Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποίηση,Ουρανία Βασιλάτου




ΓΟΡΓΟΝΑ ΣΤΗΝ ΞΗΡΑ

Να επιστρέψω θέλησα.
Λάθος μέγα να εξερευνήσω
της γης εικόνες και δεξιότητες.
Δέλεαρ οι αχτίδες
που διαπερνούν το νερό
όταν ξημερώνει.
Σαγήνη η θέρμη του ήλιου
σαν αγγίζει το πλάσμα του βυθού.

Αποπλανήθηκα και παραπλανήθηκα.
Κολύμπησα ως την ακτή
εκεί που ξεκινά η διαφορετικότητα.
Στην γραμμή της άμμου καθισμένη,
έγδαρα τα λέπια, αιμορράγησα
κι η αλμύρα της θάλασσας
ξέπλυνε τα περιττά.
Μεταμορφώθηκα..
Μεταλλάχθηκα...
Φοβήθηκα..
Άκρα εκκολάφθηκαν
καθώς στράγγιξε το αίμα
και δημιούργησαν κορμί.
Στην καυτή άμμο πάτησα
μετέωρη
ως βρέφος στα πρώτα του βήματα.
Πρωτόγνωρη η αίσθηση της ντροπής.
Με πέπλο φυκιών κεντημένο
με ευχές του Ποσειδώνα
έντυσα εκείνα τα σημεία στο σώμα
που φυλάκισαν τα βλέμματα
των ξένων στα μάτια μου θνητών.
Ξυπόλητη
απομακρύνθηκα απ’ την αγκαλιά των κυμάτων.
Αντί της δροσιάς των υδάτων
τον ιδρώτα ένοιωσα να γλείφει πάνω μου
σαν οξύ που διαβρώνει τους πόρους
και εισέρχεται στα σπλάχνα
βασανιστικά αργά
μέσα απ’ τις φλέβες και τις αρτηρίες.
Φθάρθηκα..
Αλλοιώθηκα..
στα πρώτα λεπτά.
Τους δρόμους της πόλης διέσχισα.
Η οσμή απ’ το άχρωμο υλικό του πλήθους
απωθητική.
Η γεύση της ασυδοσίας στα χείλη
πικρή.
Οι σκιές των ανύπαρκτων αξιών
που είδαν τα μάτια,
εικόνες φρικτές.
Έμαθα να τρέχω.
Να ξεφύγω.
Επέστρεψα εκεί που πάντα άνηκα.
Κοντά στα πλάσματα
που δαγκώνουν και σκοτώνουν
σα θεριά
μοναχά για να επιβιώσουν.
Στο παγωμένο νερό
που δεν καταφέρνει να ψύξει την καρδιά.
Έσφαλα..
Μετάνιωσα..
Ποτέ δεν μαρτύρησα
την όση ασχήμια έζησα σε μία μέρα.
Δεν θέλησα να θανατώσω
την καθαρότητα των ψυχών της θάλασσας.
Ουρανία Βασιλάτου


ΤΕΛΕΤΗ

Συγκεντρωθήκαμε σήμερα
δίπλα στου ωκεανού τους αφρούς
να κηδέψουμε την ψευτιά.
Με τιμές
ως της αρμόζουν,
αφού χρόνια κυκλοφορεί
αλόγιστα σ' όλες τις σκέψεις.

Θάβουμε μαζί
στο ξύλινο φέρετρο
τις αλυσιδωτές αντιδράσεις
που προκλήθηκαν
από κείνο το πρώτο
το της "ανάγκης" ψέμμα.
Αιώνια
στης λήθης τον ύπνο
συντροφιά να ταξιδεύουν
με τις εικόνες σπαραγμού κι οδύνης
που πλάσαν μ' ιδιαίτερη ευκολία.
Μαζί με τις λέξεις
που περίτεχνα κέντησαν ιστούς
κι άφησαν απάνω τους
να σαπίσουν
η αγάπη κι ο έρωτας.
Βαριά ταφόπλακα
θα στολίσει τα κύματα
σαν την οδηγούν στ' αχαρτογράφητο
τ' απύθμενου βυθού.
Ποτέ να μη βρεθεί
απ' ανθρώπου λόγο.
Χείλη μην την αναζητήσουν
κι αναζωπυρωθεί
μέσα απ' τα πνευμόνια.
ΟυρανίαΒασιλάτου




ΦΥΣΗΣ ΑΠΟΠΑΙΔΙ

Φύτρωσε στην πορφυρή αυλή.
Καταπράσινο στικτά γραμμωμένο
με λευκά περιστρεφόμενα άνθη στολισμένο.
Μικροκαμωμένο παιδί της φύσης.
Κρυμμένο σε μια γωνιά.
Αδιάφορο στο βλέμμα.

Δίχως του νερού την τροφή.
Δίχως των αχτίδων την αγκαλιά.
Στην σκιά αφημένο.
Παράταιρο.
Αποπαίδι
που δεν αποδέχθηκε η ομήγυρης.
Του χαρακτήρα του η διαφορετικότητα,
οι ιδιότητες που του δόθηκαν
φρίκης αποτελέσματα επιφέρουν.
Με αυτά γεννήθηκε.
Η επιλογή
απ’ τα γονίδια της μητρός του
μεταφέρθηκε στ’ αίμα του.
Αναίμακτη γέννα.
Βρέφους κλάμα δεν ακούστηκε.
Της σιωπής βλαστάρι.
Σπορά νάρκωσης.
Τα χείλη της οδύνης σχηματισμένα.
Άγγιγμα μ’ απώλεια μυϊκών δυνάμεων
και θανάτωση αισθητήριων νεύρων.
Φιλί που τρόμο σπέρνει
και το σώμα σε σπασμούς ηγείται.
Ύπνος εγκεφαλικός.
Νάρκη αισθητήριων οργάνων.
Σκότους ανάκλαση διαχέεται στον αέρα.
Εκχύλισμα θανάτου στις αρτηρίες κυλά.
Το τέλμα της καρδιάς
ανώδυνα γράφηκε στον κήπο της ψυχής μου.
Με διαλογή φυλλωμάτων
για τ’ αναλγητικό ρόφημα.
Κέρασμα για των πληγών μου
τους λυγμούς.
Ουρανία Βασιλάτου



                                                          

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης