Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Διήγημα:Η μετακόμιση των χρωμάτων,της Μαριάνθης Παπάδη



 
Η μετακόμιση των χρωμάτων

Ο αυγουστιάτικος ήλιος, ατίθασος, φλογερός συνόδευε τη μεγαλόσχημη παρέα στην αμμουδερή παραλία, την αγαπημένη των παιδικών τους χρόνων, που μαζί της μοιράστηκαν όνειρα, φλερτ, ανησυχίες, προσδοκίες, χαρές. Επιτέλους! Μετά από τόσα χρόνια σχεδόν όλα τα ξαδέρφια συναντήθηκαν και άρχισαν να κατηφορίζουν το μικρό δρομάκι που κατέληγε στον παράδεισό τους. Ένας παράδεισος με ξανθιά άμμο πνιγμένη στις μπεζ ανταύγειες και γαλαζοπράσινα νερά μιας θάλασσας πλανεύτρας, μοναδικής όπως κάθε τι στον τόπο τους.
Τα γέλια, οι φωνές τους, μπλέκονταν με το μουρμούρισμα των νερών που τους καλωσόριζε χαρούμενα Τα συμπράγκαλά τους ατέλειωτα. Είχαν σκοπό να καθίσουν μέχρι η αντοχή να παραδοθεί στο γλυκό μούδιασμα της κούρασης. Μα ήξεραν πως θα άντεχαν, όπως τότε που παιδιά και έφηβοι αργότερα, αντάμωναν με το γλυκοχάραμα. Ο ήλιος έκαιγε, μα δεν τους ένοιαζε. Οι ομπρέλες και οι καρέκλες άνοιξαν, οι ψάθες στρώθηκαν, τα τραπεζάκια στήθηκαν. Τα χρώματα, οι μυρωδιές,  χοροπηδούσαν στη γιορτή της αντάμωσής τους. Οι ιστορίες και τα πειράγματα άρχισαν να πηγαινοέρχονται ανάμεσά τους. Ο κώδικας επικοινωνίας, που είχαν υιοθετήσει χρόνια πριν, με τα παρατσούκλια και τα χαϊδευτικά των ονομάτων τους εμφανίστηκε ζητώντας επίμονα το μερίδιό του, νοσταλγώντας τις εποχές που σεργιάνιζε ξέγνοιαστα στις φράσεις και τα καλέσματά τους.
Οι παγωμένοι καφέδες γρήγορα αντικαταστάθηκαν από κρύες μπύρες και σάντουιτς, συνήθειες παλιές, λατρεμένες. Οι πρώτες νότες έσκασαν στα χείλη. Αναμνήσεις από εξόδους βραδινές πλέχτηκαν δειλά δειλά στο μυαλό και στην καρδιά.
-Για θυμηθείτε τότε στη Ματζάκουρα,* τον ασήκωτο που είχαμε, μέχρι να μας παίξουν το «Με παρέσυρε το ρέμα» φώναξε ο μεγάλος ξάδερφος, που έμενε μόνιμα στη Γερμανία. Μας βρήκε το ξημέρωμα.
-Ξεμέρωμα, ξεξημέρωμα, τα σπάσαμε για άλλη μια φορά, του απάντησαν γελώντας.
-Μα το καλύτερο ήταν στο πανηγύρι της Παναγιάς, με την παραγγελιά για το Γιαννούλη μας, «Αετός αετό μεγάλωνε» πετάχτηκε τραγουδώντας  η...
Τα λόγια πάγωσαν, οι κρουνοί των ματιών ξεχείλισαν ρίχνοντας καυτές σταγόνες στην αποκαμωμένη άμμο. Τα μενεξεδιά συντροφιά με τα μπακιρένια χρώματα του δειλινού σκοτείνιασαν και ο χρυσός βασιλιάς άρπαξε το γκρι, το μαύρο, το βαρύ μωβ και με μανία βάφτηκε ολάκερος, σπιθαμή προς σπιθαμή, βουτώντας άπληστα τα πινέλα του στις αποχρώσεις τις μουντές.
Ο Γιάννης τους, ο αγαπημένος και μονάκριβος Γιάννης τους, πέρασε μπροστά  χαμογελώντας. Τους κρυφοκοίταξε. Ήταν μαζί τους. Πάντα ήταν. Τον κουβαλούσαν όλοι μέσα τους. Σουλατσάριζε στη ζωή τους με άυλα χνάρια και απάλυνε τον πόνο. Αυτό τον πόνο που κάποια χρόνια πριν τους ρήμαξε τα σωθικά. Το αγαπημένο του τραγούδι περήφανα χίμηξε, έγινε κραυγή. Η φιγούρα του κοντοστάθηκε, άνοιξε τα χέρια και με μια γυροβολιά πέταξε τρέχοντας στο βασιλιά δίνοντάς του πίσω τα φωτεινά, λαμπερά του χρώματα, να βαφτεί, για να φωτίσει πάλι το δικό τους και τον δικό του παράδεισο.
Το σούρουπο γκρινιάζοντας αποχωριζόταν τη συντροφιά που γνώριζε από παλιά, παραδίδοντας τα σκήπτρα του στην αστραποβολούσα νυχτιά. Η ανηφοριά για το γυρισμό άρχισε να ξεπροβάλλει μπροστά τους. Σφιχταγκαλιασμένοι ανέβαιναν προς το χωριό. Σιγοτραγουδούσαν με το βλέμμα ψηλά στον ουρανό, κοιτώντας το ολόλαμπρο αστέρι, που τους έγνεφε από μακριά.
΄
 Μαριάνθη Παπάδη


*Παραθαλάσσιο μπαράκι που κάθε Σάββατο φιλοξενούσε ένα συγκρότημα από την Πάτρα.

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».