Απ’ τα μεράκια της ζωής...
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ- μυθιστόρημα


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης