Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διήγημα:Τα Δέντρα και ο Θάνατος ~ του Πέτρου Τσερκέζη~

Φωτογραφία του Petros Tserkezis.

Στο συγγραφέα Ι. Κ.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ Ι. Κ. προσγειωνόταν από τους εφτά ουρανούς της μεγάλης δόξας της Πόλης του Φωτός, στα στενά σοκάκια της γενέθλιας πόλης του. Το βήμα έμοιαζε συνηθισμένο, πότε-πότε κάπως δειλό, λες δίσταζε μπροστά στην ολισθηρότητα της κατηφορικής πόλης. Κάποια στιγμή γυρίζει ξαφνικά και ακουμπά το χέρι στο μπράτσο της συζύγου. Μόνο στα πλατινένια της μαλλιά έλαμπε ακόμα κάτι από τον αιώνιο πειρασμό, της πόλης του φωτός. Ωστόσο εκείνος έτρεχε, κάλπαζε με τη φαντασία. Δεν ήταν η πρώτη φορά που πάθαινε κάτι παρόμοιο. Αυτή η πόλη έδινε το προνόμιο στη φαντασία του να ιππεύει έναν αόρατο ίππο, ένα ιπτάμενο μηχανισμό και να διανύει χρόνους και καιρούς, με την αντίστροφη ροή του χρόνου ως τα σκαλοπάτια της παιδικής ηλικίας. Εναλλασσόταν τόσο αιφνιδιαστικά και με ασυνήθιστο τρόπο από τον κομψό κύριο με εξήντα πέντε ψωμάδες πάνω στη ράχη του, σ’ ένα παιδί που επιθυμεί ν’ αδράξει καταβροχθίζοντας όλη τη σοφία του κόσμου. Αυτή η ιδέα του προκαλούσε πάντα μια έντονη ενθουσιώδης ζαλάδα. Πέτρες, πέτρες, σκέφτηκε, πέτρες σοφές, μια αυτοκρατορία από πέτρες, έτσι σμιλεμένες απαλά κι επίμονα από ένα έμπειρο χέρι. Ίσως πιο κατάλληλο θα ήταν, από το χέρι της αγάπης. Εκείνος ο ανώνυμος γλύπτης, είχε αφήσει τ’ αποτυπώματα της αγάπης και στην περγαμηνή της μνήμης. Εκεί άνοιγαν τα μάτια πρόσωπα και πρόσωπα και ζωντάνευαν σαν από έναν βαρύ και μακρόχρονο ύπνο. Τώρα βρισκόταν στη γειτονιά του, έριχνε το
βήμα στο πέτρινο γεφυράκι του Φίτσου. Τα σπίτια όπως πάντα αρχοντικά, μ’ ένα σοβαρό γκριζωπό ύφος, σαν γερασμένοι παππούδες που σκέφτονται την πορεία της ζωής τους. Βημάτιζε στο δρόμο του σπιτιού του. Να και τα ερείπια του οίκου του. Ο χρόνος εδώ πετρωμένος σαν σε νάρκη. Μόνο η στέρνα βουίζει ακόμα. Μια μαυροντυμένη γριά τρέχει με τα χέρια ανοιχτά να τον συναπαντήσει. Μοιάζει με σταυρό.
«Καλωσόρισες, καλωσόρισε το καμάρι της γειτονιάς μας».
«Τζέτζο, Σελφιτζε», ψιθυρίζει με τα μάτια υγρά από ένα μακρινό φως, δε φαίνεται ωστόσο η πηγή που τα τροφοδοτεί.
Το σπίτι είναι καμένο. Τόσο χρόνια εγκαταλειμμένο, δεν θα μπορούσε να είναι τίποτα άλλο εκτός από λιθωσοριά.
Ευτυχώς που έχουν μείνει και οι πέτρες. Κάποια μέρα… Δεν τόλμησε ν’ αποτελειώσει τη φράση. Ίσως θα ήθελε να πει: θα τις αγοράσουν σαν σουβενίρ και θα ταξιδέψουν πέρα στον κόσμο. Χαμογέλασε με τη σκέψη αυτή. Η μικροκαμωμένη γριά κάτι του έλεγε για τη θεια Πίνο. Ναι, αυτό ήταν το σπίτι εκείνης της καλής γριάς που στόλιζε της νύφες της πόλης.
«Ζει κανείς από την οικογένεια της θειας Πίνο;», ρώτησε.
«Εγώ είμαι η κόρη της», είπε μια κοντόχοντρη γυναίκα φορεμένη επίσης στα μαύρα.
Πιο κάτω ήταν ο κήπος της. Έριξε μερικά βήματα προς τα κει. Ο οβορός ήταν χαμηλός, πολύ χαμηλός. (Πόσο ψηλός έμοιαζε τότε). Ακούμπησε τα χέρια στον τοίχο και κοίταξε τον κήπο. Πόσες φορές είχε παίξει εκεί; Πόσες φορές είχε σκαρφαλώσει στους τοίχους και στα δέντρα. Κάποια σημάδια ήταν ακόμα ορατά πάνω στα άκρα του. Τώρα ο κήπος έμοιαζε έρημος, εγκαταλειμμένος. Ένα φρεσκοκομμένο δέντρο. Έσπρωξε την ξεχαρβαλωμένη πόρτα.
Ένας θρηνητικός ήχος γρατζούνισε την καρδιά του. Ένας μεγάλος σκύλος σαν ένα δαμάλι γρύλισε δείχνοντας τα δόντια. Έν εύσωμος θαυμαστής του βγήκε μπροστά και άρπαξε το σκύλο από το λουρί του λαιμού. Ένας αέρας ερήμωσης φυσούσε από κει. Όταν είχε σκαρφαλώσει για πρώτη φορά ήταν για ν’ αντικρίσει τα κομμένα δέντρα, όχι για τσαχπινιές ή να γευτεί τ’ άγουρα φρούτα. Όχι. Ήταν για τα κομμένα δέντρα. Ο θάνατος είχε χτυπήσει κατακέφαλα εκείνο το σπίτι και κατ’ επέκταση εκείνο τον κήπο. Τρεις άντρες ο ένας μετά τον άλλο είχαν βγει νεκροί από την αψιδωτή πόρτα. Καιρός πολέμου ήταν και ξαφνικά τη θεια Πίνο την είχαν φωνάξει σ’ ένα γάμο. Η ζωή συνεχίζονταν, είχε το δικό της νόμο, το δικό της ρυθμό. Κι ένας γάμος ήταν κατά κάποιον τρόπο αντίσταση ενάντια στη βαρβαρότητα. Οι χαρές της ζωής πορεύονταν και μέσα στη μαυρίλα της λύπης και στον όλεθρο του πολέμου. Εκείνο το Σάββατο γινόταν γάμος στην πάνω γειτονιά της πόλης, πίσω από το αρχαίο κάστρο. Εκεί η ζωή έμοιαζε σαν να είχε άλλη πορεία, ανέπνεε πιο ελεύθερα, με ευρύτερο ορίζοντα ελεγχόμενο πιο εύκολα. «Στάλινγκραντ» την αποκαλούσαν εκείνη τη γειτονιά. Η θεια Πίνο κρατούσε το μπόγο με τα εργαλεία και τα στολίδια της παραμάσκαλα σαν τον πιο πολύτιμο θησαυρό λες κι εκεί μέσα κρυβόταν η ομορφιά της πόλης προσπαθώντας ν’ αποφύγει τις κύριες οδικές αρτηρίες βγαίνοντας εκεί πάνω από απόμερα σοκάκια. Σε κάποιο σοκάκι την πέτυχαν. «Γύρνα πίσω», της είπαν, «η ώρα φέρνει κακά μαντάτα. Εσύ πας για γάμους και χαρές και ο χάρος μας έχει στήσει ενέδρα, γλεντάει σταυροπόδι στα φτωχικά μας». «Όχι», είπε, «δεν μπορώ, δε γίνεται, πρέπει να στολίσω τη νύφη. Οι συμπέθεροι δεν μπορούν να περιμένουν. Πρέπει να πάρουν τη νύφη. Ας περιμένει για λίγο ο χάρος». Είχε στολίσει τη νύφη και όλη τη νύχτα μετά έτρεχε σαν τρελή μοιρολογώντας καβάλα σ’ ένα νοικιασμένο μουλάρι σε κακοτράχαλα μονοπάτια να βρει το νεκρό της σύζυγο εκεί που τον είχε πετάξει διαμελισμένο η λαίλαπα των μαχών. Τρία δέντρα νεκρά στον κήπο, ξαπλωμένα σαν παλικάρια. Ενώ η θεια Πίνο έτρεχε ξανά από γάμο σε γάμο. Οι συγγενείς την συμβούλευαν επίμονα να μετακομίσουν σ’ ένα άλλο σπίτι. Της είχαν συστήσει κάποια. Αυτό είναι στοιχειωμένο, καταραμένο είναι, ισχυρίζονταν. Ο θάνατος όμως τους είχε πάρει καταπόδι και τους είχε βρει ξανά την πόρτα. Ο θάνατος δε λαθεύει βρίσκει εκείνον που έχει συμαδέψει. Ένας άλλος θάνατος στο νέο σπίτι κι ένα άλλο δέντρο ξαπλωμένο στον κήπο.
«Μήπως έχει συμβεί κάποιος πρόσφατος θάνατος σ’ αυτό το σπίτι;» ρώτησε ο συγγραφέας.
«Ναι», είπε η κοντόχοντρη γυναίκα με δάκρυα στα μάτια. «ο γιος μου, το παλικάρι μου. Έμεινε στα χιόνια, φυγάς. Ίσως έπεσε σε κάποια χαράδρα, ίσως τον σκότωσαν. Δε βρήκαμε ποτέ το πτώμα του. Ούτε ίχνος. Ίσως…» Ήθελε να προσθέσει ακόμα κάτι, δεν μπόρεσε όμως, βούρκωσε ή ψυχή της και ξεχείλισε ξεσπώντας σε αναφιλητά.
«Που ξέρει πως ο γιος της είναι νεκρός;» ρώτησε κάποιος με απορία.
«Οι συγγραφείς τα ξέρουν όλα, μάτια μου, τους έχει ευλογήσει ο θεός για αυτό είναι συγγραφείς», είπε η ηλικιωμένη που δεν του ξεχωριζόταν.
Ελαφρύ ρίγος διατρέχει το συγγραφέα συνεχίζοντας να κοιτάζει το πρόσφατα κομμένο δέντρο λες και στους κύκλους του κούτσουρου προσπαθούσε να διαβάσει το πεπρωμένο των ανθρώπων αυτού του σπιτιού και τα αίτια του θανάτου τους.
Ορφάνευε το σπίτι, ορφάνευε ο κήπος, ορφάνευε η ζωή. Σήκωσε τα μάτια και κοίταξε την οδοντωτή γραμμή του ορίζοντα που δημιουργούσαν οι στέγες των αρχοντικών ψαλιδίζοντας παράξενα το καρβέλι του ουρανού.
«Η ερήμωση ενός σπιτιού κεραυνοβολημένο από το θάνατο, έχει σαν αποτέλεσμα την αποξήρανση του δέντρου της ζωής», σκέφτηκε.
Η ΓΚΡΙΖΑ, αθάνατη πόλη ήταν εκεί γύρω του ανοιχτεί σαν ένα αμφιθέατρο που κάθε καιρός έπαιζε το δικό του δραματικό παιχνίδι. Το φρούριο έμοιαζε με έναν πέτρινο αετό πανέτοιμο να μπίξει τα νύχια του σε κάθετι ξένο και εχθρικό που θα μπορούσε να την απειλήσει. Η πόλη στεκόταν μπροστά του μ’ ένα νεανικό γκρίζο, αυτοκρατορικό ωστόσο που προερχόταν από τα σταχτιά λιθόχτιστα σπίτια και με την αρχοντική της σοφία όπως πάντα. Μέσα στα πόδια του που στην αρχή βημάτιζαν δειλά στη ράχη των λιθόστρωτων δρόμων, τώρα φυσούσε ένας εφηβικός αέρας ενθάρρυνσης. Οι πέτρες τον αναγνώρισαν όπως πάντα, τον καλοδέχονταν τα καλντερίμια, τον κράτησαν. Ο δρόμος μου, σκέφτηκε, πλάι στο σπίτι με το θάνατο. Και το σπίτι μου είναι νεκρό. Όχι, η απώλεια και ο θάνατος δεν αρμόζουν σ’ αυτό το σπίτι. Μολονότι είχε καεί το περασμένο καλοκαίρι, εκείνος το είχε απαθανατίσει μέσα στα βιβλία του. Πλησίασε τη στέρνα. Μια στέρνα γεμάτη με μνήμες. Γέμιζε και ξεχείλιζε από τις καταιγίδες των εποχών. Εκεί υπήρχε πάντα κάτι ιερό από την πρώτη ύλη που γράφονται τα βιβλία. Πλησίασε σε κάποια γωνιά. Κάτι κινήθηκε εκεί. Πιο κάτω το Σοκάκι των Τρελών. Γύρισε πίσω, σε κάποιο παράθυρο μια γλάστρα
με βασιλικό σαν λησμονημένη από τα παλιά. Στύλωσε τ’ αυτί.
Γνώριμες αυτές οι φωνές.
Παλιό σπίτι. Δοκάρια, σανίδες, ξύλινη σκάλα, γιούκι, οροφές, δάπεδα, εντοιχισμένα ντουλάπια, συρτάρια της μνήμης. Όλα φτιαγμένα από ξύλο, πέτρα και μόχθο έχουν γίνει δυο χούφτες στάχτη. Πώς θα μπορούσες να συγκεντρώσεις τις στάχτες ενός σπιτιού; Ακόμα και οι πέτρες είναι καμένες, καπνισμένες. Έβλεπε με τα μάτια του μυαλού πως χόρευαν οι φλόγες καταβροχθίζοντας τα πάντα με καταχθόνια ορμή. Ξαφνικά του θυμήθηκε ένα άλλο σπίτι κάπου στο Παλιό Παζάρι. Εκείνο το βράδυ πήγαιναν στον παππού σε μια από τις γειτονιές πίσω από το κάστρο όταν είδαν το φλεγόμενο σπίτι. Τρομοκρατημένοι άνθρωποι έτρεχαν σε συναγερμό πανικού προσπαθώντας να σβήσουν τη φωτιά για να μην εξαπλωθεί και σε άλλα σπίτια.
«Αυτή η πόλη είναι ευλογημένη και καταραμένη ταυτόχρονα», δήλωσε η γιαγιά, η φωτιά εδώ εξαπλώνεται σαν την πανούκλα».
«Θα το κτίσετε ξανά το σπίτι;» ρώτησε η ηλικιωμένη που τον είχε προσεγγίσει και πάλι τον συγγραφέα.
«Φυσικά που θα το χτίσουμε», παρεμβαίνει η σύζυγός του. «Είναι ο οίκος της ζωής».
«Ευλογημένοι να είσθε, την ευχή του θεού να έχετε,
ανακουφίστηκε η ψυχή μου», λέει η γριά. Σηκώνει τα χέρια την αγκαλιάζει και απομακρύνετε σαν μια αμφιταλαντευόμενη ανάμνηση, ένας πολύτιμος λίθος στο ψηφιδωτό μνημείο του βίου.
Εκείνος την συνοδεύει με ένα λεπτό χαμόγελο. Στρέφεται και αγγίζει μια μεγάλη πέτρα. Ακρογωνιαίος λίθος μοιάζει. Μοιάζει λες και θ’ ανοίξει το στόμα να του μιλήσει.
«Γιαγιά Σελφιτζέ, Τζέτζο, θεία Τζέμο, Κακό Πίνο... Εκείνες δεν είναι πια. Αλλά στις διασταυρώσεις γύρω από τις γωνιές των τοίχων
θάρρεψα πως ξεχώρισα κάποια σημάδια, μερικές γνωστές γραμμές, κάποια χαρακτηριστικά, σκιές ζυγωματικών και ματιών. Αυτά είναι εκεί, αιώνια, απολιθωμένα, μαζί με τα σημάδια που έχουν αφήσει πάνω τους οι σεισμοί, οι χειμώνες, οι ανθρώπινες μάστιγες».
Μόνο ο θάνατος δεν είναι εδώ. Ο θάνατος δεν είναι σε θέση να αγγίξει αυτή την μαγική πόλη και αυτό το σπίτι που έχτισε και ξανάχτισε πολλές φορές, πελέκισεε και λάξευσε τις πέτρες του τρυφερά, με μια αγέρωχη αρχιτεκτονική ως ένα μνημειακό κτίριο με αιώνια απαραβίαστη αξία. Τίποτα δεν σβήνει στην περγαμηνή της ανθρώπινης μνήμης.
Οκτώβρης 2001 - Ιούλιος 2016
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».