Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

ΤΑΚΗΣ ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ Ο τελευταίος μαγικός αυλός στη Νεοελληνική Ποίηση Δοκίμιο του Αντώνη Περδικούλη*


                                                                 





                                                  ΤΑΚΗΣ  ΒΑΡΒΙΤΣΙΩΤΗΣ

                          Ο τελευταίος μαγικός αυλός στη Νεοελληνική Ποίηση

                                          Δοκίμιο  του Αντώνη  Περδικούλη*

              Στην πιο ενδόμυχη λυρική περιπέτεια της γλώσσας του Τάκη Βαρβιτσιώτη
υπάρχει μια κατάσταση ευδαιμονική, μια ασκητική πράξη της ψυχής και μια υπέρβα-
ση του νού, όπου η κάθε λέξη προσλαμβάνει καινούργια υπόσταση, αποκαλύπτοντας
την πρωτεϊκή καταγωγή της. Από τη μυστική αυτή και άθωρη ουσία της έμπνευσης
εκβάλλει η ζηλευτή γέννηση του ποιήματος.
              Ο ηγήτορας των συμβολιστών-νεορομαντικών ποιητών Τάκης Βαρβιτσιώτης
(Θες\νίκη 1916-2011), πρωτοψάλτης στον άμβωνα του ναού της Νεοελληνικής Ποίη-
σης, ακολουθεί ατραπούς, δύσβατα περάσματα κι ανήφορους κακοτράχαλους, για να
φτάσει στο θησαύρισμα της εσώτατης ομορφιάς. Έτσι μόνο το εύρημά του γίνεται α-
νεκτίμητο, παλεύοντας κι αγωνιώντας, όλος ευθύνη και αγρύπνια. Όλες του οι αισθή-
σεις, και επιπλέον αυτή η έκτη που ονομάζουμε ένστικτο, η προαιώνια διαίσθηση ή
ενόραση, βρίσκονται σε πολεμική ετοιμότητα. Με αυτά τα όπλα προχωρά για τις εύ-
ψυχες συλλήψεις του.
             Ολάκερη η μακρόχρονη ποιητική του πορεία, ήταν μια «συγκομιδή από στα-
γόνες αίματος» και μια «ατέρμονη ιχνηλασία της ομορφιάς», όπως ομολογεί ο ίδιος.
Μια διείσδυση στην αχλύ των πραγμάτων, πού κάτω από την επιφάνειά τους κυοφο-
ρούνται θαυμαστά και μεγάλα, τραγικά και ευφρόσυνα, ανεξιχνίαστα και μυστηρια-
κά. Πάθη, λαχτάρες, μνήμες ασίγαστες, φωνές μυστικές, αγέραστα όνειρα, νά, η κα-
θαρή πηγή των ποιημάτων του και οι υγρές ρίζες των τραγουδιών του. Συχνά τρείς,
τέσσερες λέξεις, μια λιτή γυμνή στιχογραμμή, μια ιδέα ντυμένη με σάρκα όλο χυ-
μούς και ουσία, ένας δυνατός παλμός της καρδιάς, κάτι σαν μαρμαρυγή ή αστραπι-
αίο φώς. Αυτή είναι, θα’ λεγα, και η κορυφαία ποιητική του στιγμή.
             Ο  ποιητικός λόγος του Βαρβιτσιώτη- ονειρικός, μυστικιστικός, λεπταίσθη-
τος, με υπερρεαλιστικές προεκτάσεις- κατέχει την πρωτοκαθεδρία στην πνευματι-
κή ζωή της Νεοελλάδος. Ξεπερνά την ορατή  εικόνα, μετασχηματίζεται σε άϋλο
πνεύμα, παρ’ όλ’ αυτά όμως παραμένει διάφανη και απτή, πέρα απ’ τα φαινόμενα.
Με ενστικτώδη ορμή, σε μια ευδιάλυτη υπόσταση στα πρόσωπα, στις μορφές.
Μ’ ένα λόγο επιχειρεί και καταφέρνει να εκφράσει το άρρητο, μέσα από μια σαγη-
νευτική γραμμή της φαντασίας. Γι’ αυτό ο λόγος του είναι εμποτισμένος  στα νάματα
της πνευματικότητας.
             Τα κυρίαρχα χρώματα της ποίησής του είναι τέσσερα: το λευκό τριανταφυλλί
της αθωότητας που αντιστέκεται, το σιέλ του ουρανού, όπου αναπαύεται άναρχος
ο ζωντανός χρόνος, το χρυσαφί μιάς ηλιαχτίδας που κυβερνά το φώς και το εξαπο-
λύει όπου θέλει, τέλος το μώβ ενός ακάθεκτου σύννεφου στο μούχρωμα της φθι-
νοπωρινής μελαγχολίας. Χρώματα γήϊνα, ερωτικά, βαθύπλουτα ουράνια,΄μελαγχο-
λικά, δηλαδή ευγενικά, σαν την ψυχή του. Ένα σύγχορδο φωνών σταθερών, όπου η
κάθε χορδή έχει το τέλειο αρμονικό άκουσμα, θέλει το δικό της ξεχωριστό άγγιγμα,
είναι μια προσευχή πίστης υπέρ της ζωής και κατά του αναίτιου φόβου του θανάτου.
Ένας ύμνος για τα απλά και τα πανανθρώπινα, έτσι όπως ωραία προσεγγίζονται με-
σα από την ευλαβική ιερουργία της Τέχνης του.
             Ένας λογισμός, μια ακαταμάχητη έφεση στο όνειρο που πρέπει να διαφυλα-
χτεί ζωντανό ως το τέλος, συνιστούν το πνεύμα μαζί και το αίμα, που διαποτίζουν
την υπερκόσμια ποιητική γραφή του Βαρβιτσιώτη.
             Παραθέτω κάποια δείγματα αυτής της λυροπρόφερτης Ποίησης:
  • « Ανάβει ένα ρόδο, η άνοιξη τρέμει σά νεογέννητο, επάνω στο νερό απλώνεται η νύχτα..»
  • «Όταν χιονίσει, είπε το πουλί, κάθε φτερό μου θα υψωθεί ανάλαφρο στα ουράνια..»
  • «Θα κλείσουμε σ’ ένα κλουβί τη λάμψη, το πουλί, την άνοιξη κι ένα γαλάζιο μάτι, το σύννεφο και την αυγή..»
  • « Ο τελευταίος μου λόγος θα’ ναι οπωσδήποτε για την αυγή, αλλά για μιάν αυγή  που θα λάμπει αλλιώτικα..»
  • «Κάθε μέρα και πιο πολύ βουλιάζω, χάνομαι, μέσα στο  ασήμι  του καθρέφτη».
  • «Το πεπρωμένο μας εδώ χαραγμένο, επάνω στην φτερούγα ενός πουλιού αποδημητικού..»
  • « Κι  εδώ παντού τόση ομορφιά τόση ομορφιά, σε λίγο θα’ χουμε ερωτευτεί σε λίγο θα’ ναι καλοκαίρι σε λίγο θα’ μαστε νεκροί..»
          Αυτή η ένθεη Ποίησή του- έτσι την χαρακτήρισα σε παλαιότερο σημείωμά μου- είναι οικοδομημένη πάνω σε τέσσαρες βασικές κατευθύνσεις:
ü  Στην λυτρωτική απόδοση των επιθέτων.
ü  Στην πρωτεϊκή ενδοσκόπηση των πραγμάτων.
ü  Στην υπαρξιακή ηλικία του φωτός και του χρόνου.
ü  Στους ισχυρούς συμβολισμούς και τις εικονοποιήσεις..
Κανείς από τους νεώτερους ποιητές μας σήμερα δεν είναι περισσότερο
Ποιητής από τον Τάκη Βαρβιτσιώτη (για να δανειστώ μια φράση που είχε πεί και ο ίδιος εν έτει 1958, χαρακτηρίζοντας έτσι τον θεσπέσιο Ποιητή Γιώργο Σαραντάρη.
                     Η ποιητική του προσφορά είναι απροσμέτρητη και ανεκτίμητη και είναι
αδύνατον να μπορέσει κάποιος ειδικός στα λογοτεχνικά πράγματα να την αποτιμήσει
μέσα  σε λίγες σελίδες μιάς κριτικής ανάλυσης ή ενός φιλολογικού δοκιμίου. Η αι-
σθητική καθαρότητα  της γλώσσας του, οι πολύμορφες υπερρεαλιστικές αναζητήσεις,
οι πολυφωνικοί ήχοι των λέξεών του και οι συμβολιστικές διαστάσεις που αυτές λαμ-
βάνουν, είναι μερικές από τις αρετές που τον κάνουν ξεχωριστό.
                    Κλείνοντας, θέλω να πώ δύο κουβέντες για τα επίθετά του και για τον τρόπο που τα χρησιμοποιεί.  Το επίθετο στην γραφή του Τ.Β. δεν έχει την συνηθισμέ-
νη κοινότοπη σχέση με το ουσιαστικό που προσδιορίζει. Δεν απεικονίζει «κανονικά»
την αναμενόμενη ιδιότητα του αντικειμένου ή την κατάσταση του πάσχοντος, αλλά
μιάν άλλη αθέατη πραγματικότητα, μια νέα έννοια πίσω από την θεατή, μια προϋ-
πάρχουσα και μετεξελιγμένη φύση, πέρα από την απτή και διαφαινόμενη.
                   Είναι επίθετο επαναστατικά πλατωνικό που ανατρέπει τα καλολογικά δε-
δομένα, φανερώνοντας μιάν υπερπραγματική  όσο και ανεπαίσθητη γλωσσική σύζευ-
ξη, που κανείς τρίτος δεν υποπτεύεται ή υπολογίζει από πρίν. Λόγου χάρη: «τυρρα-
νισμένα χαμόγελα», «πουλί ασυννέφιαστο», «κοκκάλινο απομεσήμερο», «φιλντισέ-
νια αμύγδαλα»,» «κάτασπρα τραγούδια», «φθινοπωρινή κλωστή», «υφασμένο φεγ-
γάρι», «πένθιμοι φεγγίτες», «λαμπερή ομίχλη», «λυπημένο βιολί»., κ.λπ.
                 Ο Τάκης Βαρβιτσιώτης, ο όγδοος μεγάλος σταθμός στην πορεία της νέο-
ελληνικής Ποίησης χρονολογικά μετά τους Σολωμό, Παλαμά, Σικελιανό, Καρυω-
τάκη, Σεφέρη, Ρίτσο και Ελύτη. Είναι ο τελευταίος μαγικός αυλός που κλείνει
τον κύκλο των μεγάλων ποιητών. Ένας λυρικός συμβολιστής του ρομαντισμού, από την ίδια μαγιά που ήταν φτιαγμένοι και άλλοι ομοϊδεάτες και φίλοι του: Καίσαρας
Εμμανουήλ, Γιώργος Θέμελης, Γιώργος Σαραντάρης, Γιώργος  Γεραλής.        
              Αγιάτρευτα ερωτευμένος με την ποίηση και με την ομορφιά, υμνολογεί ακα-
τάπαυστα, αφού μέσα του μια άγρυπνη κι αλύτρωτη φωνή καθαγιάζεται:
            « Ω, Ποίηση αναμάρτητη  εμπιστευμένη στη δροσιά της θύελλας,
              Ω, Ποίηση ατελεύτητη φτεροκόπημα χελιδονιών».
             Σε αυτούς τους δυό απροσμάχητους στίχους συμπυκνώνεται, θαρρώ, ο
ορισμός της καθαρής, ολοφώτεινης ποίησης- 

              « Τετράδια με μπλέ πανάρια»
                                                         *             Ο Αντώνης Περδικούλης είναι
      2011                                                                      Ποιητής και Δοκιμιογράφος











                                                            


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης