Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τρία ποιήματα,Άννα Αχμάτοβα


Πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο...
Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.

Θα εκπλαγείτε σα’ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ’ απ’ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.

Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου...
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.
 ***
Γιατί... 
Γιατί στη λάσπη το ψωμί μου πετάξατε
Και δηλητηριάσατε το νερό
Γιατί την μισοπεθαμένη Λευτεριά
Την ρίξατε στο μπουντρούμι βρομερό.
Διότι δεν έδειξα χαρά,
Όταν τους φίλους μου εκτελέσατε,
Διότι τις ιδέες σας δέχτηκα χλιαρά,
Τις οποίες εσείς μεγαλοφυής αποκαλέσατε.
Πάντοτε, χωρίς ικρίωμα και δήμιο
Ο ποιητής πάνω στη γη δε ζει
Και αυτό το επιζήμιο ειδύλλιο
Στο σύμπαν θα συνεχιστεί.

***
Υπάρχει μες στη σχέση γραμμή μια μύχια,
Όπου δε φτάνουν ο έρωτας και το πάθος,
Ας μέσα στη σιγή σμίγουν τα χείλη μειλίχια,
Και η καρδιά πετάει στης αγάπης το βάθος.

Εδώ αδυνατεί η φιλία, και η εποχή
Υψηλής και φλογερής ευτυχίας,
Όταν είναι ελεύθερη και ψυχρή η ψυχή
Προς βάσανα γλυκά της φιληδονίας.

Τρελοί που προσπαθούν να φτάσουν στη γραμμή αυτή,
Που έφτασαν – προσβλήθηκαν από της θλίψης το νεκροκέρι…
Τώρα κατάλαβες, η καρδιά μου γιατί
Δε χτυπάει κατ’ απ’ το δικό σου χέρι.
Άννα Αχμάτοβα
Μετάφραση:Γιώργος Σοϊλεμεζίδης
 (Πορτρέτο της Αχμάτοβα, 1922. Ζωγράφος Κουζμά Πετρόφ - Βόντκιν. Κρατικό Ρωσικό Μουσείο της Αγίας Πετρούπολης)

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)