Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

 Ελένη Γιαννακάρη

ολιγόλεκτα

Στην καρδιά του λουλουδιού
    θα αφήσω μιαν ανάσα...

 Κι όταν πας να το μυρίσεις
    ολόδική σου θα γίνω.

                                               


*
Στους λεπτούς στήμονες απόθεσα
    τις πιο ακριβές μου λέξεις
λεπτοδουλεμένες στο εργαστήριο
            της ψυχής
    Κι ήταν τόσο μαγικές:
"Ομορφιά σε προσμένω"








 

 

 

σκισμένο χαρτί

Αποτέλεσμα εικόνας για σκισμένο χαρτί

Μ' ένα χαρτί κάποτε
Έχτιζες κόσμους
Πόλεις περίλαμπρες
Με γελαστά πρόσωπα
Και επάλξεις πολλές
Από εκεί
Να αντικρίζεις τα σύννεφα
Ν' ακουμπάς στα γόνατα τους
Μαζί τους να φεύγεις στα ψηλά
Μ΄ένα χαρτί μόνο
Με μέθοδο τέλεια
Άπλωνες θάλασσες
Τρικάταρτους όρκους
Μυθικές αγάπες
Στολίδια της καρδιάς
Μ' ένα χαρτί μόνο
Επιχειρούσες
Την κάθοδό σου
Στα φυλάκια της ψυχής
Να κουρνιάσεις εκεί όπως μικρό πουλί λαβωμένο

Μ' ένα χαρτί κάποτε
Έφτιαχνες δρόμους φαρδιούς
Να ξεκινάς το ταξίδι
Για τα δροσερά προάστια
Που μάγοι τα κατοικούν
Μ' ένα χαρτί μόνο
Φοινικιές έβαζες
Στων κήπων τις πλευρές
Δίπλα στα συντριβάνια
Ίσκιους παχιούς έφερνες
Να ξεκουράζονται
Τα παιδιά μετά το παιχνίδι
Να μιλούν χωρίς ντροπή
Με τα γυμνά αγάλματα
Συμφωνίες να κλείνουν μαζί τους
Μυστικές
Μ' ένα χαρτί μόνο
Διαφέντευες
Τις θάλασσες και τα πλεούμενα
Πέταγες το ψαθάκι ψηλά
Απ' το βράχο της πατρίδας
Κι αυτό χάνονταν πέρα από της Παναγίας τα περιβόλια

Τώρα
Που τα κεριά πλήθυναν
Κι ευχητήριες κάρτες
Δεν έχουν παραλήπτη
Τώρα
Που τα  όνειρα δεν φορούν πια
Πολύχρωμες γιρλάντες
Και καπελίνα τρελά
Κανένα χαρτί δεν σε βγάζει
Όπως παλιά
Στου κύματος την κόψη
Να δοξάσεις την περιπέτεια
Κανένα χαρτί δεν σε πάει
Στων ανέμων τα στιβαρά χέρια
Να αγαπήσεις τα θαύματα
Βουβός και μόνος ξεδιπλώνεις
Τσαλακωμένες σημαίες
Κι αυτοπροσδιορίζεσαι
Άνθρωπος χωρίς προορισμό
Μ' ένα εισιτήριο στη τσέπη
Σκισμένο από χέρι αγαπημένο
Μ' ένα χαρτί σκισμένο
Με υπογραφές και βούλες
Το μόνο που σου μένει λοιπόν
Χωρίς άλλο
Είναι να ξεκινήσεις
Να βρεις το βηματισμό σου ξανά
Εκείνον που θα σε φέρει
Στα μυθικά οροπέδια
Δίπλα στα πεύκα να ενώσεις
Την αλυσίδα της ιστορίας
Την αλυσίδα που σπασμένη την θέλησαν οι μαντατοφόροι






χαϊκού διαφαινόμενης έκπληξης



Κανένα ίχνος
στη φωνή του τζίτζικα
ότι πεθάνει

Ματσούο Μπασό

Καυτή άσφαλτος
Αδέσποτα τραγούδια
Φρενάρουν πάνω

Στα σκαλοπάτια
Σειρές με βασιλικά:
Του θέρους καμβάς

Τρέμουσα φλόγα
Της Ημισελήνου φως
Κάμπτει τα όκια

Πέφτει το δείλι
Μια πεταλούδα ψάχνει
Ψυχές στα νέφη

Σε δέντρο κυρτό
Χρυσά τα ροδάκινα
Μελώνουν στο φως

Μια μέδουσα ζει
Στης άγριας θύμησης
Τις μέσα τροχιές

Αν δεις στο σκότος
Φιγούρα αιθέρια
Προσκάλεσε την

Σε χορού δίπλες
Ανοιχτά τα μαντήλια
Διπλώνουν σφυγμούς

Λαξευτή πέτρα
Επάνω της κάθισε
Βαρύς ο σπίνος

Βρήκες τη φλέβα
Του δέντρου ανοιγμένη
Και της μίλησες

Μες στο πηγάδι
Αστράφτει κοιμισμένο
Πλοκάμι νερού

Στην καμινάδα
Φώλιασε ο χειμώνας
Αποδιωγμένος

Γυρνά στ' αμπέλια
Με ξέπλεκα τα μαλλιά
Της μέθης στίχος

Αν βρεις στο δρόμο
Σαντάλια ταιριασμένα
Στρίψε το κέρμα

Ο γαλαξίας
Βαμβακερά απλώνει
Σεντόνια υγρά

Κι αν έρθεις αργά
Θα έχω φυλαγμένο                                               
Νωπό το φιλί

Κρυφτούλι παίζει
Ανάμεσα στις ροδιές
Άπιαστος στίχος

Μαδά τα ρόδα
Στα πόδια του Ιούνη
Σκληρά ο χρόνος

Ήρθε βρεγμένο
Του Απρίλη το άρμα
Στης γης το κορμί

Πως καμακώνει
Τον βράχο πεισμωμένα
Ουρά χταποδιού

Χρυσό ζωνάρι
Μου πέταξε ο ήλιος
Τη γη να μετρώ

Ρίξε τα χαρτιά
Της μοίρας μαγισσάκι
Ο Ρήγας κερνά

Ατιμασμένοι
Πως φύγαν οι άγγελοι
Απ' το πλευρό μας

Το πεπρωμένο
Έβαψε το ιστίο
Του μικρού ψαρά
 ***


τη θάλασσα πετροβολούσα 

 

Τα πέτρινα σκαλοπάτια
Σ' έβγαζαν στη θάλασσα
Σκληροί βράχοι γούβες αλατιού
Σανίδες φαγωμένες
Φέτες - φέτες το φεγγάρι βυθισμένο στα ρηχά
Όπως ο χάρτινος ανεμόμυλος
Του παιδιού με τ' αμίλητο βλέμμα
Στα στεκάμενα νερά της αυλής
Μαβής ορίζοντας
Παλιά σκαριά παροπλισμένα απ' την σκουριά
Και τη σαΐτα του χρόνου
Εικόνες σήψης σε τύλιγαν
Αντιστεκόσουν
Χτυπούσες με σαγήνη τα χέρια
Εξιχνίαζες τις κρυφές διαδρομές των φυγάδων
Για την απλωσιά τραβούσες
Μα η αρμύρα σκληρά φύραινε τις χαραμάδες της σκέψης
Απόσταινες
Στένευε ο όρμος σε μια χαρακιά
Τα σκαλοπάτια της θύμησης
Σ' έβγαζαν στους κίτρινους δρόμους ενός άγουρου θέρους

Τα φιδωτά μονοπάτια
Σ' έφερναν στα καρνάγια
Ιδρωμένοι εργάτες
Ήχοι μονότονοι του σφυριού
Χρώματα έντονα να επιπλέουν διαλυμένα στο γαλάζιο
Όπως οι θολωμένοι πίνακες του Gordeev
Που αχνά αργοσβήνουν στο τελάρο της βροχής
Έψαχνες ιστίο
Ταξίδια ονειρευόσουν
Ένα γλάρο για συντροφιά ζητούσες
Ένα σφύριγμα μπουρούς μια όρθια πλώρη
Για τα μπάρκα μιλούσες
Μα διογκώνονταν διπλά οι ρίζες στα πέλματα
Βάραινες
Στένευε ο γιαλός σε μια χαρακιά
Τα μονοπάτια της κραυγής
Σ' έφερναν στο σημείο της ορφάνιας
Τότε που παιδί μικρό πετροβολούσες της θάλασσας την μαγγανεία

Οι ελεύθεροι δρόμοι
Σε πήγαιναν σε πλωτές πολιτείες
Γυμνές γοργόνες
Ναυαγοί με παραμορφωμένα πρόσωπα
Παζάρια της σάρκας ίσκιοι ελάχιστοι
Κι ένας ήλιος παντοκράτορας
Να σε ζεύει στα πύρινα σκοινιά του
Σαν τον Σίσυφο να σε ανεβάζει και να σε γκρεμίζει
Από δυσθεώρητα ύψη
Κρατιόσουν από ρίζες από σφεντάμια από αγάλματα
Από της φούστα της καλής σου
Γύρευες τη διαφυγή
Ένα πλοίο με πολλά φινιστρίνια
Ένα ψαθάκι το άρωμα απ' την γη
Κάποιον φίλο να σε στέρξει
Για αποδράσεις έψαχνες
Όμως πλήθαιναν τα μαύρα παραβάν του κελιού
Κι οι πληγές του έρωτα έχασκαν ανοικτές
Πνιγόσουν
Στένευε ο χώρος σε μια χαρακιά
Οι δρόμοι της αγρύπνιας
Σε πήγαιναν σε πυρπολημένες μνήμες
Στα καμένα απ' τον ασβέστη γόνατα
Σε μια πατρίδα ευκαιριακή και στου πατέρα το πικρό φευγιό
 Ελένη Γιαννακάρη



                                                 ξαφνικά το μαύρο(απόσπασμα)

Ελένη Γιαννακάρη

(αναδημοσίευση  από το ιστολόγιο:ποιώ-ελένη )

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)