Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τρία ποιήματα,Νίκος Καζαντζάκης

                                                                  
   
    ~Το τραγούδι της Ελένης - 1994         
     
    Η Ελένη σώπαινε χαρούμενη
    μεσ’ στη νυχτιά γρικώντας
    το παραμύθι της να κλώθεται
    στης φαντασιάς τ’ άδραχτι
    κι άλαργα ο νους σε τόπους μακρινούς
    ήταν συνεπαρμένος
    Ήμουν εγώ που εγέλουν κι έκλαιγα
    στ’ ακρογιαλιά της Κρής
    γιατί ήταν ο άδειος ίσκιος μου
    στου ανδρός μου το κλινάρι
    γυρεύω μ’ άρπαγες πανώριους νιούς
    και παλικαροσύνες
    Λάμπαν τα φρύδια της καμαρωτά
    σα δυο μερών φεγγάρι
    τον άνδρα της θυμήθη αχνά
    και τον πανώριο Πάρι
    κι όλα τα παλληκάρια που σκοτώθηκαν
    για χάρη της στα ξένα
    Η ανάσα της Ελένης μύρισε
    σα θάλασσα δροσάτη
    θεά δεν είμαι εγώ κι οχτρεύομαι
    τους ουρανούς τους άδειους
    δε με χωράει το σπίτι ετούτο πια
    και πλάτυν’ η ψυχή μου

   ~Ελένη~

    Ελένη ορθή φτερούγα στον αέρα                                   
    Ελένη χίλια καλώς μας ήρθες άγγελε μου
    Γοργή μαντατοφόρα περιστέρα
    Πέρφανη αρραβωνιαστικιά του ανέμου
    Αχού μιαν αστραπή η ζωή, μα φτάνει
    στη φτωχικιά την πόρτα μας να βγούμε
    Μα μέσα εμείς Ελένη αγκαλιασμένοι
    Το αθάνατο δροσιό νερό να πιούμε
    Ελένη το έχε γεια πικρή κρυφή χαρά μου
    Ελένη χρόνια και χρόνια να βαστάξει θε μου
    το χέρι σου να σφίγγω και η ματιά μου
    Κι ώχου, να μη σε χωριστώ ποτέ μου
    Αχού μιαν αστραπή η ζωή, μα φτάνει
    στη φτωχικιά την πόρτα μας να βγούμε
    Μα μέσα εμείς Ελένη αγκαλιασμένη
    Το αθάνατο δροσιό νερό να πιούμε

                                                                                                                         
                                                                                                                 
   
    ~Του φεγγαριού το δείπνο ~                                                                         

     Βραδιά ανοιξιάτα, ανάλαφρο μελτέμι
    Κι ορθάνοιχτο στο πέλαο παραθύρι
    Αχνό το πρώτο πρώτο αστέρι τρέμει
    Μέσ’ του ουρανού το δροσερό ζαφείρι
    Ξυπόλυτη, ξεχτένιστη, ευωδάτη
    Σαν αγαπώ που δε χαλάει χατίρι
    Στον κόρφο μας η νύχτα πέφτει αφράτη                        

    Και τ’ άστρα της αντιδονούν σαν ζίλια
    Και κρέμεται η ψυχή μας πια χορτάτη
    Στου βραδινού αγαθού θεού τα χείλια
    Στου τραγουδιού τον άγριο πεντοζάλη
    Στου στοχασμού τα πιο ψηλά μπουρίνια
    Στημόνι ο νους και φάδι τ’ όνειρό σου
    Και στο νησί του ύπνου μοναχός σου
    Πλάθεις ψυχές και τις περνάς γιορτάνι
    Κι αχούν και κλαίν και τρέμουν στο λαιμό σου
    Βραδιά ανοιξιάτα, ανάλαφρο μελτέμι
    Κι ορθάνοιχτο στο πέλαο παραθύρι
    Αχνό το πρώτο πρώτο αστέρι τρέμει
    Μέσ’ του ουρανού το δροσερό ζαφείρι
    Σα στήθια απάρθενα οι μελίγγοι τρίζουν
    Γένηκαν παπαρούνες τα σπαρμένα
    Γελάει το δειλινό κι αντιφεγγίζουν
    Στ’ άδεια νερά του ανθρώπου τα γραμμένα
    Σα στήθια απάρθενα οι μελίγγοι τρίζουν
    Γενήκαν παπαρούνες τα σπαρμένα
    Σα δάσος ελατώμησες τον ύπνο
    Κι όλα γένηκαν μπλάβοι αχνοί και πάνε
    Καλεστικοί στου φεγγαριού το δείπνο
    Άντρες. Θεοί, Κοπέλες ροβολάνε
    Κι όλα γένηκαν μπλάβοι αχνοί και πάνε
    Καλεστικοί στου φεγγαριού το δείπνο
    Άντρες. Θεοί, Κοπέλες ροβολάνε
    Καλεστικοί στου φεγγαριού το δείπνο

Νίκος Καζαντζάκης
Πίνακες ζωγραφικήςα:William Henry Margetson
    &' Evelyn De Morgan

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης