Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΤΑ ΡΩ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ (1972) – Οδυσσέας Ελύτης



Αρχή του κόσμου πράσινη
κι αγάπη μου θαλασσινή
Την κλωστή σου λίγο λίγο
 τραγουδώ και ξετυλίγω
           ~

 Διαβάζω μέσα στο νερό
το άλφα το βήτα και το ρω
Τα δυο γυμνά σου πόδια
τους κήπους με τα ρόδια
            ~

Σ’ έκανα πουκάμισό μου
σε φορώ και περπατάω
Με το σώμα το μισό μου
στο δικό σου που κρατάω
            ~

Σου ‘χτισα μια Σαντορίνη
με καμάρες και πορτιά
Να γυρνάς σαν το λυθρίνι
μες στη δροσερή φωτιά
                 ~
Θα κλείσω μια θα κλείσω δυο
την απαλάμη των χαδιώ
Θα κλείσω δυο θα κλείσω τρεις
 την Τύχη κι άμε να τη βρεις
               ~
 Έλα να γίνουμε δυο ζώα
σε μακρινούς να πάμε τόπους
 Όπου τα πλάσματα τ’ αθώα
να μας φαντάζονται γι’ ανθρώπους
            ~
 Άκουσα μες στον ύπνο σου
που κολυμπούσε ο κύκνος σου
Τα δύο μας τα ονόματα
ν’ αλλάζουν χίλια χρώματα
             ~
 Τα χέρια μου τ’ αδίσταχτα
πιάναν την άνοιξη πριν φτάσει
 Τα μάτια σου τ’ ανύσταχτα
της ρίχνανε άνθη να χορτάσει
            ~
Βγήκε απ’ το κόκκινο το μαύρο
και τώρα που να πάει δεν ξέρει
 Κόκκινα που ‘ναι όλα τα μέρη
Το ‘να που απόμεινε ίσως θα ‘βρω
             ~
Μου ‘φυγ’ ένα συννεφάκι
πάει τη λύπη στα βουνά
 Ψάχνει να χτίσει ένα σπιτάκι
 στο πάντα και στο πουθενά
            ~
 Σ’ ένα λιμανάκι μωβ
ξύπνησα τα χαράματα
 Όχι να μη γίνω Ιώβ
μήτε να μάθω γράμματα
             ~
Στήνει καρτέρι ο κεραυνός
χώρια να μας πετύχει
Μα ‘ναι μεγάλος ο ουρανός
 και τοσοδούλα η Τύχη
           ~
 Φύγε από κει μωρέ πουλί
και γέρνει η βάρκα μας πολύ
 Μόνο σου πέταξε και δες:
ίσα που παίρνει δυο καρδιές
            ~
 Σταμάτα μου την αστραπή
ν’ ανάψω ένα τσιγάρο
Και πες του σύννεφου να πει
 πως θα ‘ρθω να σε πάρω
             ~
Την αγάπη μια τη λες
την ντύνεσαι τη γδύνεσαι
 Όσο που γίνονται πολλές
 και πάλι σ’ όλες δίνεσαι
           ~
 Περνώντας απ’ τις λυγαριές
κάποιος μου το μουρμούρισε
Το ‘παν οι σκύλοι στις αυλές
 κι η γάτα το χουρχούρισε
            ~
 Κάνε με Μωαμεθανό
να προσκυνώ στη Μέκκα
Και να σε πάρω μια και δυο
 κι εφτά φορές γυναίκα
          ~
 Ο που ξέρει ελληνικά
πέντε κι έξι έντεκα
Κι ο που ξέρει μόρτικα
 δύο αλλ’ αλλιώτικα
          ~
 Η χαρά μου για να παίξει
διάλεξε κοπέλες έξι
Καθεμιά κι από μια λέξη
να τη λέει ώσπου να φέξει
         ~
Ένα κύμα μέσα σ’ όλα
έγια λέσα έγια μόλα
Πήρε τα κρυφά μας λόγια
 να τα κάνει κομπολόγια
            ~
 Αυτό που λέμε «σ’ αγαπώ»
στα δέντρα θα το τρίξω
Με τον αέρα να σ’ το πω
 και να σου το φυσήξω
           ~
Λένε πως κατιτίς κοιμάται
μέσα στης θάλασσας τον πάτο
Κάποια που πια δεν το θυμάται
μ’ έχασε σαν σταυρό εκεί κάτω
              ~
Σαν κάποιος ν’ αναστέναξε
ή να ‘κοψ’ έναν μενεξέ
 Ραγίστηκεν ο ουρανός
και φάνηκε ο κατάμονος
            ~
Τι να ‘γινε το μαξιλάρι
που ‘χε απ’ τα λόγια μας γεμίσει
Στον ουρανό θα το ‘χει πάρει άγγελος
για ν’ αποκοιμίσει κάτι
που πια δε θα γυρίσει
           ~
.Μόνο που κοιτάχτηκες
μέσα στο πηγάδι
Στην ηχώ σου πιάστηκες
 σαν σε παραγάδι
          ~
 Να σου δένω τα μαλλιά
με χρυσόν αστάχυ
Και να λένε τα πουλιά:
ο που τα ‘βρε ας τα ‘χει
            ~
 Μες στου κήπου το σκοτάδι
φέγγεις μόνο με το χάδι
Όμως όταν μπεις στο σπίτι
 σβήνεις τον Αποσπερίτη
                ~
 Να ‘χα μια γομολάστιχα
να πιάνει στα Γραμμένα
 Να σβήσω τα τετράστιχα
 και να κρατήσω εσένα.

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».