Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΨΥΧΗ

Καὶ εἶπες· πότε θ᾿ ἀναβῶ ἐπάνω τῶν αἰθέρων!
πότε, ὡς εἷς τῶν φαεινῶν τοῦ οὐρανοῦ ἀστέρων,
εἰς τὸν ἐν σκότει πλέοντα πλανήτην θ᾿ ἀνατείλω
καὶ δωρεὰν εἰς τοὺς θνητοὺς τὴν αἴγλην μου θὰ στείλω;
Δὲν ἔφθασας νὰ συνειδῇς, νὰ γνῷς ὅ,τι ἐπόθεις,
καὶ ὑπὸ τῆς γαστρὸς εὐθὺς τοῦ ᾍδου κατεπόθης·
τὸ χῶμα, ἐφ᾿ οὗ ἔβαινες, ἐκ βάθους ἀνεσκάφη,
ἡ δόξα σου κατέπεσεν ἐντὸς αὐτοῦ κ᾿ ἐτάφη.
Καὶ ὕψωσας τὸ μέτωπον, ὠχρόν, ἀκτινοβόλον,
ζητοῦσα τὸν οὐράνιον ν᾿ ἀναμετρήσῃς θόλον·
κ᾿ ἐξαίφνης ἔπεσες πρηνής, τελείως ἐβυθίσθης
καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς φρικτῆς ἀβύσσου ἐκρημνίσθης.
Ἔτεινας χεῖρα τὴν Ἠῶ νὰ περιβάλῃς ὅλην,
κ᾿ ἐνηγκαλίσθης ἀντ᾿ αὐτῆς τοῦ σκότους τὴν ἀσβόλην·
ὁ πούς σου ἐπὶ νεφελῶν ἐπόθεις νὰ πατήσῃ,
κ᾿ ἐπέπρωτ᾿ εἰς τὸν Τάρταρον οἰκτρῶς νὰ ὀλισθήσῃ.
Ἄ, εὗρες ἤδη τὸ καλόν, τὸ πρέπον εἰς σὲ δῶμα,
ὑπάρχει πῦρ τι πυρπολοῦν σφοδρότερον ἀκόμα
ἢ ὅσον σ᾿ ἔκαιε ποτὲ ἡ τῶν παθῶν σου λάβα,
κατάβα εἰς τὸν τάφον σου, ἀπόβλητε, κατάβα.
Τῆς πτώσεώς σου ἄξιον τίς θὰ ἐγείρῃ μνῆμα;
ἐκ τῆς παρόδου σου μικρὸν δὲν ἀπελείφθη θρύμμα·
δὲν ἔζησεν ἡ δόξα σου οὐδ᾿ ἡ ἀνάμνησίς σου,
ἥτις θὰ σ᾿ ἐβαυκάλιζεν ἐπᾴδουσα· κοιμήσου.
Τίς εἶν᾿ ὁ χῶρος τῆς μιᾶς ρανίδος εἰς τὸ κῦμα;
τώρα σ᾿ ἐδέχθη τ᾿ ἀχανὲς ἀντάξιόν σου μνῆμα·
ἐκ τῶν βλαστῶν τοῦ ἀχανοῦς τὸ ἄπειρον ἐζήτεις,
δὲν σοὶ ἐδόθη ἐξ αὐτοῦ, ἀπόκληρε, στιγμή τις.
Ὤ, ποῦ τῆς ἀγωνίας σου τὸ μέλος ἀνεκρούσθη;
ἐνταῦθα οὔτε στεναγμὸς οὔτε φωνὴ ἠκούσθη·
φεῦ, ποῖος χάριν σου θνητὸς θὰ στέρξῃ νὰ δανείσῃ
ἓν δάκρυ εἰς ἕνα ὀφθαλμὸν διὰ νὰ σὲ θρηνήσῃ!
Βωβὴ ἀπέμειν᾿ ἡ Ἠχώ, ἐσίγησεν ἡ αὔρα·
τὰ πολλαπλᾶ της ᾄσματα τὰ σκοτεινὰ καὶ μαῦρα
προώρως ἐλησμόνησεν ἡ Μοῦσα τῶν μνημάτων;
ὤ, ὕπαγε, σοὶ ἔλαχεν ὁ κλῆρος τῶν θυμάτων.
(1882)
 Πηγή:http://www.papadiamantis.org/works

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)