Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑ~Π.Τσερκέζης

ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ

 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης
Μυθιστόρημα
Έβδομο απόσπασμα
ΑΝΕΜΟΣΤΡΟΒΙΛΟΣ ΤΩΝ ΠΑΘΩΝ
Ανέβηκα τα σκαλιά της πολυκατοικίας από τρία και από τέσσερα. Ίσως από δεκατέσσερα. Τα άλματά μου ήταν απίστευτα. Άλματα που θα μπορούσαν να με ανεβάσουν ως τον ουρανό. Όταν έφτασα στην πόρτα του διαμερίσματος της Άρτας Φάντη το σφυροκόπημα της καρδιάς ήταν τόσο έντονο λες θα έσπαζε το στέρνο μου. Εκείνο το αόρατο σφυρί ήταν εκεί και είχε αρχίσει το σφυροκόπημα από τι στιγμή που οι μαθητές μου είχαν αρχίσει να μου αραδιάζουν τα κατορθώματα του ηθοποιού. Ανατρίχιαζα σε κάθε τους φράση. Στην πραγματικότητα δεν είχαμε δόση ποτέ καμιά υπόσχεση εγώ και η Άννα. Ούτε ένα «σ’ αγαπώ» δεν είχαμε ψιθυρίσει. Δεν ήμασταν δέσμιοι με κανένα δαχτυλίδι. Μοναδικά δεσμά ήταν τα μάτια μας που κεραυνοβολούσαν όταν αντικρίζαμε ο ένας τον άλλο και κάποιες φράσεις όλο υπονοούμενα πεταγμένες σαν τυχαία σε τυχαίες συναντήσεις σε κάποια διαλείμματα ή σε χορούς σε χοροεσπερίδες. Ωστόσο στο υπέδαφος των συναισθημάτων έρεε ένας ορμητικός ποταμός που ξεχείλιζε από σιωπηλή, κεραυνοβόλα αγάπη. Αυτός ο ποταμός ήταν από φωτιά που μας χώριζε μόνο, μας κρατούσε μακριά, μας εξόργιζε και μας κάλυπτε μ’ ένα συνεχόμενο πέπλο θλίψης που δεν μας ταίριαζε καθόλου. Ωστόσο εγώ είχα διαπράξει το τρομερό λάθος. Την φιλία με την Νέλλη την είχα αφήσει να κερδίσει έδαφος, να εξελιχθεί αστραπιαία και να με παγιδέψει μ’ ένα δαχτυλίδι αρραβώνα. Εντωμεταξύ αυτό τον ορμητικό χείμαρο τον νιώθαμε και οι δυο και τον αφήναμε να μας παρασύρει με ορμητική του οργή μη μπορώντας να ριχτούμε στην αγκαλιά ο ένας του άλλου. Αυτά τα αόρατα δεσμά ωστόσο είναι τα πιο δυνατά.
«Δεν μας ακούτε;» ρώτησε η Ρενάτα. «Δεν είστε εδώ;»
«Σας ακούω και σκέφτομαι να βρω μια διέξοδο. Δεν της τα είπατε όλα αυτά της Άννας», ρώτησα θορυβημένος.
«Δεν γνωρίζαμε τίποτα γι’ αυτόν τον απαγωγέα ως τη στιγμή που αποχαιρετηθήκαμε με την Άννα, αργότερα τα μάθαμε», είπε ο Μαξ. «Εκείνος έχει σχέση μ’ ένα φίλο του αδερφού μου. Μπαινοβγαίνει λαθραία και κάθε φορά παίρνει και κάποιο κορίτσι μαζί του. Λένε τα εργοδοτεί, αλλά στην πραγματικότητα ίσως να τα προμηθεύει σε ξενοδοχεία ή τα βγάζει στο κλαρί. Αυτή είναι η καλή φήμη για την μεγαλοψυχία του ηθοποιού. Να τρέξουμε στο σπίτι της Άννας ίσως την προλάβουμε, δάσκαλε».
«Εγώ λέγω να ειδοποιήσουμε την διευθύντρια», πρότεινε η Ρενάτα.
«Μπράβο, υπέροχα. Μου αρέσει πολύ η ιδέα σου. Να μπάσουμε στο χορό και την Άρτα Φάντη. Παίρνει άλλη διάσταση πιο επίσημη το πρόβλημα».
Και να που βρισκόμουν με κομμένη την ανάσα μπροστά στην πόρτα της χτυπώντας το κουδούνι με συναγερμό. Δεν ανταποκρίνεται κανείς σκέφτηκα συνεχίζοντας να πατώ το κουμπί. Γιατί αργεί ν’ ανοίξει; Η ανησυχία μου έτρεφε την ανυπομονησία και το λεπτό το έκανε αιώνα. Τελικά η πόρτα άνοιξε και στο πλαίσιο της εμφανίστηκε η Άρτα Φάντη, μ’ ένα συγκρατημένο φλου χαμόγελο, με μια ζωγραφισμένη έκπληξη που έμοιαζε με απορία και παραξενιά ταυτόχρονα.
«Δημήτρη, εσύ; Με τρόμαξες; Τι ήταν αυτός ο συναγερμός; Τι συμβαίνει;»
Ακόμα δεν είχε ισορροπήσει η αναπνοή μου. Την αναστάτωσή της ίσως να την επιχορηγούσε και η ταραχή μου που δεν ήμουν σε θέση να αρθρώσω λέξη.
«Αχ, συγνώμη», είπα τελικά, «χίλια συγνώμη για την αναστάτωση.
«Δεν είναι τίποτα. Πάντως η έκπληξη είναι ευχάριστη. Διάβαζα το βιβλίο σου. Μου έχουν μείνει και τρία κεφάλαια ακόμα. Ωραία ευκαιρία. Πέρνα μέσα να τα πούμε. Μου ήρθες κατά παραγγελία!»
«Όχι, όχι δεν έχουμε χρόνο, φορέσου και πάμε».
Τα μάτια της γούρλωσαν παράφορα σαν να κρέμονταν εκεί ένας γκρεμός. Ο γκρεμός του φόβου. Ο γκρεμός που μπορεί ν’ αρπάξει την Άννα αιωρείται παντού, σκέφθηκα. Τα μαύρα μαλλιά της διευθύντρια φούντωσαν σαν να τα ξεσήκωνε ένας αέρας ανησυχίας.
«Τι συμβαίνει; Μου προκαλείς τρόμο».
«Έλα γρήγορα. Θα σου εξηγήσω στο δρόμο. Σε περιμένω κάτω».
Κατεβαίνοντας τα σκαλιά μου τυμπάνιζαν κάποιες παράξενες λέξεις; «Κανένα τραύμα δεν πονάει περισσότερο από την εγκατάλειψη της αγάπης». Ποιος το είπε αυτό; Σύμφωνα με αυτό το γνωμικό εγώ ήμουν δυο φορές εγκαταλειμμένος από την αγάπη. Για ποια θα θρηνούσε περισσότερο η ψυχή μου για την Νέλλη ή για την Άννα; Ανεμοστρόβιλος των παθών. Κατά βάθος ένιωθα πως είχα χάσει για πάντα την αρραβωνιαστικιά μου. Ωστόσο όλο αυτό
το ρίγος και ο συναγερμός που ένιωθα μην ήταν από το φόβο μην χάσω και την Άννα και έτρεχα σαν τρελός να την αρπάξω στην αγκαλιά μου; Το μυαλό μου δημιουργούσε σενάρια.
Μια σκηνή μέσα στο σκοτάδι υψώνονταν και στο άψε σβήσε την άρπαζε ο άνεμος. Μια σκηνή με σκληρά σκηνικά, χωρίς σκηνοθεσία και σκηνοθέτη. Αχ, όχι, όχι, υπάρχει ο σκηνοθέτης. Σκηνοθετημένα είναι όλα ως την λεπτομέρεια. Μια σκηνή μέσα στη σιωπή, με κάποιους μακρινούς προβολείς σαν δαιμονικά μάτια, οι προβολείς της ακτοφυλακής. Ένα ζευγάρι σβαρνίζει τα πόδια μέσα στο σκοτάδι. Μια μουσική κυμάτων συνοδεύει αυτή την παράσταση που φέρνει μια βαρκούλα στην ακτή. Μια βαρκούλα σαν σε ειδυλλιακά ρομάντσα. Όλα μοιάζουν όμορφα, ρομαντικά. Μια βάρκα μέσα στην αναρχία των κυμάτων και των ψυχών. Δυο κουπιά σαν φτερά γλάρου αγγίζουν τα κύματα. Και ο κωπηλάτης; Αχ, θάλασσα βελουδένια θάλασσα πόσο σε αγάπησα, θάλασσα από γαλανάδα και οράματα, από πίκρα και καταιγίδα. Η παλίρροια ανεβαίνει, η παλίρροια της θάλασσας και των ψυχών. Παλίμβουλα κύματα, απατημένες ψυχές. Η επιφάνεια της θάλασσας ανυψώνεται και η επιφάνεια της ψυχής βουλιάζει στην υποψία. Υπάρχει παλιρροιογράφος να καταγράψει τις μεταβολές της στάθμης του ανθρώπινου πάθους; Κάτι ακούγεται μέσα στο σκοτάδι σαν τρίξιμο δοντιών. Ποιο θεριό ακονίζει τα δόντια του; Και στην συνέχεια ένας αέρας σαν δαιμονικό, δουλικό χαμόγελο μπροστά σ’ εκείνο που μισείς και περιφρονείς και δεν γνωρίζεις πως αυτός είναι ο εχθρός σου. Αυτός που κρύβει το μαχαίρι στο μανίκι. Αυτό που σου κρατά το χέρι τρυφερά και σε οδηγεί που; Στην κόλαση. Αχ, Άννα σε παγίδεψε η αυθορμησία σου. Το ίδιο σου το όνειρο έγινε το δίχτυ της παγίδας σου. Ρίχνεις τα βήματα για ένα μεγάλο ταξίδι και αυτά τα βήματα σου τα κόβει ο γκρεμός. Μπροστά σε φωνάζει το μέλλον και πίσω σε κυνηγάει το σκοτάδι, το τρομερό έρεβος με όλο το δαιμονικό του επιτελείο. Τα όμορφα σου μάτια έχουν φιλοξενήσει ένα απατηλό όνειρο, χαμογελούν στην περιπέτεια του άγνωστου, ψάχνουν το όμορφο, το νέο, το λαμπερό εκείνο που ταιριάζει στη νιότη, προσπαθώντας να ξεφύγεις από την αθλιότητα και γίνεσαι έρμαιο μια άλλης πλεκτάνης και ρίχνεις τα βήματα προς αυτή χωρίς υποψία. Όλα μοιάζουν τέλεια, σαν ζωγραφισμένα από ένα ταλαντούχο χέρι, το ωραιοποιημένο της σατανικής τελειότητας. Δικαιώνεται τελικά το αδικαίωτο. Και η κοινωνία κι αυτή κάνει τον ύπνο του δικαίου. Πότε θα ξυπνήσει; Ποιος θα σε ξυπνήσει, Άννα; Μικρή μου, ευάλωτη, Άννα σαν το γιασεμί στου βοριά τα χέρια. Η έγνοια μου για τ’ εσένα έχει γίνει το βάσανό μου. Να τρέξουμε στο σπίτι της, δάσκαλε, ίσως την προλάβουμε, λέει ο Μαξ. Αχ, καημένε Μαξ, υπάρχουν πόδια να τρέξουν να προλάβουν το κακό, την σαρανταποδαρούσα; Η αγάπη μας τα έχει βάλει με τα φαντάσματα. Προσγειώνεται στους δαιδαλώδεις λαβυρίνθους. Οι καρδιές ρίχνουν γέφυρες. Πόσο μπορούν ν’ αντέξουν αυτές οι γέφυρες; Ωστόσο πιστεύω οι ψυχικές δονήσεις πρέπει να τραντάξουν αυτό τον κόσμο σαν καμπανοκρουσία πολέμου. Ξυπνήστε σκοτώνουν την αγάπη, σκοτώνουν τη ζωή! Πολύ διερωτώνται, είναι η αγάπη αυτό το θαυμάσιο εργαλείο που σε κάνει καλύτερο; Είναι ένα υπόστεγο αλήθειας και το πιο υγείες κύτταρο της γνησιότητας του κόσμου; Εγώ το πιστεύω ακράδαντα. Έλα, Άρτα Φάντη, βιάσου, γιατί αργήσαμε πολύ. Γιατί το κακό γνωρίζει πολλούς δρόμους και μονοπάτια, ενώ εμείς ξέρουμε μόνο έναν της καλοσύνης. Απόψε τα μεσάνυχτα την Άννα θα την αρπάξει ένα πλοιάριο από μια κρυφή παραλία που ονομάζεται Κακομέ. Και το όνομα αυτή η παραλία το έχει κακό.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ
Μυθιστόρημα


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Η Ρυτίδα~ Του Χριστόφορου Τριάντη~

Ποιητικό πεζοτράγουδο Η ΡΥΤΙΔΑ Ένα αλισβερίσι είναι η ζωή.Μια κληρονομημένη ρυτίδα στο μέτωπο που καρφώθηκε μετά από καιρό (λίγο ή πολύ δεν έχει σημασία).Ξαπόμεινε μέχρι το τέλος ως υπενθύμιση:όλα γυρνάνε γύρω από την επιθυμία για κάτι,και αυτό το κάτι έχει να κάνει κυρίως με τον έρωτα.Και να τα μασκαρέματα, οι επαναλήψεις(αλίμονο),τα λογύδρια και οι συνηθισμένες ατάκες προς το άλλο πρόσωπο,κανονικές επιθέσεις γοητείας κι όπου βγει.Υπάρχει μπόλικο και αξόδευτο αίσθημα.   Πέφτεις κυριολεκτικά πάνω στον άλλον,αραδιάζοντας τα ίδια και τα ίδια,φτάνει να ξεφορτωθείς αυτό που έχεις μέσα σου, τον αυτοτιτλοφορούμενο πόθο ή καημό.Στην ουσία,ο άλλος δεν σ’ ενδιαφέρει.Ξεκινάς από τα νύχια των ποδιών κι ανεβαίνεις ( όσο περνάνε τα χρόνια),έτσι καταφέρνεις και τη φτιάχνεις τη ρυτίδα στο μέτωπο (βαθιά ή αχνή,ανάλογα τα πρόσωπα).  Μα και παλιά, όσο κι αν κοπίαζες να διώχνεις τη θλίψη και την απελπισία,γρήγορα ερχόσουν ξανά στα ίδια και στα ίδια. Άτιμο παιχνίδι,για να το πω καλύτερα,κουρασμένο δρομολόγι…

Χριστόφορος Τριάντης~Τα Κλουβιά~

ΤΑ ΚΛΟΥΒΙΑ Για να μειώσουν την απήχηση που είχαν οι απεργοί πείνας στον λαό,οι κυβερνώντες αποφάσισαν να τους κλείσουν σε κλουβιά και να τους περιφέρουν στα τσίρκα της χώρας.Είχαν ως στόχο να  εξευτελίσουν εντελώς τον πολιτικό τους αγώνα.Και όντως οι απεργοί έγιναν σπουδαίο θέαμα για χιλιάδες ανθρώπους που πήγαιναν να περάσουν την ώρα τους μπροστά στα κλουβιά.Στέκονταν με τις ώρες και θαύμαζαν τούς περιβόητους αγωνιστές,τους μαχητικούς αμφισβητίες της καθεστηκυίας τάξης.Ακόμα και σχολεία έρχονταν για να παρακολουθήσουν ένα τέτοιο ιδιαίτερο σκηνικό.Όλοι οι επισκέπτες πλήρωναν εισιτήριο,εξαιρούνταν τα παιδιά.Σιγά-σιγά οι απεργοί πείνας ξέχασαν τους λόγους για τους οποίους αγωνίζονταν,και επιδίδονταν σε θεατρινισμούς,γελοία κόλπα και παρακάλια,προκείμενου να διατηρήσουν άσβεστο το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και να κερδίσουν τη συμπάθειά της.Από την άλλη μεριά,οι ιδιοκτήτες των τσίρκων βλέποντας να αυξάνονται τα κέρδη τους(λόγω των πολλών επισκέψεων)τούς χρηματοδοτούσαν μυστικά.Στο τέλο…

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …