Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Τρία ποιήματα ,της Μάτση Χατζηλαζάρου





  • Λιάζομαι μες στη συγκίνηση
    των ημερών του Νοέμβρη,
    που ξαναφέραμε μαζί.
     Μαζί το ζούμε και το θέλουμε
    το πηγαινέλα της φύσης
    -τις μυρωδιές του κρύου ανέμου,
    τα παγωμένα νίκελ της πόλης,
    τον κλειστό χώρο μες στη παγωνιά
    όταν αχνίζουν τα τζάμια.
     Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή
    και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων.
    Ζωή μου, δίπλα σου
    είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου.
     Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.
    Ποιήματα 1944-1985.
    Από τη συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης.

    ~~~              ~~~             ~~~



  • Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο;
    μην είναι θαύμα;
    Το πλάνεμα της σκέψης μου,
    ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
     κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
    Όλα μου σου τα χαρίζω –
    μες στον ήλιο και μες στο ερωτικό χρώμα
    των ματιών σου.
    Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας,
    το φύλλο που μαγεύει το φως;
    έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
    Πώς σβήνουν τα τραγούδια
    των κοριτσιών το σούρουπο;
     έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
    Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται
    πια στην εύκρατο ζώνη.
    Γητειά είναι; όνειρο; ή θαύμα;
    Η παλάμη μου σε περιμένει,
    η παλάμη μου σ’ αποζητάει,
     η παλάμη μου τρέμει
    και φτερουγίζει μες στα κλαριά
     – αχ! μες στη χούφτα μου
    κούρνιασε ένα πουλί,
     το πουλί είναι η τρυφερότης σου.
    Ποιος να ‘ναι ο έρωτας
    που περιέχει το κλίμα της αιθρίας;
    Γύρωθέ μου βλέπω μονάχα όλες
     τις λαχτάρες της Μεγάλης Παρασκευής.
     Το κλάμα μου ας είναι το ημερότερο τραγούδι˙
     η θλίψη μου, πομπή Μαγιού απ’ τη θάλασσα
    ως τον κάμπο˙ οι ρεμβασμοί μου,
    δέκα καΐκια στολισμένα
    που αρμενίζουν για το πανηγύρι.
    Ποτέ, ποτέ ζωή μου δίχως γητειά.
    Κι είναι η γητειά η μυρουδιά
    του ανοιξιάτικου πόθου μες στα χαμομήλια.
    Κι είναι η γητειά όλος ο έρως ενός ξερού βράχου –
     με το φως, με τον ήλιο.
     Κι είναι η γητειά, απ’ την κούνια μου ως τον τάφο
    οι στεναγμοί μου εκείνοι που γεννάνε το θαύμα.
    Ποιήματα 1944-1985.
    Από τη συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης. Εκδόσεις Ίκαρος



    ~~~            ~~~           ~~~


  • Χαμόγελα
    Από το χαμόγελό σου πετάξανε δέκα πουλιά,
    στους ώμους μου επάνω.
    Το χαμόγελό σου το κρατάς όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.
    Μια ανεμώνη τινάχτηκε μέσα στην αγκαλιά μου
     πίσω απ' τα παραθυρόφυλλα γελάει μια αχτίδα.
    Η θάλασσα αναμοχλεύει τ' άσπρα της χαλίκια
     όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.
    Δυο κόκκινες χάντρες κύλησαν από μιας κοπέλας το λαιμό.
     Οι λυγαριές αναστενάζουν μες στη ρεματιά χορεύουμε,
     χορεύουμε, η μουσική μας είναι η σελήνη
    όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.
    Όταν μεθάει το κρασί το πίνω μες στα χείλια σου
    ο ήλιος σηκώνεται προτού ξυπνήσει το φιλί.
    Η παλάμη σου ανοίγει όταν σκάει το σύκο
    όλες οι πεταλούδες φέρνουν τα χαμόγελά σου.
    Από το χαμόγελό σου πετάξανε δέκα πουλιά,
    στους ώμους μου επάνω.
    Το χαμόγελό σου το κρατάς όπως ένα παιδί τη ναυτική του ψάθα.
    Ποιήματα 1944-1985,
    από τη συλλογή Δυο Διαφορετικά Ποιήματα, εκδόσεις Ίκαρος


  • Μάτση Χατζηλαζάρου

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».