Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

 ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ
 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης
 - μυθιστόρημα
Δέκατο απόσπασμα
ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΟ ΑΓΝΩΣΤΟ
Πως ήρθε έτσι ο καιρός, σκεφτόμουν σπεύδοντας στο δρόμο, εκείνο το μεταξωτό πέπλο που μας κάλυπτε και η γλυκιά ομίχλη σαν βελούδο μιας κοινωνίας που εκτιμούσε δήθεν τον άνθρωπο και ύφαινε διθύραμβους γι’ αυτόν να ξεσκιστεί, να ξεθωριάσει και να κουρελιαστεί μαζί με την υπόληψη του ανθρώπου. Όλες αυτές οι σκηνές που βίωνα δεν ήταν άλλο από αυτή την μοιραία απαξίωση. Τι ατσάλινο κουκούλι έκρυβε όλοι αυτή τη μαυρίλα; Τώρα κρατάμε την ξεσκισμένη σημαία της ελευθερίας που την είχαμε κεντήσει με αίμα και αγάπη σαν λάβαρο της ήττας μας. Αυτή η ελευθερία που μας είχε στερηθεί κατρακύλησε σε αυτό τον τόπο με ασυγκράτητη δύναμη χιονοστιβάδας ξεπερνώντας κάθε όριο νόμιμης αρχής, ακυβερνησίας, κοινωνικής αταξίας. Τώρα πια δεν διαθέτει τίποτα από τα διαμάντια την ονειρεμένης ελευθερίας, αλλά πρεσβεύει σαν αναρχοαυτόνομη κίνηση που τρώει τα οράματα και σκοτώνει τα παιδιά της. Στην αναρχία όλοι γίνονται άρχοντες, χάνοντας έτσι εντελώς την αξία της πραγματικής αρχοντιάς. Αυτός ο τόπος νοσεί, είναι τιμωρημένος. Του τρώει τα σπλάχνα το κακό σαν ο αετός το συκώτι του Προμηθέα.
Με αυτές τις μαύρες σκέψεις είχα φτάσει μπροστά στο σπίτι του φίλου μου του Φριντρίχ. Το είχα πάρει απόφαση από τη στιγμή που βρισκόμασταν στο σπίτι του Φόντα Νταλιάνι. Θα πάρω τον φίλο μου τον Φριντρίχ και θα τρέξουμε σ’ εκείνη την κακονόμαστη παραλία. Φρεντ ήταν το όνομα του φίλου μου. Ήμασταν κολλητοί από το δημοτικό. Δραπέτευσε όταν ακόμα δεν φυσούσε κανένας αέρας ελευθερίας στη χώρα και το κύμα τον έβγαλε στη Γερμανία. Και ξαφνικά έγινε Φριντρίχ. Εμένα μου είχε αρέσει πολύ το νέο του όνομα γιατί μου θύμιζε τον μεγάλο Σίλερ. Είχε εργαστεί σκληρά εκεί μακριά. Με είχε πονέσει πολύ η αποδημία του, όχι απλώς γιατί δεν είχε έρθει να με αποχαιρετήσει. Αυτό ήταν το μικρότερο κακό. Αλλά ότι είχε πάρει μια απόφαση ερήμην, χωρίς ν’ ανοίξει την καρδιά του στον επιστήθιο φίλο του. Ωστόσο είχε πάρει γρήγορα την απόφαση της επιστροφής φέρνοντας μαζί του κάποια λεφτά κι ένα Μερτσέντες και είχε αρχίσει να εργάζεται ταξιτζής. «Τώρα που γύρισα θα κάμω ό,τι θες για τ’ εσένα, ορέ φίλε, μου έλεγε, για να εξαλείψω εκείνες τις κηλίδες που έχω στη συνείδηση. Πέντε χρόνια ολομόναχος εκεί στην Allemagne, έφτυσα αίμα, λαλούσα σαν ο κούκος. Και καταριόμουν τον εαυτό μου που είχα φύγει χωρίς εσένα. Χωρίς να σου πω ένα έχε γεια. Χωρίς να σου αποκαλύψω το μυστικό μου. Δεν την μπορώ την αδικία. Δεν την μπορώ ούτε την μοναξιά. Εκεί είχες τα καλά του κόσμου, αλλά όλη η ατμόσφαιρα ήταν άοσμη και πνιγηρή. Εδώ άνοιξαν τα μάτια μου. Άνοιξε η καρδιά μου. Ζήτα ό,τι θέλεις. Είμαι εδώ για τον αδερφό μου».
Έφτασε και η σειρά σου τώρα Φριντρίχ, είπα χτυπώντας την πόρτα του σπιτιού του. Βγήκε η μητέρα του.
«Καλός το Δημήτρη», είπε, «κόπιασε μέσα».
«Σ’ ευχαριστώ, δεν έχω χρόνο, θέλω επείγων τον Φρεντ για μια δουλειά».
«Αχ, λυπάμαι, έχει τρεις ώρες που έχει φύγει για την πρωτεύουσα. Και δεν ξέρω πότε θα γυρίσει».
«Αχ, είχα αποθέσει όλες τις ελπίδες στο φίλο μου», είπα.
Εκείνη με κοίταξε με καχυποψία. Ένας άγνωστος φόβος καραδοκούσε μέσα στα μάτια της. Ένιωσα μια γεύση πικρή και γάντζα να μου σφίγγει την καρδιά. Αχ, άτυχοι που είμαστε, γλυκιά μου, Άννα, σκέφτηκα.
«Θα σου αφήσω ένα σημείωμα. Σε παρακαλώ να του το δώσεις μόλις έρθει. Έβγαλα το καρνέ μου από τη τσέπη και έγραψα:
«Απόψε σε είχα ανάγκη όσο ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Η απουσία σου με πέταξε χωρίς αμυντικά όπλα στο κλουβί των λεόντων. Δεν γνωρίζω τι με περιμένει. Πηγαίνω στην τοποθεσία Κακομέ για μια υπόθεση ζωής ή θανάτου. Κυνηγό φαντάσματα, κυνηγό μια αδικία. Αν επιστρέψεις νωρίς έλα να με βρεις σ’ εκείνη την παραλία. Διαφορετικά περίμενε με ως αύριο το μεσημέρι στο γνωστό μας στέκι στο Σ.. Ξεκινώ τώρα. Η ώρα είναι 8 και 15’ το βράδυ, με ότι μέσο και μου λάχει. Ίσως πάρω ταξί. Πρέπει να φτάσω πάση θυσία πριν τα μεσάνυχτα σ’ εκείνη την κακόφημη παραλία που μόνο τα τσακάλια συχνάζουν. Βάνω σε δεύτερη μοίρα τη ζωή μου. Αν μου συμβεί κάτι ψάξε με. Κάπου θα με ξεβράσει η θάλασσα.
Σε σφίγγω στην αγκαλιά μου, παλιόφιλε. Πάντα η απουσία σου με αφήνει επί ξύλου κρεμάμενο.
Τζίμης, ο ρομαντικός».
«Σε παρακαλώ» είπα, «να του το παραδώσεις μόλις έρθει, επείγει».
«Εντάξει, παιδί μου, εντάξει θα του το παραδώσω, μείνε ήσυχος».
Φιληθήκαμε σταυρωτά και έτρεξα προς την πλατεία να βρω κανένα γνωστό ταξί.
«Πάμε», είπε ο πρώτος ταξιτζής που βγήκε μπροστά. «Δεν την γνωρίζω την περιοχή. Θα βρούμε άκρη ωστόσο. Έχω ένα φίλο στο Σ.. Εκείνος και στο Βόρειο Πόλο σε πάει. Πάντα υπάρχει η πρώτη φορά. Κάτσε μπροστά στο συνοδηγό».
Έκαμε το σταυρό του κι έβαλε μπρος. Εμπρός, θάρρεψα τον εαυτό μου. Οι ήρωες είναι πάντα μόνοι. Η νύχτα ξετυλίγονταν σκοτεινή σαν οι σκέψεις μου.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».