Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ακριβοθώρητη νοσταλγία,της Μαίρης Σουρλή



Γεννήθηκα σε ορεινά χώματα!
Αγάπησα της ανόθευτης φύσης
τις διαθέσεις κι όλα τα χρώματα.
Εκεί που η ζωή έλαμπε χαμόγελα
και τ’ αγκάθια γίνονταν ρόδα
έπαιζαν παιδιά σε ωραίους χωματόδρομους.
Νιάτα έδιναν χώρο σε νέες ανάσες.
Κυμάτιζαν χωράφια
μεταβάλλοντας σε άρτο σύνεσης τα στάχυα.
Κουδουνίσματα αλόγων
έσερναν κοπάδια σε λιβάδια.
Πλάι στο ποτάμι μεγάλωναν πλατάνια.
Άκουγα το νερό να κυλά στους βράχους!
Μεγάλωσα με περιπάτους
ανάμεσα σε πολύφυλλα δέντρα
που τ’ αγκάλιαζε ο αγνός αέρας της εξοχής.
Αθώο ξεκίνημα!
Μες της απεραντοσύνης την ελευθερία
στην ομορφιά της ποικιλίας
πρωτογνώρισα την ευτυχία!
Μάζευα ηλιολούλουδα κι αστρολούλουδα.
Ανοίγονταν μονοπάτια
πάνω στο χιόνι αχνοπατούσαν
αόρατα αγγελάκια.
Ανάσαινα γύρω της καλοσύνης ουρανό
την ειρήνη του ελατοδάσους
ξύπναγα απ’ τον πετεινό.
Κλωσσόπουλα έπλεκαν τραγούδια
παιδικό γέλιο άνθιζε σε ρόδινα χείλια.
Πόσα θυμόνται άραγε τα πεζούλια;
Θρόιζαν καρυδιές και καστανιές.
Οι κήποι μας είχαν κερασιές
μοίραζαν υποσχέσεις οι μυγδαλιές.
Ο ήλιος παιχνίδιζε ερωτικά στα κλαδιά.
Καλημέριζα ευχαριστώντας
τα τριαντάφυλλα και τα πουλιά.
Εύθραυστα όνειρα πετούσαν πεταλούδες
με πλουμιστά φτερά
που άγγιζαν τις κεραίες τους ποιητικά!
Ξεχωρίζουν στη μνήμη μυρουδιές
αναμνήσεις από χαρωπές γειτονιές
μόσχους σχολικούς και πρωινές προσευχές!
Μοσχοβολούσαν ασβέστη και γιασεμί οι αυλές.
Το πέτρινο ρολόι σήμαινε την ώρα
της ατέρμονης επανάληψης
μες στις κρυστάλλινες σιωπές…
Θρησκευόμενες ψυχές
ζωγράφιζαν την ειλικρίνεια της αγάπης!
Ένιωθα το χάδι της μητρικής χαράς
έλαμπε το Κυριακάτικο τραπέζι
κάθε γιορτή είχε χορό και γλέντι!
Αναδύονταν ευχές
απ’ της καρδιάς τα πέταλα
γιόρταζε, απλωνόταν γύρω το συναίσθημα!
Χωριό μου πολύ σ’ αγαπώ!
Έχω την εικόνα της ήσυχης πλαγιά σου
στην καρδιά και το μυαλό.
Η πεθυμιά στριφογυρνά
με σκέψεων ψελλίσματα νοσταλγικά.
Σ’ ένα νήμα απ’ τον Πάρνωνα ψηλά
οι απλωμένες ρίζες σου σ’ άλλον τόπο ανθίζουν!
Οι συναντήσεις μας ας καταλήγουν
εκεί που φουντώνει το πράσινο
και ρέει το γαλάζιο
στη μαγεία του φυσικού
μες στης απλότητας το ρυθμό.
Εκεί που όλα ήταν αλλιώς
πνεύματα φτερουγίζουν γεμάτα φως.
Μας προσμένει
του ταξιδιού μας ο προορισμός!!
Μαίρη Σουρλή

(*φωτό:Μαίρη Σουρλή) η Φωτογραφία  είναι απ' το όμορφο, γραφικό χωριό Βαμβακού Λακωνίας)
 

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)