Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης

 ΕΝΑΣ ΚΑΒΓΑΣ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΕΙ
 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.
Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης
 - μυθιστόρημα
Τέταρτο απόσπασμα

Ένιωθα σαν αιχμομάχος! Ένας παγιδευμένος αιχμομάχος πληγωμένος θανάσιμα. Το ποτό και η επιστολή συνωμοτούσαν πυρπολώντας το κεφάλι μου. Τα βέλη από τα μάτια της Νέλης τρυπούσαν το στέρνο μου προσπαθώντας να βρουν και να ξεσκίσουν την καρδιά μου. Ήταν οι γλυκιές λέξεις από το γράμμα της Άννας, ή το ποτό που μου προκαλούσαν υπνηλία; Πάντως ένας γλυκός ύπνος έρχονταν επίμονα και μου φιλούσε τα καπάκια των ματιών. Κάτι με κρατούσε δεμένο στο μιντέρι και κάτι άλλο μ’ έσπρωχνε να σηκωθώ και να χυμήξω μπροστά. Να τρέξω, να φύγω έξω μακριά εκεί που μ’ έκραζε μια φωνή.
Ωστόσο ο εφιάλτης του εμετού παρακολουθούσε κάπου εντός μου. Η λάβα του έκαιγε τα σωθικά μου. Είχε φτάσει στο λαιμό. Πετάχτηκα και άρπαξα τη λεκάνη. Έβγαλα μια γουλιά κίτρινη, φαρμάκι. Η Νέλη σταμάτησε το διάβασμα. Έπιασε τη μύτη κι έκατσε απέναντί μου στην πολυθρόνα.
«Ήπιες για να πνίξεις τα μεράκια για την ερωμένη σου και τις ερωτικές σου απογοητεύσεις», είπε θωρώντας με σιχαμερό βλέμμα το έμεσμα.
«Αν υπήρχε μια ερωμένη δεν θα έκανα τον κόπο να ζητήσω το χέρι σου», είπα βγάζοντας άλλη μια γουλιά.
Την κοίταξα με το ίδιο καυστικό βλέμμα που με κοίταζε κι εκείνη. Το αίσθημα αηδίας που μου προκαλούσε ο εμετός και η εμετολογία από την αναίδεια της αρραβωνιαστικιάς μου με βασάνιζαν με τον ίδιο τρόπο. Ξάπλωσα ξανά κι έκλεισα τα μάτια. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν ν’ απευθύνω ένα πληγωμένο χαμόγελο σ’ ένα όνειρο. Δεν ένιωθα καμιά ενοχή. Πάντως το χαμόγελο του έκπληκτου και του παραξενεμένου θα μου πήγαινε πολύ. Αλλά και αυτό το χαμόγελο ήταν πνιγμένο στα ξεράσματα. Ο χρόνος είχε βουλιάξει, δεν υπήρχε πια. Μόνο αυτή η στιγμή υπήρχε μ’ ένα κεφάλι σβούρα, με τον δαίμονα να καίει τα σωθικά μου και με την Νέλη πάνω από το κεφάλι σαν ο Μιχαήλ Αρχάγγελος που ξερίζωνε την ψυχή μου. Τώρα η Νέλη χόρευε μπροστά μου ένα σατανικό χορό. Πότε πήγαινε στο ταβάνι και πότε το ταβάνι έρχονταν καταπάνω μου. Η Νέλη συνέχισε το διάβασμα και έρχονταν τριγύρω σαν η θεά του ολέθρου. Το πρόσωπό της πότε έμοιαζε με ηλίανθο, πότε άλλαζε χρώμα σύμφωνα με τις φράσεις που διάβαζε και πότε με το χρώμα του εμετού στο εμετοδοχείο. Πότε γίνονταν ωχρότατο, πότε άλικη παπαρούνα και πότε σταχτερό. Ποιο ήταν αυτό το εξαγριωμένο πλάσμα που ξεφυσούσε μπροστά μου σαν αγριοβόρι; Πάντως δεν έμοιαζε καθόλου με την γλυκιά μου Νέλη. Δεν διατηρούσε πια τίποτα από εκείνη την Νέλη που είχα γνωρίσει και μου είχε ανάψει φωτιές. Κάποτε σταματούσε και με μαστίγωνε με υβριστικά και προσβλητικά επίθετα, πότε-πότε η φωνή της αλλοιώνονταν, έμοιαζε με βραχνά και πότε με αναφιλητά.
«Να και η κορώνα», είπε με μια ριπή υστερίας: «Σου φιλώ τα μάτια, σου φιλώ τα μάτια, σου φιλώ τα μάτια. Το κακό παράγινε. Εγώ τέσσερις μήνες αρραβωνιασμένη ακόμα σήμερα δεν τόλμησα να σου φιλήσω τα μάτια. Είναι εντελώς ξεδιάντροπη. Ο θεέ μου!» Είπε και τα δάκρυα ξέσπασαν βροχή.
Τσαλάκωσε το γράμμα και μου το πέταξε στα μούτρα.
«Ποια μάτια, τι, τι λες; Θα σε παρακαλέσω να σταματήσεις,αυτό το τροπάριο, δεν έχω καμιά σχέση με αυτό. Δεν έχω άλλες αντοχές. Δεν έστειλα εγώ την επιστολή».
«Αχ, δεν έχεις καμιά σχέση γι’ αυτό προσποιείσαι τον κοιμισμένο και κάθεσαι σαν γάτα βρεγμένη. Είσαι απίστευτος. Σου το διαβάζω ξανά, γκομενιάρη μου να το εμπεδώσεις».
«Δεν είναι ανάγκη. Μπορώ μόνος μου», είπα και της άρπαξα το γράμμα από το χέρι.
Εκείνη δεν κουνήθηκε. Με κοίταζε σαν πληγωμένο θεριό έτοιμη να με ξεσκίσει. Διάβαζα και ένιωθα το δηλητήριο να διαλύεται μέσα στο αίμα μου. Το γλυκό μεθύσι και το κέφι του γλεντιού ξαφνικά μου είχαν βγει ξινά, η καλύτερα πικρά, πικραμύγδαλο. Τα μάτια της είχαν γίνει ζηλόφθονα, γεμάτα μίσος. Έσταζαν αίμα.
«Ουφ», είπα, «τι κακό κι αυτό» και πετάχτηκα στο πόδι. Ήμουν κεραυνοβολημένος. Αποσβολωμένος ήμουν. Δίπλωσα
το γράμμα. Το ρακί μου είχε βγει, αλλά το κεφάλι μου έβγαζε καπνό.
«Που είναι ο φάκελος;»
«Γιατί;»
«Να το επιστρέψω πίσω στον αποστολέα. Δεν είναι για μένα αυτό».
«Ναι, έχεις δίκιο, αγάπη μου. Παγίδα θέλουν να σου στήσουν. Δεν είναι εγκληματικές όλες οι σχέσεις».
Πήρε το φάκελο από το δάπεδο. Έκατσε στο τραπέζι και έγραψε: «Να επιστραφεί στον αποστολέα! Προς: Άννα Νταλιάνι! Ο Παραλήπτης είναι απόν!»
Μου άρπαξε το γράμμα από το χέρι και το τοποθέτησε στο φάκελο.
«Θα λογαριαστούμε Δημήτρη Μπόλο».
«Για πιο πράγμα;»
«Για τον άσο που κρατώ στο μανίκι μου. Δεν είμαι αφελής. Μετά από αυτό εγώ δεν έχω θέση πια εδώ».
«Όπως επιθυμείς, αγάπη μου, αλλά δεν έχω ανοιχτούς λογαριασμούς και δεν χρωστάω τίποτα και σε κανένα».
«Όλη η αγάπη σου ήταν ένα ψέμα. Με είχαν προειδοποίηση κάποιοι, αλλά εγώ το νιάνιαρο ήμουν τυφλή, στραβωμάρα μου. Αρραβωνιάστηκα έναν τιποτένιο. Τυχερή εσύ, μου εύχονταν οι φίλες μου, πήρες τον πιο γοητευτικό άντρα. Αυτή η γοητεία ονομάζεται απογοήτευση, να είσαι μαζί μου και να σε φλερτάρουν άλλες. Ε, όχι, δεν πάει άλλο».
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης