Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Π.Τσερκέζης



 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης
μυθιστόρημα
Πέμπτο απόσπασμα
ΕΝΑ ΡΥΑΚΙ ΑΙΜΑ
«Τελείωσες, αγάπη μου; Γιατί το κουράσαμε πολύ...».
«Τελείωσα μια και καλή. Πηγαίνω να μαζέψω τα πράγματά μου. Άδικα είμαι ακόμα εδώ. Εσύ κάνεις τον αναίσθητο και με αγνοείς παντελώς».
«Τότε σταμάτα και άκουσέ με. Αυτή η επιστολή από ερωτική άποψη με αφήνει εντελώς αδιάφορο. Από ανθρώπινη και παιδαγωγική με αφήνει άφωνο και με τρομάζει. Είναι μια κραυγή απόγνωσης και το μόνο που πρέπει να πράξουμε είναι να τρέξουμε και η δυο για βοήθεια».
«Ω, είναι ευφυής η πρότασή σου. Απίστευτο το θράσος σου. Άδικα μάχομαι τόση ώρα. Η γενναιοδωρία σου είναι μυθική. Πήγαινε, Δημήτρη Μπόλο, πήγαινε να την προλάβεις πριν κάμει φτερά με τον ηθοποιό και καλή σου τύχη».
«Αν έτσι θέλεις, έτσι θα πράξω, αλλά δεν θα είμαι εγώ ο ένοχος κι εκείνος που θα στείλει στον τάφο τον αρραβώνα και την αγάπη μας. Ένας καλός καθηγητής είναι λογικό να αποτελεί το ίνδαλμα πολλών μαθητριών, αντικείμενο λατρείας για πολλούς μαθητές, αλλά καμιά μαθήτρια δεν μπορεί να υπάρξει το ίνδαλμα ενός καθηγητή. Απαγορευτεί να είναι από κάθε άποψη. Αυτή η επιστολή είναι απτό παράδειγμα. Σκέψου καλά Νέλη πριν ρίξεις το βήμα σου, γιατί θα μετανιώσεις, αλλά θα είναι αργά».
«Χα, χα αρχίσαμε και με τις απειλές τώρα».
«Θα σου υπενθυμίσω κάτι. Το είχα ξεχάσει, αλλά η συμπεριφορά σου μου το υπενθύμισε. Πριν από περίπου δυο μήνες, αν δεν με απατά η μνήμη, εγώ έλειπα από το σχολείο, ήμουν σε κάποιο σεμινάριο. Εσύ βγήκες από το σχολεία και έτρεχες σαν τρελή να με βρεις. Το θυμάσαι, πιστεύω».
«Ναι, το θυμάμαι».
«Γιατί μ’ έψαχνες, μπορείς να μου πεις;»
«Τι σχέση έχει αυτό τώρα;»
«Έχει και μεγάλη. Και μια που δεν επιθυμείς να μου το πεις εσύ σου λέγω εγώ».
«Με τις συγκρίσεις που κάνεις δεν μπορείς να καλύψεις τις δικές σου απάτες».
«Τίποτα δεν θέλω και δεν έχω να καλύψω. Τι σου είχε πει εκείνος ο μαθητής μπορείς να μου υπενθυμίσεις τα λόγια του».
«Σ’ εκείνη την υπόθεση και στον ίδιο τον μαθητή έχω βάλει έναν μεγάλο σταυρό».
«Δεν αμφιβάλω, αλλά θα σου υπενθυμίσω τα λόγια του: Αχ, καθηγήτριά μου, Νέλη, είσαι γλυκιά σαν μέλι. Ψιθυρίζω το
όνομα σου και κεραυνοβολεί. Ήθελα να ήμουν πέντε χρόνια μεγαλύτερός σου να σε ερωτευτώ και να σε παντρευτώ. Ωστόσο είμαι ευτυχής που η τύχη μου έδωσε το προνόμιο να είμαι μαθητής σου, ν’ ακούγω την μελίρρυτη σου φωνή και το μελιστάλαχτο χαμόγελο να με πηγαίνει στον παράδεισο».
«Σταμάτα, σταμάτα. Δεν επιθυμώ ν’ ακούσω άλλες αηδίες. Αυτά είναι γελοία. Μου έρχεται να ουρλιάξω και με υποχρεώνεις να σκάσω στα γέλια».
«Και τη σου είπε άλλο μπορείς να μου πεις; Είμαι σίγουρος δεν θα με τιμωρήσεις. Κανείς δεν τιμωρεί έναν άνθρωπο που σ’ αγαπάει. Μπορείς να τον στείλεις στην διευθύντρια ή στη φυλακή έναν άνθρωπο που σε λατρεύει; Ωστόσο μη φοβάσαι, λατρεμένη μου καθηγήτρια, αυτό που θα κάνω είναι να εγκαταλείψω οικειοθελώς το σχολείο. Ήρθα να σε αποχαιρετίσω. Αυτό που επιθυμώ για το έχε γεια είναι ένα φιλί. Εσύ γύρισες και τον χαστούκισες».
«Δεν έχει καμιά σχέση το ένα με το άλλο».
«Έχει και παραέχει. Είναι το ίδιο και απαράλλαχτο. Αν θέλεις γέλασε τώρα, αλλά ότι θα κλάψεις και με μαύρο δάκρυ είναι σίγουρο και στο υπογράφω. Στην αγάπη και στον έρωτα δεν υπάρχει μεταμέλεια, ή ερωτεύεσαι και πεθαίνεις με τον έρωτά σου, ή έχε γεια έρωτά μου! Κατάλαβες, αγάπη μου;»
«Ναι, το κατάλαβα. Το δυνατό σου σημείο, το φόρτε σου, η γοητεία της ρητορικής σου, η γενναιοψυχία σου, η φλυαρία σου, το στομφώδης ύφος αποδείχτηκαν κάλπικα, καθηγητά μου, έγιναν η αχίλλειων πτέρνα σου, έχουν την δυνατότητα να εξαπατήσουν μόνο τα κοκορόμυαλα κοριτσόπουλα. Δεν έχει νόημα πια. Φεύγω, έχε γεια».
«Έχε γεια, Νέλη, αν έτσι θέλεις. Μη ξεχνάς ωστόσο σε αγάπησα όσο κανένα άλλο άνθρωπο στον κόσμο και στο έχω αποδείξει».
Ήμουν καταρρακωμένος. Αυτός ο εξουθενωτικός καβγάς μ’ έκανε κουρέλι. Την είδα να αιωρείται μέσα από τα ρίγη μου, σβαρνίζοντας τα πόδια της προς το υπνοδωμάτιο. Ένα ρυάκι αίμα είχε πάρει δρόμο ρέοντας στην αλαβάστρινη αριστερή της γάμπα, αφήνοντας μια λεπτή γραμμούλα πάνω στο μαρμάρινο δάπεδο. Το συνόδεψα με γουρλωμένα μάτια. Πανικοβλήθηκα. Για ένα κλάσμα δευτερολέπτου ανακαλώ το παρελθόν της σχέσης μας. Ούτε ένα ψεγάδι δεν υπάρχει, ούτε ίχνος δυσαρέσκειας, θεϊκή αρμονία και ξαφνικά μπούκαρε αυτή η χιονοστιβάδα. Αυτή η δεινή σύγκρουση μου είχε κολλήσει την απογοήτευση σαν γρίπη. Ο θεέ μου, τι πρέπει να κάμω; Σκέφτηκα. Δεν ήξερα τι απόφαση να πάρω και αυτό έσκιζε την ψυχή μου, περισσότερο από το ρακί τα σωθικά μου. Δεν έχει νόημα. Δεν πρέπει να την αφήσω να φύγει. Το ξέσπασμα του αίματος είναι απτή απόδειξη της αδιάψευστης αναστάτωσης. Μολονότι αυτό το γράμμα χάιδευε τον εγωισμό μου, η Νέλη δεν έφταιγε. Πιστεύω πως κάθε γυναίκα θα αντιδρούσε με τον ίδιο τρόπο. Και η Άννα; Τι θα γίνει το κοριτσάκι αν πέσει σε χέρια απαγωγέων; Αν ο ηθοποιός είναι απαγωγέας; Και αν είναι πραγματικά φίλος και σταλμένος από τον αδερφό της τότε ποια πλεκτάνη υπάρχει; Να υπάρχει πραγματικός κίνδυνος, ή όλος αυτός ο καβγάς να είναι ένα άλλο κακόγουστο παιχνίδι μέθης; Σηκώθηκα θορυβημένος και έτρεξα προς το υπνοδωμάτιο. Ήταν κλειδωμένο.
«Νέλη, άνοιξέ μου, σε παρακαλώ. Είναι ανόητο όλο αυτό. Εκεί που υπάρχει αγάπη δεν χωράει το έρεβος οι απάτες και οι καβγάδες. Καμιά Άννα δεν θα μπει ανάμεσά μας να καταστρέψει την αγάπης μας. Νέλη με ακούς, άνοιξε».
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ
Μυθιστόρημα.



Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης