Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούλιος, 2016

Κλέφτης Ονείρων,της Μαριάνθης Παπάδη

Άφησε τα γυαλιά του πάνω στις σελίδες της εργασίας που διόρθωνε, βολεύτηκε στην καρέκλα του γραφείου του και αφουγκράστηκε τους ήχους του γραπτού, που τον ταξίδευαν. Κάθε φορά η ίδια αίσθηση μούδιαζε τα μέλη του. Διάβαζε την καινούρια εργασία του μεταπτυχιακού φοιτητή και ονειροπολούσε. Ο λόγος του άρτιος γεμάτος δόκιμους όρους, σμιλεμένος σαν γερό οικοδόμημα, με έντονη την παρουσία τόσο ελληνικής, όσο ξένης βιβλιογραφίας και αρθογραφίας. Μα μέσα από το γραπτό αναδυόταν μια μυρωδιά μεθυστική, ταξιδιάρα. Έφερνε στο νου τη φιγούρα του νεαρού με τα σπαστά μαλλιά να ακουμπούν στους ώμους, το γλυκό χαμόγελο, το στοχαστικό βλέμμα. Του νεαρού με τα μακριά δάχτυλα, που έτρεχαν στα πλήκτρα του πιάνου, στη χριστουγεννιάτικη μάζωξη στο μπαράκι του Αστρινού. Σηκώθηκε και έβαλε μια πλάκα στο παλιό γραμμόφωνο, στολίδι του γραφείου του. Οι νότες από το βαλς του Shostakovich πλημμύρισαν το χώρο. Άρχισε να ταιριάζει το πάζλ της σκέψης, να οσμίζεται σαν κυνηγάρικο σκυλί την ένταση που α…

Τρία ποιήματα,του Γιώργου Ν.Μανέτα

Μνήμες
.
Στον άταφο ναύτη
.
Στην γοερή σού ορκίζομαι κείνη κραυγή του φάρου
και στου βυθού που ξάπλωσες την άμμο τη νωπή,
θύρα να βρω στα βάθη της ν’ ανταμωθώ του Χάρου
τ’ ανήλια εκείνα δώματα που κατοικεί η σιωπή.
.
Κι όταν θα βρω το σκοτεινό του Χάροντα λημέρι,
τα πιο ακριβά μαλάματα θα δώσω και σκουτιά,
για να σου σφίξω ακόμη μια στερνή φορά το χέρι
πριν σε πλαγιάσει ατίμητο του ερέβους η ερημιά.
.
Πριν να σε λούσει πένθιμα το φως απ’ το φεγγάρι
και πριν της λήθης τ’ όνομα στην πέτρα σου γραφτεί,
βάζω την πένα στο χαρτί και κάνω την δοξάρι
για να τους πω πως χάθηκες δίχως κλαυθμό, ταφή:
.
Λέξεις συλλέγω ιάσμινες να πλέξω το στεφάνι
μα η ρίμα βγάζει συμφορά και στεναγμού λυγμό.
Στο θλιβερό ταξίδι σου, η πένα μου αποκάνει,
πενθεί και υγραίνει ως να ‘τανε κι εκείνη από πνιγμό.
.
©Γιώργος Μανέτας
.
Θύμηση
.
Πάλι χθες στο εικονοστάσι σαν να σβήστηκε το φως μου·
γιε μου - εσύ, πικρό κομμάτι της ζωής μου, μακρινό...
σε ποιας θάλασσας τη μέση, σε ποιαν άκρη αυτού του κόσμου
ταξιδεύ…

Τρία ποιήματα,του Κώστα Καρούσου

Ήρθες..

Ήρθες του νόστου πρωτόπλαστη
με πλήρη εξάρτηση λέξεων
ευλογίας-αρμονίας-θανάτου !!
όπως γιατρεύεις τις αποστάσεις
κι απασφαλίζεις τις ιδέες
κύτταρο-φιλί-κάνιστρο !!
με την αντιστροφή του ήλιου,
με πλήρη αφύπνιση σώματος,
ηδονής-υδρίας-απέραντης !!
Κ.Καρούσος..16/7/2016



 Των αγρών το φέγγος...

Των αγρών το φέγγος ελαχτάρησα,
μεγάθυμο στου στίχου το κατώφλι
ορθωμένο θυμίαμα των αιώνων...

Την καρδιά μου εμοίρασα στο θάμπος
της μηλόσαρκης ευγένειας των σχημάτων,
και στην ανθοφόρα δίκη της φύσης...

Φως λαχταριστό με σάρκα γη
με σκαλωσιές από λιοπύρι απάνεμο
του κόσμου η αμύρωτη λαχτάρα.!!!..
Κ.Καρούσος [ Τρεις Ωδες ]



Ωδή Πρώτη

Ω δύναμη του Λόγου, τα νεφρά σου
πειθαρχείς, το χρόνο στο κατάκρημνο
φιλί σου πάντοτε πώς ημερεύεις;
Πώς την ακοή σου να φέρω μέσα μου
στην κραυγή των εκλείψεων, διάκοσμος
να ξεχύνεσαι ή κοχλασμός της γης;
Συ σπας την εφταχρωμία της ψυχής
μπρος - πίσω ψηλαφείς τ’ ανάστημά σου
τ’ αύριο δεν ξέρεις πόσο θα ‘ναι κοντά
10)Σ’ ένα δειλινό ψάρεμα του κύκνου
χλωμό πά…

Κυρα-Λάμπραινα, η μαμή~ Της Μαριάνθης Παπάδη~

-Θεια-Λάμπραινα, θεια-Λάμπραινα. Τρέξε γρήγορα, ακούστηκε συρτή η φωνή του μπάρμπα Γιάννη στην πλακόστρωτη αυλή.

-Ποιος είναι; ρώτησε αλαφιασμένη η Λάμπραινα βγαίνοντας στον μπαξέ, ισιώνοντας το τσεμπέρι, που κρέμονταν  στο κεφάλι της.  

-Έσπασαν τα νερά της Αντώνας. Τρέξε.

-Ουφ! Σε καλό σου Γιάννη. Λάμπρο, το νου σου στο φαί. Πάω στα Ζαφειρακαίϊκα.

Η κυρά Λάμπραινα, έβγαλε την μπροστέλα, έπλυνε τα χέρια, έστρωσε το φόρεμά της και κίνησε για το σπίτι της ετοιμόγεννης. Μπήκε φουριόζα, χαμογελαστή και ευχήθηκε με το πλατύ χαμόγελό της, στολίδι μοναδικό στο καθάριο, φωτεινό της πρόσωπο. Ύστερα έπλυνε ξανά τα χέρια της με νερό και σαπούνι χωριάτικο, φτιαγμένο με αλισίβα και ελαιόλαδο, έδεσε την καθαρή ποδιά που της έδωσαν, σήκωσε τα μανίκια της και ετοιμάστηκε για τη γέννα.

-Έλα Αντώνα, ήρθε η στιγμή να καρτερέψω και το τέταρτο. Σε λίγο θα κρατάς το γιο σου στην αγκαλιά. Ήταν σίγουρη για το αγόρι. Το είχε πει στη μάνα και στον πατέρα, που την εμπιστευόταν τυφλά, όταν τη ρώτησε με αγων…

Μαρία Α. Ποπκιώση – Χαραλαμπίδου,Ασημένιες Φωταψίες