Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποίηση: Βασίλης Σιουζουλής



ΠΟΙΗΣΗ


 Η ποίηση
 Βάζει σε κίνδυνο
το θάνατο.
 Όταν γεννιέται ,
 Eκείνος φεύγει
Γίνεται η ώρα παιδί
Αγαπάει και χαίρεται
Ο ποιητής στη σκιά της

 Η αισιοδοξία βγαίνει απ’ τις πράξεις του, η ποίηση είναι πράξη, ο λόγος, να την ντύνει καθώς της ταιριάζει.

***

Ήρθε κοντά μου
 ένα δάκρυ
Βράδυ ήταν
 Με δρόσισε και με πήρε
Φύγαμε για τον κόσμο του
 Δεν θέλω τίποτε άλλο
 Μου είπε

Τίποτε άλλο απόψε Αυτό μου είπε και το αγάπησα πιο πολύ.




ΧΑΡΑ

Μια ζωή χωλή
 Απ’ το αριστερό σου
Περπατάς όμως
 Ζεις
Φαντάσου να μου πέθαινες
 Παιδί
Και όπως είσαι
Χαρά μου
 Εγώ σ’ αγαπώ
Σε θέλω

Δε λες πάλι καλά που έζησες έστω κι έτσι .


***
Λίγη σιωπή
 Ηρεμία ποιότητας μετρίας
Αέρα που ακριβοπλήρωσε
Για καθαρό
 Με μια δραχμή απέσπασε
Μισό χαμόγελο παιδιού
 Στη στάση που περίμενε
 Το πράσινο ν’ ανάψει
(έτρεχαν σαν αστραπή
Οι σύγχρονοι Θεοί)
Αυτά με το δελτίο
 Όπως και τότε το κίτρινο ψωμί
 θυμάσαι; μάνα
Πεινάω και τώρα, πολύ

Και επειγόντως θέλω μια φέτα άσπρης μέρας για να ζήσω.




***
Όμορφη η γνωστή πλατεία
βρεγμένη φόρεμα λευκό
που φέγγει
και ζώνης της ο Πηνειός
Άδεια εκτεθειμένη
κι όμορφη
Το μεσημέρι κοιμάται
ως έφηβος
και η απουσία του απαλύνει
τη σκληρή λιακάδα
της Τετάρτης
Ωραία αυτή η σιωπή
με το κίτρινο αδιάβροχο
Η φθινοπωρινή βροχή τον βρήκε με καλοκαιρινό ντύσιμο κι έκαναν έρωτα.

Θεσσαλός Σεπτέμβρης-τα τραμάκια,Θεσσαλονίκη 2000

***
"Άλλαξε δρόμο
Σε κάθε γωνιά
Τον περίμενε
Και μια αγάπη παιδική
Η ζωή του ύστερα
Άθροισμα έγινε
Τέτοιων στιγμών

Η μαγεία τους , να ντύνουν κάθε μέρα το σώμα
και με καινούργιο ένδυμα"




"Πόσους έρωτες
του άρπαξαν παιδί
κι έμεινε εκεί
χωρίς τον παράδεισό του
Τον έπαιρνε ύστερα
ο στείρος ο καιρός
και τιμωρούσε
Και τις πιο απλές επιθυμίες
Ως που μεγάλωσε
Συνάντησε το Σεπτέμβρη
Εκ φύσεως χαρωπό
Τον φιλοξενεί
και σιγά σιγά
έκανε τους φόβους
να έρθουν με το μέρος του
Αρκετές φορές
ντύνει τις επιθυμίες του κοσμικά
και τις αφήνει
Για έναν περίπατο
Ή και ταξίδι αναψυχής

Ύστερα πάλι πίσω στο δωμάτιο τις περιποιείται μια αγάπη,
που γλίτωσε, γιατί δεν ήθελε και τόσο να περιφέρεται στην αγορά."

Από την Συλλογή "Αδέξιος περιποιητής ανθέων"..



Τέντωσαν το νου
 Για να δουν τη μέρα
Τη σεργιανούν σε δρόμους
Και πλατείες
Τα χειροκροτήματα τη λεηλατούν
Καίγεται εν χορδαίς και οργάνοις
 Θα βγάλω την καρδιά μου
Και θα τη ρίξω στα πόδια τους
Δεν θα μάθουμε ποτέ
Πως ο θάνατος μπορεί
Κάποτε να χαθεί
απ’ το άγνωστο
Ποιος ξέρει.
 Σημαδεύουμε το χρόνο για να ρίξουμε την Ανάσταση






***
Ο Μάης πήγε να περάσει
 Στο δωμάτιο
 Έτσι που ήταν
 Δεν τον γνωρίσαμε
 Και του κλείσαμε την πόρτα
 Η επιθυμία μας
Να κλάψουμε τους ελεύθερους
Στ’ αυτιά μας έρχονται
Καθαρά τα λόγια.
Καλέστε την περσινή σας αγάπη
Και φιλέψτε την
Καλό παιδί σε τι φταίξαμε;
 Η απάντηση
Μας πήγαινε σπίτι



 Γεννήθηκε στο Δομένικο Ελασσόνας από Μακεδόνες γονείς. (Δοτσικό). Διορίστηκε στο Γυμνάσιο Αρρένων Ελασσόνας το 1972 και έμεινε εκεί ως το καλοκαίρι του 1976. Από το 1976 ως σήμερα μένει στη Λάρισα Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Διορίστηκε το 1972 στη δημόσια Μέση Εκπαίδευση ως φιλόλογος, απ’ την οποία και συνταξιοδοτήθηκε το 2005 Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές: και ένα μυθιστόρημα. 1) Δωμάτιο Λάρισα 1980. 2) Χειραψίες εκδ « Οδυσσέας»1981 , 3) Τραγούδια για το Νίκο εκδ. ΕΛΜΕ Λάρισας 1991 , 4) Η ήττα του Απογεύματος, εκδ. « τα Τραμάκια» Θεσσαλονίκης 1994 , 5) Θεσσαλός Σεπτέμβρης , εκδ. «Τα Τραμάκια» Θεσσαλονίκης 2000, 6) Αδέξιος Περιποιητής Ανθέων, εκδ. ΓΡΗΓΟΡΗ 2012 και το μυθιστόρημα « Η Ευτυχία του ’50, εκδ. «Οδός Πανός», Αθήνα Μάιος του 2006 Ήταν μέλος της συντακτικής επιτροπής του λογοτεχνικού περιοδικού ‘ Γραφή ‘ του δήμου Λαρισαίων, Αδέξιος περιποιητής Ανθέων, Ποιητική Συλλογή Ποιήματά του και διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά και εφημερίδες.

*Παραθέτω το ποίημα:''Καλοσύνης Δότης''  του ποιητή,Γιώργη Βώδινα.
(Το έγραψε σε ένδειξη,αγάπης και σεβασμού, προς τον φίλο,δάσκαλο και ποιητή Βασίλη Σιουζουλή)

ΚΑΛΟΣΥΝΗΣ ΔΟΤΗΣ
Λιμπρέτο όλη του η ζωή στίλβη από χαρμολύπη
Τραγούδι πολυφωνικό πεντατονίας χτύποι
Ρίζες από ψηλά βουνά μ' ελάτια λιολουσμένα
Στα όνειρά του συντροφιά λαγκάδια πλουμισμένα
Χάρμα πηγές κελαρυστές στο νου του αντιλαλούνε
Μες στη καρδιά οι ταξιμιές γλυκά μοιρολογούνε
Στον Όλυμπο έχει φωλιά αγάλλεται η Ραψάνη
Μαλάζει λιθαριών νερά ψυχής γρικά φιρμάνι
Σε θεατράκι λαξευτό το κάλλος φτερουγίζει
Τ' Αύγουστου κάποιο δειλινό το ''ΜΗΤΙΑ'' δακρύζει
Πλατάνια έχει συντροφιά τον Πηνειό για ταίρι
Οίστρων ρουφά μεταλαβιά λόγου κεντά ξαθέρι
Όπου σαλεύει ανθοβολεί της Λάρισας ο κάμπος
Στις φλέβες του περγαμηνή μ' αγάπης βέρο λάμπος
Χρόνια στη τάξη λαλητής φύτευε γνώσης σπόρους
Κρουνός πηγαίας θαλπωρής σ' αυλόγυρους με ντόρους
Δάσκαλος φάρος τηλαυγής φίλος λαμπρός της νιότης
είναι ο Βασίλης Σιουζουλής της καλοσύνης δότης
01 / 01 / 2016
Vg Gv





Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».