Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Ποίηση,Γιώργη Βώδινα ( Vg Gv )

                                                         
                                                                



                                                           

'' Τις τέφρες της ζωής , μόνο αγάπης χνώτο φλογερό
μπορεί να τις αναρριπίσει ''

( Vg Gv )

ΡΗΜΑΔΙΑΣΜΕΝΟ ΡΗΜΑ

Δεν αμπαλάρεται
σαν τιμαλφές στιλπνό
σε φιλντισένιες θήκες
Μήτε προθήκες σουλουπώνει
αρρωστημένου υλισμού
Παράφορα λαβώνεται
σε γλώσσες παραχαρακτών
Αφιονίζεται αδρά
σ' αλισβερίσια αισθημάτων
πλησίστιας υπουλίας
Μόνο να χαριστεί μπορεί
Απλόχερα χωρίς φραγμούς
Όπως ο ήλιος μας κερνά
Το φως της θαλπωρής του
Στις φλέβες του αργοκυλά
νέκταρ ολάνθιστης ζωής
Λύνει δεσμά της μοναξιάς
Τραύματα επουλώνει
Λαλιά έχει αηδονιού
Μοσχοβολά μεθυστικά
Σαν καρπερό περβόλι
Στέλνει τις πίκρες ξενιτιά
Τους στεναγμούς μελώνει
Μα λείπει απελπιστικά
από ανθρώπων χείλη
Έρημη λέξη ορφανή
Μ' ασέλγεια δαρμένη
Απόκληρη οδύρεται
Σ' αδράχτια μαύρης λήθης
Ρήμα που ρημαδιάστηκε
Πλανιέται στην ορφάνια
Εξόριστο γυμνό κορμί
Σ' ανήλιαγα κατώγια
Βλαστάρι άχρωμων καιρών
Ολοφυρμού υφάδι
Λιθάρια μόνο το λαλούν πουλιά το κελαρύζουν
Όπου οι ανάσες του κυλούν λούλουδα γλυκανθίζουν
Θαρρώ το λένε ''σ' αγαπώ'' της απληστίας θύμα
Μέσα στου πλήθους τον αχό στιλπνού καθρέφτη θρύμμα
18 / 12 / 2015
( Vg Gv )






'' Κερί που λιώνει η ζωή , μα σαν φυλάξεις το παιδί
δεν θα βλαστήσει λύπη ''
( Vg Gv )

ΘΥΜΗΣΕΣ ΛΑΜΙΕΣ

Μη γελαστείς των στολιδιών
Αλάστορας επίβουλος ο χρόνος
Στις περασιές του αμείλικτα
χαροκοπούνε συμφορές
Ασύστολα γεννοβολά φθορές
Λεηλασίες αυγαταίνει στα σεφέρια
Σφαχτάρια σέρνονται οι χαρές
Τρίζουν τσιγκέλια στο μυαλό
Θύμησες λάμιες οιμωγούν
Παράφορους στήνουν χορούς
Σε ραγισμένες ράγιες
Όλα αλλοτινές στιγμές
Απαρηγόρητα θρηνούν
Σαν πικροκέντητες μολπές
Ψελλίζοντας ακρόστιχα
σε μανουάλια εσπερινών
Τρικλίζουν σκουριασμένες λέξεις
Σε μαϊστράλια στουχτερά αμολυμένες
Ανίσχυρες ν' αποτινάξουν ήλους
Από εφήμερα κορμιά τσαλακωμένα
Ρόπτρο ασάλευτο μοιρολογά
Θρύψαλο από γυαλί η απουσία
Γρίλιες χαμηλωμένες σκυθρωπές
Δεν βρίσκει ο ήλιος χαρακιά
στης μοναξιάς τη ράχη
Λίγη ν' αρμέξουν θαλπωρή
ρημαδιασμένα όνειρα βουβά
σε χαμοκέλα σιωπηλών κραυγών
που κλαίει η προσδοκία
Μόνη γλυκιά παρηγοριά μορφή μαλαματένια
Με ηλιοστόλιστη θωριά σ' αλάνες δίχως φρένα
Μη λησμονήσεις το παιδί που φώλιασε στα στήθη
Να τ' αγκαλιάζεις με στοργή σκλάβο μη το 'χει η λήθη
Κι ύστερα σβήσε γελαστός χαρά να 'χει η λήξη
12 / 12 / 2015
( Vg Gv )


''Το κορυφαίο θαύμα τ' ακολουθεί τέλους ανέκκλητο φιρμάνι
Αγάπη πλάθε κι ανθρωπιάς πνοές σε καλοσύνης άσπιλο χαρμάνι''
( Vg Gv )


ΚΑΛΠΙΚΗ ΣΤΙΛΒΗ

Σε λάγνους εαρινούς συγκερασμούς
ανθοστολίζονται κατάσαρκα κλωνάρια
Ηδύλαλοι ηχούν αηδονιών τερετισμοί
Λικνίζονται φυλλώματα άρρητης πανδαισίας
Αντιλαλούν στις χαραυγές κονσέρτα ηλιαχτίδων
Το μεγαλείο της ζωής σε έξαρση δερβίσης
Μα δεν αργεί πλησίστια φυλλοροή
χώματα μουλιασμένα ν' αγκαλιάσει
Σινιάλα μουρμουρίζει το Ναδίρ
Προβάρει σάβανα λευκά η παρακμή
Εσύ θαρρείς ανέμελα θα ξεγλιστράς
Αόρατος σ' αδιάβατα ρουμάνια
Αλληθωρίζεις του καλού καιρού
Σ' απατηλούς αρέσκεσαι καθρέφτες
Απ' την αλήθεια δραπετεύεις σαν ληστής
Μες στο μυαλό βελάζει επηρμένα
γκεσέμι που γλακά αλλοπαρμένο
Οι βλέψεις σου σαν κρίκοι βραχιολιού
Μικρές νοθείες μουρμουρίζουν σε αυλάκια
Οι ελιγμοί τερτίπια χαλιμάς μυθομανούς
Κάλπικη στίλβη σε πλατείες σεργιανάς
Οι λέξεις σου κούφιες βολές κατά ριπάς
Τα ''θέλω'' αχαλίνωτα σκαθάρια
Σκύμνοι βουλιμικοί σε λέαινας μαστάρια
Άνευρα συναισθήματα λατέρνας μπιχλιμπίδια
Σαν μιας πεντάρας μελωδίες φάλτσες
που πέρασαν στη σιγαλιά πολύ πριν ακουστούν
Ο έρωτας δίχως φτερά ψυχορραγεί
Σε βράχια αρνησιάς καραβοτσακισμένος
Μαρμαρωμένα όνειρα εφηβικά
Ξυλιάζουνε στα διάσελα της λησμονιάς
Εκτεθειμένα σαν κεράσια προσφοράς
σ' αρρωστημένου εγωισμού θρακιάδες

Τσαλακωμένη η ζωή σ' ερμάρια βουρκώνει
Δίχως αγάπης θαλπωρή λαμπάδα π' αργολιώνει
Ανέραστη πικρολαλεί σε κάλπικες βεγγέρες
Κατάδικη στη φυλακή λήξης μετράει μέρες
07 / 12 / 2015
( Vg Gv )




  ΟΝΕΙΡΩΝ ΚΡΟΤΟΙ

    Βιαστικά δραπέτευε
    σαν χέλι ξεγλιστρούσε
    από της μνήμης του
    τ' ακανθοφόρα πλέγματα
    τρέχοντας ασθμαίνοντας
    στο δασοτόπι των ονείρων του
  
    Τρύπωνε
    με μιας στο μικρό κι απέριττο
    παιδικό του καταφύγι
    και με τις ώρες χαριεντιζόταν
    κουβεντιάζοντάς τους αδιάλειπτα
    Σκιαζόταν
    μη τύχει και φτερουγίσουν άπραγες
    μην δραπετεύσουν
    χωρίς να τις αρμέξει
    δίχως ν' αχνοκεντήσουν
    ίχνη ανάγλυφα χαράς
    στ' απομεινάρια της καρδιάς του
    
   
    Σ' ολόπλουμα βυθιζόταν χρώματα
    η λευκή του ψυχούλα
    ζωγραφίζοντας γεφύρια τοξωτά
    και κήπους μυστικούς
    παραδεισένιους
    μ' άλαλα άνθη λικνιστά
    ακροπατώντας ανάλαφρα
    από τρόμο
    μη και τον παγίδευαν
    οι έρπουσες σκιές
    που καιροφυλαχτούσαν
    σε λόχμες
    τις σύγκορμες ανασαιμιές του
    να μαράνουν
    
 
    Καρτέρι έστηνε πιο δίπλα
    η πλανεύτρα γριά Μόρα
    κρεμασμένη αθώρητα
    στων παραθύρων τις γρίλιες
    ποθώντας με μανία
    να τον αλυσοδέσει
    άγαλμα να τον κάνει
    κυπαρίσσι ασάλευτο
    νεκροταφείου
      
    Ύστερα
    αγκάλιαζε μειλίχια
    τα παιχνιδάκια του
    και με περίσσεια χάρη
    καθώς τα χτένιζε
    στάλαζε επάνω τους
    ηδύφθογγα νανουρίσματα
    λες κι ήταν γάργαρα πηγών νερά
    σαν κρίνα διάφανα
    που ευμορφιά λαλούσαν
    
    Τι παράξενο Θεέ μου ;
    Πως είχε μάθει τόσο νωρίς
    να σιγοψιθυρίζει
    μακρόσυρτα μοιρολόγια ;
    Μέχρι και το φεγγάρι ράγιζε
    κρατώντας στα χέρια του σφιχτά
    δυο σύννεφα μαγνάδια
    πέπλα αραχνοΰφαντα
    Δεν άντεχε βλέπεις κι αυτό
    που έντρομο θωρούσε
    τη τόση θλίψης χαρμονή

    Μετά τα πότιζε αθόρυβα
    φιλιά μελένια χνουδωτά
    σαν χάδι ανέμου
    απ' των χειλιών το φιλιατρό
    που 'χαν του Ήλιου θαλπωρή
    λες κι ήταν οι αχτίνες του
    στης χαραυγής το άτι
    
    Τα φάσκιωνε στοργικά
    με της αγάπης του το υφάδι
    μη κρυώνουν
    και ραίνοντας
    ευχή κρουσσάτη
    με δάκρυα λυτρωτικά μυρωμένη
    αποχωρούσε αέρινος
    χαράζοντας
    την ίδια πάντα υπόσχεση
    τρεμάμενα γραμμένη
    με ρίγη πάνσπερμα
    σ' ένα κατάλευκο χαρτάκι
    φυλαχτό καρφιτσωμένο
    δίπλα στο προσκεφάλι τους
    να το 'βρουν το ξημέρωμα
    ''Υπομονή στολίδια μου
    στο έμπα της ερχόμενης νυχτιάς
    θ' ανταμώσουμε πάλι
    σεργιάνι να σας πάω στ΄ άστρα''
    
    Φεύγοντας
    με καρδιά σφιγμένη
    φορούσε κατάσαρκα
    συντρίμμια των ονείρων του
    αρματωμένος
    την ομορφιά που βύζαξε
    κι όλο αρμένιζε
    στης καταχνιάς τα ουρλιαχτά.
    
    

    Ήταν που έξω από εκείνο το απόμερο δώμα, φυσούσε σπαραχτικά η
    απουσία και λάβωνε ψυχή και νου σαν οργισμένος Προκρούστης.
    
    04 / 07 / 2014
    ( Vg Gv )



                                                                    Γιώργης Βώδινας



 .

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)