Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διήγημα:Κάτι στον τρόπο της~Της Τζίνας Ψάρρη~



Η μουσική της. Ένα τεράστιο παλιρροϊκό κύμα σαρώνει τη μοναξιά που περικλείει τη ζωή της. Ένα κύμα ογκούμενο, για να κρύψει τον θλιβερό ορίζοντα. Ορίζοντα που δεν έχει λόγο ύπαρξης χωρίς πιάνο.
Η Αγγελίνα γυρνούσε και ξαναγυρνούσε στο πιάνο, αλλιώς ασφυκτιούσε. Διαφωνούσα. Δεν έπρεπε να πω γνώμη; Παιδί της αδελφής μου ήταν, η μοναδική ανιψιά μου. Αδέξιο το σώμα της, αβέβαιο. Έτσι γεννήθηκε, με αναπηρικές παραμορφώσεις. Ισχίο και κάτω άκρα λαβωμένα. Πάνω σε μπαστούνια ακουμπισμένη η δεκάχρονη κοντούλικη ζωή της. Με μόνη ενθουσιώδη ευκαμψία στα δάχτυλα των χεριών. Κίνηση γεμάτη χάρη σε άσπρα και μαύρα πλήκτρα. Και μια αόριστη αίσθηση μεταξύ πανικού και έξαψης να πλανιέται στον αέρα μαζί με τις νότες. Κάτι στον τρόπο της υπαινισσόταν αυτοπροβολή. Ότι αυτό που έκανε, το έκανε καλά. Θα έπρεπε να νιώθει έτσι, θα έπρεπε να ξέρει πως υπάρχει κάτι για το οποίο όφειλε ν” αγωνιστεί. Κι όλο διάλεγε μοτίβα που η λυπημένη τους αρχή μεταλλασσόταν σε σχεδόν χαρούμενο τέλος. Το σώμα εγκατέλειπε προοδευτικά, το μυαλό ανύψωνε σκαλί-σκαλί.
Η αδελφή μου, η Νένα, παρακολουθούσε με ενθουσιώδη προσδοκία. Εγώ ανησυχούσα μόνο. Ο βροντερός καταρράκτης της μουσικής, οδηγούσε την Αγγελίνα σε μια γλυκιά απομόνωση. Αυτό χρειαζόταν; Όχι, πίστευα ακράδαντα. Ήθελα να φωνάξω πως μόλις σβήσει η μουσική, σιωπή είναι αυτό που μένει. Στον πίνακα της καθημερινότητας που με τόσο ζωηρά χρώματα ζωγράφιζαν οι δυο τους, η μουσική ήταν η μία και μοναδική, ούτε κουκιδάκι ανθρώπου δεν αχνοφαίνονταν πουθενά. Καταλάβαινα: οι νότες δεν πληγώνουν.
Χρόνο με το χρόνο, μετράω αδιάκριτα βλέμματα να καρφώνονται επάνω της. Διαβάζω τον οίκτο μέσα τους, την ψεύτικη μεγαλοψυχία, αυτή που υπάρχει μόνο για να σε κάνει να νιώσεις κατώτερος. Καταλαβαίνω από τι θέλει να την προφυλάξει η Νένα, συμπονάω μα δεν συμφωνώ. Παιδιάστικος, αγνός ενθουσιασμός, να τρέχει επάνω στη μείζονα κλίμακα του Ντο, γοργές αλληλουχίες αρμονίας να γεμίζουν την καρδιά της γαλήνη. Παράξενος, ζωηρός ήχος που μόνο απ” τα δικά της δάχτυλα παίρνει ζωή. Ξεχνιόταν μέσα στο δέος. Σκέτη ευτυχία. Αύρα απαλή σαν ανάσα. Ζάχαρη άχνη να πασπαλίζει το κάθε πάτημα σωστής νότας. Η αδελφή μου να χειροκροτά με μανία. Γιατί ξέρει, όταν ακούς το χειροκρότημα, δεν ψάχνεις να βρεις τι κίνητρο έχει. Επουλωμένα τραύματα που ξεθωριάζουν κρυμμένα πίσω από παρτιτούρες, αυτό ήταν το σχέδιό της. Να διώξει όλους τους φόβους της λαβωμένης μοναχοκόρης της με τις νότες. Κι η Αγγελίνα, να μάθει να βρίσκει παρηγοριά σε ό,τι μπορούσε να το κάνει μουσική.
» Η μικρή μου, μια μέρα θα παίζει Μπαχ και Σούμπερτ» έλεγε η Νένα, «θα γίνει μια νέα Μπαχάουερ κι ο κόσμος θα την παρακολουθεί εκστασιασμένος».
«Θα τις παίξω όλες τις μελωδίες που αγαπάς μαμά», αποκρινόταν η μικρή. Γιατί τίποτε δεν μετρούσε περισσότερο απ” το να είναι χαρούμενη η μαμά. Ακόμα κι αν αυτό σήμαινε πως θα πρέπει να κρατά και να ξανακρατά τον αμείλικτο ρυθμό του χρονόμετρου στην εντέλεια. Έτρεχαν τα δάχτυλά της παντού, όχι μόνο στο κλαβιέ μα και πάνω στα έπιπλα, στο πόδι της, στην τρυφερή κοιλιά της μαμάς.
«Τι κρίμα άγγελέ μου, εδώ που παίζεις δεν βγαίνει ήχος». Απαλή επίπληξη, μητρική παρότρυνση να επιστρέψει το παιδί στην πραγματική εξάσκηση.
«Βγαίνει ήχος μαμά, εγώ τον ακούω». Απάντηση που έστελνε την Νένα στον παράδεισο. Δικαίωση για την ορθή απόφαση. Κι απόλυτη λήθη στη ζωή. Εκεί που δεν υπάρχει.
Και στο σχολείο, το διάλειμμα αλλιώς. Τρεχαλητά με τα πόδια για όλους, με τα δάχτυλα για την Αγγελίνα. Αόρατες νότες πάνω στο θρανίο, χαμένη στον δικό της κόσμο, τον φτιαγμένο από συγχορδίες. Η επίγνωση της διαφορετικότητας, σπαθιά στο στέρνο. Μα και αίσθημα μεθυστικό: μόνο εκείνη να ξέρει τα μυστικά του πιάνου και κανένας άλλος. Ανακουφιστική προσέγγιση, σιγουριά ότι υπάρχει ζωή και αλλού.
Δεν είχα δίκιο. Το αίσθημα τάξης που ο καθένας επιβάλλει στον εαυτό του, δεν είναι διαπραγματεύσιμο. Το αυταπόδεικτο δεν το επινοείς. Απλά, υπάρχει.

Τζίνα Ψάρρη
Αναδημοσίευση από: http://fractalart.gr/tzina-psarri-short-stories/

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)