Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Το πανηγύρι του Αη Λια, της Μαριάνθης Παπάδη


Η κυρα Λάμπραινα πουλί πετάμενο έφερνε πάνω κάτω την κουζίνα της. Ανήμερα της γιορτής του Προφήτη Ηλία και το διαμαντάκι του κάμπου της Ηλείας, που δρόσιζε τα πόδια του στα νερά του Ιονίου, είχε την τιμητική του με πανηγύρι και γλέντι συνοδεία οργάνων στον περίβολο της εκκλησίας. Το σπίτι της και φέτος θα άνοιγε την πελώρια αγκαλιά του να καλωσορίσει συγγενείς και φίλους, προσκυνητές του Άγιου.
Τις δυο προηγούμενες μέρες η σκάφη του ζυμώματος δέχτηκε τα χάδια των χεριών της, σαν τα βύθιζε στο βούτυρο το ασπροκανακεμένο για να ετοιμάσει τους κουραμπιέδες, κέρασμα στις γιορτινές μέρες, και το ψωμί της το ηλιοψημένο, όπως χαρακτηριστικά έλεγε, μόλις το αντίκρυζε, χαμογελαστό πάνω στο φουρνόξυλο. Οι μοσχοβολιές τριγυρνούσαν ναζιάρικα γαργαλώντας τις αποκαμωμένες μύτες του ασκεριού της που δε βολευόταν μόνο με το μπροστοκούλουρο που ήδη είχε χαθεί στις πεινασμένες του σιαγόνες, αλλά επιθετικά διεκδικούσε τα αφράτα καρβέλια που στριμώχνονταν στις θήκες της πινακωτής.
Το σπίτι στολισμένο με κοφτά και τραντέδες αναδευόταν σκερτσόζικα στις περιποιήσεις της, που τελειωμό δεν είχαν. Τα γυάλινα βάζα πνιγμένα στα βασιλικά, παρέα με το κεχριμπαρένιο παντεσπάνι που στα σπλάχνα του κρύβονταν τριάντα αυγά, χαμογελούσαν βλέποντάς τη να ξεφυσά, για να προκάμει τις δουλειές. Η ώρα κάλπαζε και αυτή δούλευε το κοφτερό μαχαίρι πάνω στη φλούδα της φρέσκιας πατάτας φανερώνοντας τη σάρκα της, όμοια με χρυσοκίτρινη λίρα. Έπλενε τα κομμάτια του αρνιού, τα αλατοπιπέρωνε και τα τοποθετούσε στους μεγάλους ταβάδες που υπομονετικά περίμεναν να δεχθούν το θησαυρό της μαγειρικής της. Έβαλε μπροστά της άλλους δυο που θα φιλοξενούσαν έναν τεράστιο κόκορα και τρία θεριεμένα χωριάτικα κοτόπουλα. Συνέχισε με ευλάβεια και αφοσίωση να ρίχνει απάνω τους μπαχάρια και λάδι άφθονο, ταπεινό καρπό από το προικώο της λιοστάσι, προσέχοντας μη ρετζελίσει το χώρο της. Τα σκέπασε με αστραφτερές λευκάτες πετσέτες, πλυμένες στο Αρτεσιανό μέσα στη μακρόστενη σκάφη με πράσινο σαπούνι που έκαμε μόνη της και αλαφροπατώντας ικανοποιημένη τράβηξε στην αυλή, για να ανάψει το φούρνο της.
Άπλωσε λιόκλαρα παντού σπρώχνοντάς τα με επιδεξιότητα σε όλο το εσωτερικό και έβαλε φωτιά. Όταν έγιναν κάρβουνα που σπινθοβολούσαν, ξεθράκεψε τραβώντας τα μπροστά στην είσοδο. Καθάρισε με την πανιάρα το δάπεδο του και χαμογέλασε με αγαλλίαση. Οι ταβάδες πήραν θέση στο ξύλινο φτυάρι κι ένας ένας έμπαινε στα αναμμένα σωθικά του θολωτού κτίσματος. Σφράγισε την πόρτα και ξαπόστασε κάτω από το φυνταμόρι της τσιμεντένιας αυλής. Δροσίστηκε πίνοντας νερό κρυστάλλινο, φερμένο με το σούγλο που έριξε στο πηγάδι της και ξαπόστασε παίρνοντας βαθιά ανάσα από τη φούρια της ημέρας. Σε κάθε άνοιγμα που έκανε τα αρώματα που ξέφευγαν από το φούρνο της, κούρσευαν την όσφρηση των γειτονισσών της, που ξέπνοες παραδίδονταν στο χάρισμα της να μετατρέπει γεννήματα σε αριστουργήματα γεύσης.
Το απόγευμα καθαροπλυμένη με τον κύρη της και τη φαμελιά της έχοντας τελέψει με τα πασμαγούδια και τα ψητά, ανηφόρισε το δρόμο για τον Προφήτη. Η καμπάνα του εσπερινού αντηχούσε στη διαδρομή και καλούσε τους πιστούς να βιαστούν. Η φωνή της δυνατή ακούστηκε στην καλοκαιρινή κάψα:
-Άντε! Λάμπρο! Μην αργείς. Περπάτα γρήγορα, φώναξε στον άντρα της, τον καλοσυνάτο Λάμπρο που τον μανουβράριζε κατά πώς όριζε παρά τη διαφορά ηλικίας που είχαν.
-Μη βιάζεσαι, Γεωργία μου απαντούσε μελένια εκείνος, που ποτέ δεν της είχε δώσει άσχημο λόγο. Σε λίγο φτάνουμε.
Λίγα λεπτά αργότερα έμπαιναν στον περίβολο της εκκλησιάς. Σκύβοντας το κεφάλι, έκανε το σταυρό της φχαριστώντας τον Άγιο, που και τούτη τη χρονιά αξιώθηκε στη χάρη του. Παρακολούθησε με δέος τα λόγια του Δεσπότη και με την απόλυση άρχισε τους ασπασμούς με τους συγχωριανούς και τα ξαδέρφια της που είχαν κατηφορίσει από τα χωριά της Πηνείας. Στο προαύλιο ήδη οι οργανοπαίχτες είχαν πάρει τη θέση στο πάλκο και δοκίμαζαν τα όργανα. Κάθισαν στριμωχτά στις ψάθινες καρέκλες για ένα ουζάκι σερβιρισμένο με φρεσκοψημένα στραγάλια. Τα ποτήρια υψώθηκαν αφήνοντας να περάσουν μέσα τους χρώματα μαβιά, οι ευχές λευτερώθηκαν από τα βάθη της καρδιάς και τα γέλια σιγοντάρισαν το λεύτερο χορό που ύφαναν οι νότες των μουσικών.
Το ανθρώπινο μπουλούκι, η συνοδεία της κυρα Λάμπραινας, μέσα σε πειράγματα και αστεία βημάτιζε γοργά για το σπίτι της. Το αληθινό γλέντι θα στηνόταν εκεί, κάτω από τον πλάτανο, τη μουριά, το φυνταμόρι. Στα τραπέζια με τα λινά τραπεζομάντιλα και τις πιατέλες που ξέχειλες θα σέρβιραν αρνί και κόκορα με πατάτες, κοτόπουλα με χυλοπίτες, τυρόπιτα αφροκαμωμένη με σαράντα λεπτά φύλλα, το ψωμί το ζυμωτό και καράφες ολόγιομες με κόκκινο κρασί, όλοι μαζί με αφορμή τη μέρα του εορτασμού του Αγίου Ηλία, θα δώριζαν στη ζωή το κέφι και την άδολη αγάπη τους.
-Τούτο τοοοο, μαύρα μου μάτια, τούτοοοο το καλοκαιράκι, άρχισε ο μπαρμπα Λάμπρος το τραγούδι αιφνιδιάζοντας το ζωηρό τριζόνι που σταμάτησε απότομα τζοχαδιασμένο το σκοπό του, παρασύροντας τους φιλοξενούμενούς του να τον σιγοντάρουν. Δίπλα του η κυρα Λάμπραινα δίπλωσε τις μύτες από το τσεμπέρι της πάνω στο κεφάλι, έσφιξε το χέρι του κύρη της και με τα μαύρα της μάτια έγνεψε σε όλους τους καλεσμένους που φώτιζαν με την παρουσία τους για άλλη μια χρονιά το σπιτικό της ένα τρανταχτό «ευχαριστώ», για την επίσκεψή τους στ’ ακρογιάλι της ζωής τους!
Μαριάνθη Παπάδη
_____
Το διαμαντάκι της Ηλείας: Άγιος Ηλίας, μικρό παραθαλάσσιο χωριό ανάμεσα στον Πύργο και την Αμαλιάδα
Ταβάς: Ταψί
Μπροστοκούλουρο: Ψωμί, που έμοιαζε σαν τη σημερινή λαγάνα και ψηνόταν πριν φουρνίσουν τα καρβέλια
Ρεντζελάω: Πιτσιλάω, λερώνω
Τραντέδες: Πλεκτό με το βελονάκι που μπαίνει ανάμεσα σε τραπεζομάντιλα και λινές πετσέτες για να τις στολίσει
Αρτεσιανό: Χώρος που μαζεύονταν οι γυναίκες της γειτονιάς και έπλεναν σε μεγάλες σκάφες. Ονομάστηκε έτσι για το τρεχούμενο νερό που ανάβλυζε από τη γη.
Πανιάρα: Κοντάρι που πάνω του είχε δέσει βρεγμένο πανί
Φυνταμόρι: Ονομασία του δέντρου μελιά στην Πελοπόννησο
Σούγλος: Μεταλλικός κουβάς για το νερό
Πασμαγούδια: λιχουδιές που τρώγονται πριν το κυρίως γεύμα
Πηνεία: Περιοχή στο βορειοανατολικό τμήμα του Ν. Ηλείας πάνω από την Αμαλιάδα, που διαρρέεται από τον ποταμό Πηνειό.
Τζοχαδιασμένο: θυμωμένο
Τσεμπέρι: Μαντίλι
(πρώτη δημοσίευση -Ιστορίες του βιβλίου,βιβλιονετ)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».