Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Καστέλης Μάνος,Η Φυσαρμόνικα Του Βοριά


Κανείς δεν είπε ότι τον γνώριζε.
Δεν είπε κανείς ότι τον είδε.
Κι ας κυνηγούσε ανάμεσα τους με μανία
τα φθινόπωρα,
τις δυνατές βροχές, τα ηλιοστάσια του ανθρώπινου
χειμώνα.
Απαρατήρητος περνούσε από μπροστά τους
σαν ψίθυρος μακρινής καμπάνας
σαν μια πνοή που είχε χάσει την ορμή της.

Μόνο τα παιδιά τον έβλεπαν ν'απαγγέλλει
ποιήματα.
Μόνο τα παιδιά τον άκουγαν να ντύνει τους λυγμούς
του κόσμου με τραγούδια.
Απομεινάρι μιας ηλιόλουστης μέρας που γκρέμιζε
κόσμους από κίτρινα φύλλα κι έχτιζε καινούργιους
με μετέωρα φιλιά.
Ένας εύφορος κάμπος που τον αγνοούσαν ολότελα
οι ανάξιοι κηπουροί της οικουμένης.
Μόνο τα παιδιά γνώριζαν την ύπαρξη του.
Γιατί έμπαινε στα όνειρα τους τρέχοντας
και τα πότιζε με δροσερό αέρα.
Γιατί τους έδειχνε και πήγαιναν μαζί
τον δρόμο της Ανοιχτοσύνης.
Γιατί τους χάριζε σαν καραμέλες τις ιδέες του
κι εκείνα τον τιμούσαν κρύβοντας σαν φυλαχτό
το φεγγοβόλο περιτύλιγμα
στις τσέπες τους.
Για να φυγαδεύσει τον εαυτό του,
προσκάλεσε σε δείπνο εκείνους
που του είχαν αποπλανήσει την Άνοιξη.
Σ'ένα παιχνίδι τρέλας που δεν έλειψε κανείς.
Τους υποδέχτηκαν η φυσαρμόνικα του βοριά
ένας κήπος κατάφυτος από αγωνίες
κι ένα πένθιμο μαντιλάκι κρεμασμένο
σ' ένα σχοινάκι της αυλής.
Το σπίτι μια πόρτα κι ένα παράθυρο.
Ο ουρανός έλειπε.
Στους τοίχους αποτυπώματα από δάκρυα
και αμέτρητες συγγνώμες που ζητούσε
απ' τα παιδιά τους.
Δε τους προξένησε εντύπωση το κρύο φαγητό,
το άθλιο κρασί, τα πλαστικά λουλούδια στ' ανθογυάλι.
Επιδόθηκαν σε αστεϊσμούς και χαριεντίσματα
αδιαφορώντας για την απουσία του οικοδεσπότη.
Μόνο τα παιδιά λυπήθηκαν
για την κενή καρέκλα που περίσσευε.
Μόνο τα παιδιά βγήκαν στους δρόμους να τον ψάξουν.
Όταν τον βρήκαν,
είχε σταματήσει να παίζει η φυσαρμόνικα
του βοριά.
Λευκά πανάκια διέσχιζαν τα πέλαγα.
Σκυμμένες γυναίκες τραγουδούσαν στα χωράφια.
Δίπλα του βρέθηκε μια ίριδα και λίγα μεσημβρινά
υπολείμματα Κυριακής.
Στάθηκε ακατόρθωτο να του πάρουν τον ουρανό
από τα μάτια του.
Ω, παιδιά της αγάπης,
παιδιά της αγάπης του:
Μη πείτε σε κανέναν τι είδατε.
Μη πείτε σε κανέναν τι σας είπε.
Γυρίστε στα σπίτια σας κι οχυρωθείτε.
Γιατί θα έρθουν πάλι οι δυνατές βροχές
και έχουν τελειώσει οριστικά
οι καραμέλες.
Μάνος Καστέλης

 (Η φωτογραφία είναι του  Caras Ionut)

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)