Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
                                                                             




                                                                      Ηλίας Κεφάλας
                                     <Το Δέντρο που Έγνεθε Τη  Βροχή Και Τραγουδούσε>>

                                           


Α’

Μικρές Φθινοπωρινές Τελετές

ΠΡΟΤΡΕΧΟΝΤΑΣ

Κοντά σε δέντρα θέλω ν’αποκοιμηθώ:ας πούμε
ιτιές με υπόγεια νερά και αγκιστρωμένες φωνές
προαπελθόντων.Βέβαια
λέω για τη μέρα που οι φίλοι
θα πάψουν πια να μ’αγαπούν
(πώς ν’αγαπάς μιά χούφτα αέρα?)
και η μόνη τιμή θα είναι να με θυμούνται.

                                                                 
                                                             atr:Adrian Moriano

                     
ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ

Δεν υπάρχει βαθύτερο πηγάδι από τη λησμονιά.
Δεν υπάρχει αποδεχτή παρηγοριά
Χωρίς μια χάρη δωρεάς στον εαυτό  μας.
Οι στίχοι τι εύκολα που σβήνουν,                                        
Τα ποιήματα και οι ποιητές
Θα φύγουν σαν το γοργό νερό.
Ή ποίηση θα μείνει.Λοιπόν
Η ποίηση θα μείνει, ευνόητο.
Αλλά, για κέρδος αν το περνάς αυτό
Έλα να μου το πεις.


                         

ΚΑΝΕΝΑΣ
Μην αφουγκράζεσαι βαθιά
Ο ψίθυρος είναι του νερού
Κι άλλος κανένας

Μη ρίχνεις τα μάτια σου στην πόρτα
Το δέντρο είναι που φυλλορροεί
Κι άλλος κανένας                                                  

Μη ξεγελιέσαι από φωνές                                           
Ο άνεμος είναι που μονολογεί
Και άλλος κανένας

Μη στήνεις μάταια το αυτί
Το φάντασμα είναι του κήπου
Κι άλλος κανένας

Μη την ανάσα σου κρατάς
Η νύχτα στάζει τη σιωπή της
Κι άλλος κανένας

http://odin.mobile9.com/download/media/41/season_eumuyllr.gif


Β’

ΠΕΡΑ ΣΤΟΥΣ  ΠΕΡΑ ΚΑΜΠΟΥΣ

                                                                      -----------Μητρός  τε
ΠΕΡΑ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΑ ΚΑΜΠΟΥΣ ΠΟΥ ΗΤΑΝ ΟΙ ΕΛΙΕΣ.ΤΡΕ-
μουν οι πικροδάφνες κι οι μέρες οι παλιές. Πέρα στους πέρα κά-
μπους-τόποι αλλόκοτοι. Μόνο χορτάρι μαύρο-γυμνοί βοσκό-
τοποι. Πήγα κι εγώ μονάχος και χάθηκα άπελπις. Και ξύπνησα
στη μέση μιας νύχτας άφεγγης. Μέσα σε κοίτες άδειες  σβησμένων
ποταμών. Σαν βέλασμα πού τρέμει αβύζαχτων αμνών. και γλείφο-
ντας τη μούχλα των ασφοδέλων λύγισα. Και στης υπομονής μου
την πέτρα πίσω γύρισα. Πέρα στους πέρα κάμπους θρηνούν οι ερημιές.
Πέρα στους πέρα κάμπους που ήταν οι ελιές.

                                                           (πίνακας ζωγραφικής Χαζαρίδης)

 Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ
ΑΥΤΑ ΤΑ ΒΟΥΝΑ ΛΕΝΕ ΝΑ ΦΥΓΟΥΝ,ΝΑ ΜΗ ΦΥΓΟΥΝ, ΕΝ
τέλει  λίγο να υψωθούν. Ίδια διστάζουν και τα σύννεφα. Να πέσουν κάπου, να μην πέσουν, λίγο να μετεωριστούν. Πάλι κι εγώ διστάζω
 το ίδιο. Να φύγω πέρα, να μη φύγω, κάπως να εξαϋλωθώ. Τελικά ή
μέρα απέρχεται, η νύχτα φτάνει, η μέρα τρέχει πάλι απ΄την αρχή,
κι όλα μένουν στη θέση τους ακούνητα. Μα όχι. Κάπου στο βάθος όλα έχουν κουνηθεί. Κάπου στο βάθος η επιθυμία τέλεσε το
 μαγικό  ταξίδι της.


                                                  





Η ΚΑΜΠΑΝΑ

ΚΟΥΝΗΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΣΗ ΤΗΣ  ΜΙΑ ΛΕΞΗ ΚΑΙ ΕΙΔΑ ΑΠΟ
κάτω της κρυμμένη μια καμπάνα. Τι άλγος Θεέ μου, τι αγωνία.
Μέχρι να βρω τον τρόπο και να βάλω πάλι μέσα στο λόγο αυτή τη
λέξη, η τρομερή καμπάνα θα με ξεκουφάνει.


Γ’
Η ΥΓΡΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

ΒΡΕΧΕΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΜΟΥ ΧΡΟΝΙΑ
Παγώναν τα βατόμουρα στις κορυφές των βάτων
Μικρές λιμνούλες φούσκωναν στις πλάτες των προβάτων
Κι εγώ έστεκα μόνος βουβός στις πύλες των αβάτων.

                             
ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ
Αυτό το δέντρο είναι ένα χέρι
Πού μας εκλιπαρεί να το προσέξουμε
Γι’ αυτό θωπεύει τ’άδεια μάτια μας
Με τη νωθρή φυλλορροή του.

Αυτό το δέντρο πάντοτε μας σκέφτεται
Γι’ αυτό και τον λιγνό του δείκτη
Υψώνει στο κενό να υπογραμμίσει
Το λυγμικό βαρόμετρο της μοναξιάς μας.

Αυτό το δέντρο πάντα γράφει ποίηση
Χωρίς γραφίδα στην παλάμη του
Χωρίς ρολό παπύρου και μελάνι,

Αυτό το δέντρο
Γράφει την ποίηση ψηλά στον ουρανό
Και άμα το αφήσουμε
Γράφει και στην καρδιά μας.

                                                         

Δ’


ΦΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΟΔΟΙΠΟΡΙΕΣ

ΔΙΑΦΥΓΗ ΠΟΙΗΜΑΤΟΣ
Σουρούπωνε και ήμουν μοναχός
Σε κορυφή ανεμοδαρμένου λόφου.
Κάτω ο πλημμυρισμένος κάμπος
Κοίλος καθρέφτης τύφλωνε τον ουρανό
Και στην πεπλατυσμένη λίμνη του το αργό φεγγάρι
κατέβαζε τον πατέρα- ανόθευτον απ΄τον καιρό-
Και τον απέθετε στιλπνή μαρμαρυγή
Στα φωτισμένα σπάρτα.

Ω πόση πίκρα στη θέα του πατέρα μου                 
Που έσερνε σιωπηλός τη λύπη του
Μες στο δικό μου τέλμα.

Στις τσέπες μου τότε κοίταξα μ’αδημονία 
Να βρω τα σύνεργα της ποθητής γραφής
Κι απ΄του μυαλού μου τις πτυχές ανέσυρα
Σωρό τις λέξεις με τα μακρινά μηνύματα
Καθώς της μνήμης μου αστείρευτα
Καταύγαζαν οι λαμπερές  εικόνες,

Κι όμως το ποίημα έτρεμε ανάερο
Και το σκοτάδι έπεφτε σαν χαλαρή βροχή.

Έπεφτε το σκοτάδι πύκνωνε
Και το αναθρώσκον ποίημα χανόταν λίγο –λίγο
Για μια στιγμή αστραπής μέσα μου γύριζε
Κι ύστερα πάλι έσβηνε λιωμένο
Σαν μέταλλο ακατανόητης εξόρυξης
Σαν μάταιο μείγμα ανάνηψης και θλίψης.

Ώσπου για πάντα χάθηκε το ποίημα
Στην ηφαιστειακή μελαγχολία της νύχτας
Κι έμεινε η μνήμη μου ανώριμος καρπός
Με τον πατέρα στάχτη στις πλαγιές των θυμαριών
Κι ήλιος που βύζαινε το μαύρο- ως –πέρα-έλος.

                                                                    atr:Adrian Moriano



                                                      

 Ε

Η ΠΟΙΗΣΗ ΟΡΙΖΕΙ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ
 -------------------------------------------Στον Αντώνη Κάλφα
Α.
Ποίηση είναι η ορμητική διάθεση του να θέλεις να αντλήσεις δια
μιας το ανεξάντλητο.

Ποίηση είναι η σκοτεινή διάθεση του να θέλεις να επιστρέψεις
χωρίς να ξέρεις που.                                                                                      

Ποίηση είναι ένας χώρος αδιάστατος και όμως μπαίνεις. Όσο πιο
 αργά βγεις τόσο και πιο πολύ αιωρείσαι.                                                         
Β.
Ή ποίηση  μονίμως σε καλεί  όμως λίγες φορές ακούς και πας κι
ακόμα λιγότερες φορές τη βρίσκεις.Όμως αλίμονο αν δεν πας
ποτέ.
Η ποίηση είναι διάθεση. Γι’αυτό και προηγείται πάντων.
                                                                                                                             
Γ                               
Ποίηση είναι αυτή η αθέατη δύναμη της συνέχειας σε κάθε τι το
οριστικά περαιωμένο.
Δ.
Ποίηση είναι η χώρα του ποτέ μέσα στο κάποτε και του κάποτε
μέσα στο ποτέ.
Ποίηση είναι αυτό που κοιτάζεις χωρίς να το βλέπεις κι αυτό που
βλέπεις χωρίς να το κοιτάζεις.
Ποίηση είναι αυτό το πιο μαύρο μέσα στο μαύρο, που εν τούτοις
διευθύνει όλες τις αναδύσεις των χρωμάτων.
Ποίηση είναι η αόρατη κουκκίδα της αφετηρίας για ό,τι ξεκίνησε
και έφτασε και δεν νιώσαμε ακόμα πώς και πού μας άγγιξε.
Ποίηση είναι κι αυτό που δεν έφτασε, αλλά γνωρίζουμε πώς και πού θα μας αγγίξει, όταν φτάσει.
Ε.
Δίπλα σε κάθε σκέψη στέκεται η Ποίηση για να τη διαψεύδει.
Τι είναι Ποίηση; Όποιος την εννόησε δεν ξαναμίλησε ποτέ.

Ηλίας Κεφάλας
<<Το Δέντρο Που Έγνεθε τη Βροχή και Τραγουδούσε>>
Σειρά: ΟΙ ΡΟΕΣ ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ
Εκδόσεις ΡΟΕΣ,Αθήνα2010




                                                                




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης