Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ~Πέτρος Τσερκέζης


 ΠΟΥ ΠΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
 Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Γράφει:Ο Πέτρος Τσερκέζης
- μυθιστόρημα
Ενδέκατο απόσπασμα
ΠΟΥ ΠΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΗ ΝΥΧΤΑ
Η τρέλα μου ήταν η παγίδα μου κι έτρεχε πίσω από την παγίδα της Άννας. Ήμασταν δυο παγιδευμένοι με τα ίδια δεσμά. Μας έσερνε πίσω το έλκηθρο των μαφιόζων. Δεν γνωρίζω πια παγίδα ήταν πιο επικίνδυνη.
«Εδώ θα σε αφήσω», είπε ο οδηγός, εκείνος που θα μπορούσε να με πήγαινε και στο Βόρειο Πόλο.
Τον κοίταξα έκπληκτος.
«Που είναι η θάλασσα;»
«Όπου να ‘ναι θα τη βρεις μπροστά σου. Θα σου μιλήσει».
«Μα υποσχέθηκες να με αφήσεις ένα βήμα μακριά της».
«Με όλη την ευχαρίστηση, αλλά είναι κλειστός ο δρόμος».
«Τι σημαίνει κλειστός;»
«Κλειστός σημαίνει κλειστός. Σημαίνει δεν μπορεί να τον διαβεί το ταξί, έβγα να τον δεις. Υπάρχει κατολίσθηση».
Να ήταν και αυτός σε συνωμοσία με το σκοτάδι. Το προφίλ του έμοιαζε φιλικό και μαλακό όπως την πρώτη στιγμή.
«Και τώρα τι κάνουμε;»
«Παίρνουμε τα ποδαράκια μας και πάμε».
Έριξε μερικές φορές τα φώτα από κοντινά σε μακρινά, άνοιξε το παράθυρο, έφτυσε το μασημένο του τσιγάρο έξω και ξερόβηξε. Συνέχιζα να τον κοιτάζω με την ίδια απορία με κάποιο φόβο που αιωρούνταν μέσα στο σκοτάδι και την απογοήτευση να με μαργώνει.
«Ήξερες που ήταν κλειστός ο δρόμος;»
«Που να το ήξερα, μάγος είμαι;»
«Πόσο μακριά είναι η θάλασσα;»
«Ούτε ένα τέταρτο».
Συνέχιζα να κάθομαι αναποφάσιστος στο κάθισμα του συνοδηγού.
«Τι σκέφτεσαι θα κατέβεις, ή θα γυρίσουμε πίσω;»
«Ναι», είπα.
«Τι ναι;»
«Θα κατέβω».
«Στη δεντροστοιχία που θα συναντήσεις στα διακόσια μέτρα πάρε δεξιά. Έχεις κάνα λυχνάρι μαζί σου;»
«Όχι. Πως είναι ο δρόμος;»
«Πίστα αεροδρομίου. Βραχότοπος είναι. Πως θέλεις να είναι; Γιατί δεν περιμένεις να φέξει καλύτερα;»
«Γιατί τότε το πουλί θα έχει πετάξει».
«Σε περιμένει κάποιος; Θα το σκάσεις, ε;»
«Ναι», είπα ψέματα.
«Για που είσαι για τα νησιά της Ελλάδας, ή για την Ιταλία;»
«Ακόμα πιο μακριά».
«Καναδά, Μεξικό;»
«Θερίζουν λεφτά κάποιοι. Πόσα πλήρωσες η αφεντιά σου;»
«Τίποτα», είπα κατηγορηματικά.
«Μπα, πότε μεταμορφώθηκαν σε αγγέλους οι μαφιόζοι; Βερεσέ θα σε ρίξουν πέρα, την αφεντιά σου;»
«Έτσι πιστεύω».
«Γιατί είσαι ο αρχηγός τους;»
«Σχεδόν».
«Τι θα πει σχεδόν; Ή είσαι, ή δεν είσαι».
«Δεν είμαι».
«Ε τότε;»
Άρχισα να του εξηγώ λεπτομερώς για την υπόθεση που με είχε οδηγήσει ως εδώ, σ’ αυτή την έρημη παραλία. Άναψε ένα άλλο τσιγάρο και με κοίταζε με γουρλωμένα μάτια.
«Είσαι τρελός, λεβέντη μου. Χαρά στην τόλμη σου. Θα την πληρώσεις ακριβά. Οι μαφιόζοι δεν αστειεύονται. Έλα να γυρίσουμε πίσω, γιε μου».
«Αυτός ο δρόμος δεν έχει πίσω», είπα.
«Κρατάς κανένα πιστόλι, τουλάχιστον;»
«Μόνο νυχοκόπτη και στυλό. Η δουλεία μου είναι με το στυλό».
Άνοιξε του ντουλαπάκι του αυτοκινήτου στην πλευρά μου κι έβγαλε ένα μαχαίρι. Το τράβηξε από τη θήκη. Άστραψε μπροστά στα μάτια μου. Έξυσε το νύχι του μεγάλου δάχτυλου. Το ‘βαλε ξανά στη θήκη του και γύρισε από μένα.
«Πάρε αυτό το μαχαιράκι. Έχει καλό αθέρα. Μπορεί να γδάρει και κριάρι. Ίσως σου χρειαστεί».
Το κοίταζα αναποφάσιστος. Πάνω του μου χαμογελούσαν τα μάτια της Άννας από αιχμηρό ατσάλι
«Παρ’ το. Θα σου χρειαστεί σίγουρα. Για άμυνα θα το έχεις. Μη φοβάσαι, δεν σε κάνει φονιά ένα μαχαίρι».
«Σ’ ευχαριστώ», είπα παίρνοντας το μαχαίρι με τρεμάμενα χέρια. Τον πλήρωσα προσπαθώντας να του δώσω κάτι παραπάνω για το μαχαίρι. Δεν παραδέχτηκε. Έκαμε πέντε έξι πισινές όσο να γυρίσει. Ο δρόμος ήταν στενός όλο πέτρες. Τα φώτα έκοβαν το σκοτάδι σαν ξίφη.
«Μην μετάνιωσες, φίλε;»
«Όχι», είπα, «σ’ ευχαριστώ πολύ. Είσαι λεβεντάνθρωπος, είσαι γενναιόδωρος και ευγενικός. Πήγαινε, καλή σου νύχτα».
Έβαλε μπρος και μετά ξανά πισινή ως τα πόδια μου.
«Να ειδοποιήσω την αστυνομία για κάθε ενδεχόμενο;»
«Υπάρχει αστυνομία σ’ αυτό τον τόπο;»
«Ναι, έχεις δίκιο. Καλά ξεμπερδέματα, φίλε».
Έφυγε, είπα. Τώρα ήμαστε μόνοι, εγώ και το σκοτάδι. Το μυαλό μου άρχισε να δουλεύει εντατικά. «Το σκοτάδι μιας ατελείωτης νύχτας», μου καμπάνισε ξαφνικά. Να ο τίτλος που έψαχνες για το νέο σου βιβλίο, φίλε, είπα. Περίμενε είναι νωρίς ακόμα. Περίμενε να τελειώσει αυτή η νύχτα και βλέπουμε, μου είπε χωρίς να κρύβει την ειρωνεία μια άλλη φωνή. Αχ, αυτός ο άλλος μου εαυτός πάντα με αμφισβητούσε, ήταν άξιος περιφρόνησης, ειρωνικός ως τη διακωμώδηση, κατηγορηματικός και ισχυρογνώμον και μου έκοβε τον δρόμο σαν απότομος βράχος. Κοίταξα τους πεσμένους βράχους από την κατολίσθηση της περασμένης θεομηνίας προσπαθώντας να βρω μια άκρη για να βγω στον κανονικό δρόμο. Το μυαλό μου αναμασούσε την εικόνα της Άννας αγκαλιάζοντας στοργικά την τριανταφυλλένια της σιλουέτα. Μου θυμήθηκε ξανά η φλογερή επιστολή της και ένα κύμα λαχτάρας με κατέκτησε. Τάχυνα τα βήματά μου σιγοτραγουδώντας λες και με φώναζε εκείνη αγωνιωδώς:
Που πας μέσα στη νύχτα
βάρκα χωρίς πυξίδα;
Εκεί που έχει ρίξει
Άγκυρα η ελπίδα!
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ
ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ - μυθιστόρημα

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)