Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

 Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ

Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης

Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Τρίτο απόσπασμα-μυθιστόρημα
Η ΚΑΤΑΙΓΙΔΑ
Η καταιγίδα ξέσπασε μόλις έφτασα στην είσοδο του σπίτι μου. Δεν έρχονταν εξ ουρανού, από τα βουρκωμένα μάτια της αρραβωνιαστικιά μου ξέσπασε. Στεκόμουν στο μισοσκόταδο προσπαθώντας ν’ ανοίξω την πόρτα. Ήταν αδύνατο. Το κλειδί δεν έμπαινε στην κλειδαρότρυπα. Το γύριζα και το ξαναγύριζα στα χέρια και τίποτα. Χτύπησα το κουδούνι. Χτύπησα και την πόρτα με τα κλειδιά. Ξανά καμιά ανταπόκριση. Έψαξα στις τσέπες για κανένα άλλο κλειδί. Δεν έβρησκα τίποτα. Από που είχε φυτρώσει το κλειδί που κρατούσα στο χέρι; Ποια πόρτα άνοιγε; Και η αρραβωνιαστικιά μου τι είχε γίνει. Είχα ή δεν είχα αρραβωνιαστικιά; Χτύπησα το κουδούνι για δεύτερη και για τρίτη φορά φωνάζοντας: Νέλη άνοιξε. Τι έγιναν τα κλειδιά μου; Νέλη, Νέλη που βρίσκεσαι και άρχισα να τραγουδώ:
Άνοιξε Νέλη,
ο Τζίμης σου σε θέλει,
Νέλη, Νελάκη
όμορφο κουνελάκι.
Κρατούσα το χέρι στο κουδούνι και χτυπούσα με συναγερμό. Τράβηξα το χέρι από το κουδούνι. Ένας λεπτός ιδρώτας σκέπασε το πρόσωπό μου. Που βρίσκονταν αυτό το τούνελ που περιπλανιόμουν και μ’ έριχνε δαιμονικά από το πάτωμα στο ταβάνι; Ήταν ή δεν ήταν το σπίτι μου εδώ; Καμιά επιγραφή δεν υπήρχε πάνω στην πόρτα. Κάτι έγραφε πάνω στο κουδούνι, ωστόσο δεν μπορούσα να το διαβάσω. Η καταχνιά και το έρεβος συσσωρεύονταν από παντού. Είχα μια τάση εμετού και μια παράξενη σκοτοδίνη είχε κουρνιάσει μέσα στην όρασή μου. Δεν καταλάβαινα από που προέρχονταν αυτή η σκοτισμάρα. Έκατσα σταυροπόδι πλάι στην πόρτα και έπιασα το κεφάλι με τα χέρια. Ξαφνικά ένιωσα να με ταρακουνούν να με τραβολογούν και να μου φωνάζουν: Δημήτρη, Δημήτρη ξύπνα! Ξύπνα, αγάπη μου!... Κάτι μαστίγια χαστούκιζαν τα μάγουλά μου. Ω, αφήστε με, αφήστε μεεε να κοι-μη-θώ, τραύλισα πέφτοντας μπρούμυτα και σκεπάζοντας το κεφάλι μου με τα χέρια. Και ξαφνικά η νεροποντή μ’ έλουσε πατόκορφα. Ξύπνησα.
«Βρέχει;»
«Ναι, βρέχει, αγάπη μου, με την κανάτα. Έλα, κάμε μια προσπάθεια, καλέ μου, κάμε μια προσπάθεια να σηκωθείς.
Μου έβαλε τα χέρια κάτω από τις μασχάλες.
«Γιατί, γιατί, γιατί να σηκωθώ, Καλά είμαι εδώ».
«Αχ, θεέ μου, ποιον να φωνάξω να με βοηθήσει;»
«Για, γ-ι-α πιο πράγμα;»
«Να σε σηκώσω».
«Σηκώνομαι μόνος μου. Δεν είμαι μεθυσμένος».
Έκαμα ένα πήδημα και για λίγο να σπάσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Ευτυχώς έπεσα στην αγκαλιά της.
«Ποια είσαι εσύ και τι θέλεις εδώ;» Ρώτησα και τη φίλησα στο μάγουλο.
«Θεέ μου, βρομοκοπάς σαν χτικιό».
«Τι, τι είπες;»
«Θα σου τα ψάλω αύριο ποια είμαι».
«Τώρα θέλω».
«Προχώρα και άφησε τις παλαβομάρες. Μου έβγαλες την πίστη».
Είχα αρχίσει να συνειδητοποιώ για την κατάστασή μου. Έβγαλα το σακάκι. Προσπάθησα να το αναρτήσω στον αναρτήρα. Δεν ήθελε να υπακούσει. Το πέταξα σε μια καρέκλα και ξάπλωσα πάνω στο ντιβάνι. Κάτι λευκό γλίστρησε στο πάτωμα, στο πόδι της καρέκλας, αλλά δεν έδωσα σημασία. Δεν μπορούσα να σηκωθώ. Τα άκρα μου δεν τα ένιωθα καθόλου, είχαν ξυλιάσει σαν να ήμουν ανάπηρος. Μ’ έπιασε ένας τρελός λόξιγκας. Ένιωθα σπασμούς σαν μαχαιριές στο στομάχι. Καίγονταν τα σωθικά μου.
«Κυρία, μπορείς να μου παραγγείλεις ένα σκέτο, σε παρακαλώ και μια ασπιρίνη», είπα με τη χοντρή μου γλώσσα σαν γλώσσα αγελάδας. «Φέρε μου και μια λεκάνη, σε παρακαλώ».
«Έγινες για τη λεκάνη, καημένε μου, δεν ξέρεις που πατάς και που βρίσκεσαι, με το τσαρούχι το ήπιατε αυτό το έρημο; Πόσο ρακί φαρμακώσατε. Γέμισε βόχα όλο το σπίτι μου έρχεται να κάμω εμετό.
Η Νέλη έφερε το φλιτζάνι του καφέ. Το έπιασα. Δεν μπορούσα να το πλησιάσω στα χείλη. Τον έχυσα.
Εκείνη έβαλε τις φωνές.
«Οχ, οχ, μάνα μου, μάνα μου. Πάει, το χαράμισες το κοστούμι του αρραβώνα μας. Στεγνά τα έχεις; Τι έκαμες;»
Μου άρπαξε το φλιτζάνι από το χέρι.
«Να σου τον δώσω εγώ να τον φαρμακώσεις. Τον περίδρομο ήπιες. Αφού δεν αντέχεται το ποτό, γιατί πίνεται τόσο πολύ; Δεν είστε άνδρες εσείς αντράλα είστε».
«Ποια είσαι εσύ, κυρά μου; Πως το - τολμάς και βάζεις τις φωνές στον καθηγητή, Δημήτρη Μπόλο;»
«Α, ξύπνησες τώρα, σου θίξαμε τον ανδρισμό της αφεντιά σου. Τι μαυρίλα του τη βλέπει αυτός ο καθηγητής. Έκαμε φτερά η υπόληψη σου Δημήτρη Μπόλο. Αύριο θα σε κακολογεί όλη η πόλη και οι μαθητές θα σου βγάζουν τη γλώσσα».
Άρπαξα το φλιτζάνι από το τραπέζι και το κατρακύλησα. Μάσησα και την ασπιρίνη.
«Δεν, δεν, δεν έχει γεννηθεί κανείς να, να βγά-βγα-βγάλει τη γλώσσα στο Δημήτρη Μπόλο.
Εκείνη πηγαινοέρχονταν από το σαλόνι στην κουζίνα με λοξοκοίταζε μουρμουρίζοντας και λοιδορούσε όλο τον ανδρικό πληθυσμό με χυδαιότητα. Και ξαφνικά παίρνοντας το σακάκι μου να το κρεμάσει το βλέμμα της έπεσε πάνω στο λευκό φάκελο.
«Τι είναι αυτό;» Ρώτησε.
«Τι είναι αυτό;» Παραξενεύτηκα κι εγώ.
Άνοιξε με νωχελικές κινήσεις το φάκελο και άρχισε να διαβάζει μεγαλόφωνα:
«Καθηγητά μου... Καθηγητά μου...» διάβασε για δεύτερη φορά. Σε κάθε φράση που διάβαζε τα μάτια της πετούσαν σπίθες λες και ήμουν από εύφλεκτη ύλη ή σαν να έχυνε βενζίνη πάνω μου και με πυρπολούσε μ’ εκείνα τα μάτια. Εγώ την συνόδευα απαθείς και χαμογελούσα. Δεν το κρύβω κάποια έκπληξη και απορία ένιωθα. Ωστόσο το μυαλό μου ήταν τόσο μουδιασμένο που σχεδόν δεν λειτουργούσε και το μόνο που επιθυμούσα ήταν ο ύπνος. Δεν ξέρω αν άκουγα ή κοιμόμουν.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης