Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΔΕΗΣΙΣ
(Ἐράνισμα ἐκ τῶν Ψαλμῶν)

Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω,
τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω·
ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·
ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου, ὁ Θεός μου.
Εἶναι πολὺ τὸ πέλαγος, πολύ, τῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἡ προσευχή μου εἰς ναὸν φοιτᾷ τὸν ἅγιόν σου·
εἰς κρίσιν μὲ τὸν δοῦλόν σου μὴ θέλῃς νὰ εἰσέλθῃς,
πρὶν ἢ μὲ τὰ ἐλέη σου ἐπὶ τῆς γῆς κατέλθῃς.
Ἡ δόξα σου ὡς οὐρανὸς ἀτέραμνος ἁπλοῦται·
ἐνώπιόν σου, ὁ Θεός, θνητὸς δὲν δικαιοῦται·
τὸ ὄνομά σου ἄπειρον πληροῖ τὴν οἰκουμένην·
σὺ τὴν ψυχήν μου οἴκτειρον τὴν καταβεβλημένην.
Ἡ ὕπαρξίς μου εἰς φθορὰν καὶ σκοτασμὸν κατέβη·
κατέστην τῶν μισούντων με καὶ τῶν ἐχθρῶν μου χλεύη·
οἱ συγγενεῖς μου μ᾿ ὕβριζον, μ᾿ ἐνέπαιζον οἱ φίλοι,
τὰς κεφαλάς των σείοντες, λαλοῦντες μὲ τὰ χείλη.
Καὶ πάντες οἱ θεώμενοι σκληρῶς μὲ κατηρῶντο,
καὶ τόσα βέλη κατ᾿ ἐμοῦ καὶ ξίφη ἡμιλλῶντο·
ὤ, πότε, πότε, Κύριε, θὰ παύσῃς τὴν ὀργήν σου;
πᾶσαν αὐγὴν τὸ στόμα μου λαλεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
Ἀνωφελὴς ὁ βίος μου ἐνώπιόν σου ρέει·
πᾶσα πνοὴ καὶ ὕπαρξις τὸ πρόσκαιρόν της κλαίει·
εἷς λίθος εἰς οἰκοδομὴν ἂς ἤμην τοῦ ναοῦ σου
καὶ ἂς ἤμην καίουσα λαμπὰς πρὸ τοῦ σεπτοῦ βωμοῦ σου.
Οἱ οὐρανοὶ τὴν δόξαν σου σιγῶντες διηγοῦνται·
πρὸς αἶνόν σου τὰ χείλη μου τὰ τρέμοντα κινοῦνται·
πῶς ραγισμένη βάρβιτος θὰ βάλῃ ἁρμονίαν;
καὶ πῶς ψυχὴ βαρυαλγὴς θὰ εἴπῃ μελῳδίαν;
Τὸ πνεῦμά μου ἰλιγγιᾷ, ὦ Κτίστα τῶν αἰώνων,
δὲν ἔχω ἀλλ᾿ ἢ δάκρυα νὰ σοὶ προσφέρω μόνον·
ὡς τοῦ ἡλίου ἡ ἀκτὶς τὴν δρόσον καταπίνει,
τὸ ἔλεός σου ἐκπεμφθὲν τὰ δάκρυά μου σβήνει.
Πρὸς σὲ τὸν Πλάστην ἔκραξα ἐν συνοχῇ καρδίας,
σκώληξ τῆς γῆς οἰκτρὸς ἐγὼ καὶ τέκνον ἀσθενείας·
μὴ ἀποβάλῃς προσευχὴν ἐκ βάθους πεμπομένην
καὶ μὴ ἀπώσῃ, ὁ Θεός, ψυχὴν συντετριμμένην.
Ὤ, Κύριε, τίς ἐν Θεοῖς ὑπάρχει ὅμοιός σοι;
καὶ τίς τὸ πλάσμα δύναται τῶν σῶν χειρῶν νὰ σώσῃ;
ἂν παρὰ σοὶ εὐπρόσδεκτος δὲν εἶν᾿ ἡ προσευχή μου,
ἂς ἀναλύσῃ εἰς πηγὰς δακρύων ἡ ψυχή μου.
Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω,
τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω·
ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·
ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου, ὁ Θεός μου.
(1881)
 Πηγή:http://www.papadiamantis.org/works

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».