Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διήγημα :~Κάτι έχω~ του Βασίλη Παπαμιχαλόπουλου





Ήταν μεσημέρι και μόλις είχα γυρίσει από το σχολείο. Θα πρέπει να πήγαινα Πρώτη ή Δευτέρα δημοτικού. Ο καιρός ήταν καλός. Άνοιξη ήταν. Σε όλο το δρόμο σκεφτόμουν τι φαγητό είχε μαγειρέψει η μητέρα μου. Πεινούσα -πράγμα ασυνήθιστο για μένα.
Όταν έφτασα στο σπίτι, πάτησα το μάνταλο της πόρτας, την άνοιξα και προχώρησα προς την εσωτερική ξύλινη σκάλα για ν’ ανέβω.
-Μα.., μα.., ήρθα, φώναξα στον αέρα.
Μόλις έφτασα επάνω, έστρεψα το κεφάλι μου και είδα τη μητέρα μου να στέκεται απέναντι στο διάδρομο που ένωνε το μέσα δωμάτιο με την κουζίνα. Ήταν ακουμπισμένη στα κάγκελα και με παρατηρούσε.
Όσο ανέβαινα τα σκαλοπάτια τόσο με κοιτούσε επίμονα. Το ύφος της γινόταν όλο και πιο σοβαρό.
-Ω, εσύ κάπως είσαι. Κάτι έχεις, αποφάνθηκε κάποια στιγμή σα να είχε διαγνώσει κάτι σοβαρό επάνω μου.
Μου κόπηκαν τα πόδια. Το στομάχι μου, ξαφνικά δέθηκε κόμπος και χλόμιασα. Όλη η καλή διάθεση που είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή, εξαφανίστηκε δια μιας.
-Φώφη, Φώφη, έλα αμέσως εδώ, φώναξε στην αδερφή μου που ήταν στο μέσα δωμάτιο.
-Έλα, τι θέλεις; της απάντησε αυτή καθώς πλησίασε.
-Για κοίτα το παιδί, δεν έχει κάτι, της είπε και με έδειξε.
Κρεμάστηκα από τα χείλη της με αγωνία. Αυτή, έσμιξε τα φρύδια της, με κοίταξε προσεχτικά και είπε με κάποια ανησυχία στη φωνή της.
-Πω, πω, δίκιο έχεις μαμά, κάτι έχει.
Μετά και την επιβεβαίωση της αδερφής μου, ένοιωσα ακόμα χειρότερα. Φούντωσα ολόκληρος. Kοίταζα στα μάτια και τις δυο για να καταλάβω, αλλά άκρη δεν έβγαζα.
Μέσα μου, ένοιωθα πως κάτι γινόταν. Αν και δεν μπορούσα να προσδιορίσω τι ήταν ακριβώς, ήμουν πεπεισμένος πως υπήρχε κάτι που από αυτό θα πήγαινα.
Με έπιασε μια παράξενη ταραχή. Μου ήταν αδύνατον να σταθώ σε ένα μέρος. Πανικοβλήθηκα. Άρχισα να τρέχω γύρω-γύρω στο σπίτι περνώντας μέσα από τα δωμάτια και φωνάζοντας.
-Κάτι έχω. Κάτι έχω.
Η μάνα μου και η αδερφή μου με ακολουθούσαν προσπαθώντας να με σταματήσουν και να με συνεφέρουν. Δυσκολεύονταν να με πιάσουν, καθώς στο σχολείο ήμουν πρώτος στο τρέξιμο. Κάθε τόσο, γυρνούσα προς τα πίσω και τις ρωτούσα.
-Κάτι έχω. Τι έχω;
Μετά τον τρίτο γύρο, όταν είχα φτάσει μπροστά στη σκάλα, αντί να συνεχίσω, σταμάτησα απότομα κοιτώντας προς τα κάτω. Στην προσπάθειά μου να κάνω κάτι για να βοηθήσω τον εαυτόν μου, άρχισα να κατεβαίνω τα σκαλοπάτια, φωνάζοντας πανικοβλημένα.
-Δεν είμαι καλά, κάτι έχω. Ελάτε γρήγορα να με πάτε σε ένα γιατρό.
-Στάσου, παιδάκι μου, να σε δούμε, φώναξε η μάνα μου από πίσω.
Μέχρι να τελειώσει τη φράση της, είχα φτάσει κιόλας στο τέρμα. Πηδώντας όμως από το προτελευταίο σκαλοπάτι περδουκλώθηκα στο χαλί και έπεσα με το κεφάλι πάνω στο μάνταλο της πόρτας.
Εκεί με πρόλαβαν. Με το πρόσωπο γεμάτο αίματα και με το κεφάλι ανοιγμένο. Με βούτηξαν αμέσως και με πήγαν τρέχοντας στο ιατρείο.
Στο δρόμο, τσίριζα, γιατί με έτσουζε το σκίσιμο. Τέσσερα ράμματα μου έκανε ο γιατρός. Πάνω, μου έβαλε μια γάζα που θύμιζε φιογκάκι. Αυτό με πείραζε πολύ, γιατί οι στέκες της αδερφής μου είχαν κάτι παρόμοια σχέδια επάνω. Τα παιδιά θα με κορόιδευαν.
Στο γιατρό, κανείς μας δεν θυμήθηκε να πει πως, εκτός από το τραύμα είχα και κάτι άλλο.
Από τότε, το γεγονός αυτό ξεχάστηκε. Το ξαναθυμήθηκα πριν μερικές μέρες. Είχα συναντηθεί με κάποιους παλιούς φίλους και το έφερε η συζήτηση. Βρήκαν την ιστορία πολύ αστεία και γελούσαμε επί ώρα.
Όμως αργότερα, όταν την έφερα πάλι στο νου μου, την είδα κι αλλιώς.
Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος
(Από την ανέκδοτη συλλογή «Διηγήματα τσέπης»αναδημοσίευση από:

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης