Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

~Μιά κόρη ίδια με όνειρο~Νίκος Παππάς



Μην τη σταματήσει κανένας διαβάτης στο ταξίδι της
μην την ξυπνήσει κανένας από τα όνειρά της
άσκοπα σαν όλους μας πλανιέται
άσκοπα κι έχει πουλιά στα στήθια της φυτεμένα
στολίστηκε με τον ήλιο του απερίσκεπτου χαμογέλιου της
φόρεσε την τρελή νεότητα ανθοδέσμη
και πάει...
Ποιος θα τολμήσει να ξυπνήσει τα βαθιά μυστικά της!
Ποιος θ' ανακόψει τέτοια ανέμελα βήματα;
ύπνος ανονείρευτος και παρθενικός τη συνοδεύει
πουλιά στους ώμους της και αγαλματάκια από ίσκιο
άσπρη καμέλια στο άστρο της καρδιάς
κανένα δε μίλησε κανένα δεν κοιτάζει
οι διαβάτες προσπερνούν σαν από μια λησμονημένη αδερφούλα
σε αναζητούν γιατί λείπεις σαν ένα άρωμα
σε αναζητούν γιατί δεν ξέρεις να ξαναγυρίσεις
σε θυμούνται γιατί όλα πια τα ξέχασες
γιατί δε συλλογιέσαι τίποτα και κανέναν!

Για που τραβάς; Πότε θα σταματήσεις;
Γαρούφαλα σου φεύγουν καθώς αναστενάζεις
ίσκιοι αλαφροί σου κάθησαν στο στήθος
αλαφροΐσκιωτη ξεχασμένη αδερφούλα των μικρών πουλιών
κορδέλες από λευκό δρόμο η πορεία σου
έχεις τα βηματά σου ματωμένα σαν το περιστέρι
και σε ζητούν στο σπίτι σου με ονόματα που δεν ακούς
και σε γυρεύουν να σε σταματήσουν μ' άγνωστους διαβάτες
και σε φωνάζουν με τα ονόματα της γειτονιάς 
γραμμένα στα βαθειά μνήματα της ξεγνοιασιάς σου.

Υπνοβάτισσα που τρεκλίζεις απ' τους μεθυσμένους μύθους σου
τρομάζουν οι δρόμοι καθώς τους κοιτάζεις
είναι χειμώνας και το φόρεμα σου τόσο λεπτό
είναι άνοιξη και το καπέλο σου ανθίζει
τα μικρά σου βήματα μοσκοβολούν αθωότητα
τα λεπτά σου χέρια πλανιώνται πάνω σου σα μίσχοι
διψάς και δε θυμάσαι να σταματήσεις
φοβάσαι και δεν ξέρεις κανέναν άνθρωπο
κουράστηκες και δε ξέρεις να σταθείς...
Είσαι μικρή δεν πρόλαβες να αμαρτήσεις
οι ποιητές σε κυνηγούν για να σε μοιρολογήσουν
είσαι αλαφρή σαν τη μοίρα των μικρών παιδιών
είσαι ανάλαφρη και μυρίζεις σα μεγάλο λουλούδι
σε παίρνει ο αγέρας σαν κλωνάρι σα μοναχική κραυγή ποιος θα σε σταματήσει δίχως να σε προσκυνήσει;
τρομάζω μη σ' αναγνωρίσουν άλλα αδερφικά βήματα
τρομάζω μη νοσταλγήσεις τα μονοπάτια του σπιτιού σου
το δρόμο της επιστροφής που έσβησαν τα μικρά σου πέλματα περπάτα...
περπάτα ολοένα σαν το αεράκι
στο πλευρό σου συνοδεύω τους μακρινούς δρόμους σου
στα λιβάδια έχει ανθίσει η ψυχή σου
όταν ακούς όταν σου φαίνεται πως σε φωνάζουν
είναι που σε καλούν να μη σταθείς
είμαι κι εγώ που σε τραβώ απ' το χέρι σου για πέρα...
Νίκος Παππάς
(Τρίκαλα Θεσσαλίας 1906)


(Γερανιώτης Δημήτριος-Κοπέλα σε Αγρό, 1905)


Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)