Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

                                                   Federico Garcia Lorca
ΦΕΝΤΕΡΙΚΟ ΓΚΑΡΘΙΑ ΛΟΡΚΑ
(1898-1936)
Ο Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στο Φουεντεβακέρος,στην πλούσια πεδιάδα της Γρανάδας στις 5 Ιούνη 1898.Τον Ιούλη του 1936 δολοφονήθηκε από μια ομάδα αγνώστων,στις πρώτες μέρες του εμφυλίου πολέμου της Ισπανίας.Η δολοφονία έγινε,ως φαίνεται,στο  Βισνάρ,στους λόφους έξω απ’τη Γρανάδα,αλλά το πτώμα του(όπως προφητικά προείδε ο ίδιος) δεν βρέθηκε ποτέ:

…Ένιωθα πως θα με δολοφονούσαν.
Ψάχνανε τα καφενεία,τα νεκροταφεία και τις
                                                                    εκκλησιές,
Ανοίγανε βαρέλια και ντουλάπια,
Τσακίσανε τρεις σκελετούς να βγάλουν τα χρυσόδοντα.
Δε με βρήκαν.
Δε με βρήκαν ποτέ:
Όχι,Δε με βρήκαν




***



Γιατί να γεννηθώ ανάμεσα σε καθρέφτες;
Η μέρα με γυρωφέρνει,
Κι η νύχτα μ’ανανεώνει
Στ’άστρα της.





***



ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΠΛΑΤΕΙΑΣ
(απόσπασμα)
Τραγουδάνε τα παιδιά
Στης νύχτας τη γαλήνη:
Γάργαρο ρυάκι
Βρύση χαδιάρικη!

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ποια Θεία χαρά
Την καρδιά μου σκιρτά;


ΕΓΩ
Αντιλαλούν  καμπάνες
Στην καταχνιά χαμένες.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Άσε μας να τραγουδάμε
Στη μικρή πλατεία
Γάργαρο ρυάκι
 Βρύση χαδιάρικη!
Τι κρατάς στα χέρια σου
Τ’ανοιξιάτικα;

ΕΓΩ
Ένα ρόδο του αίματος
Κι ένα κρίνο

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Στο νερό βούτηξέ τα
Στου παλιού τραγουδιού.
Γάργαρο νερό
Βρύση χαδιάρικη!
Τι νιώθει το στόμα σου
τ’άλικο και διψασμένο;

ΕΓΩ
Τη γεύση των οστών
Του μεγάλου μου κρανίου.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Πιες το ήρεμο νερό
Του παλιού τραγουδιού.
Γάργαρο ρυάκι
Βρύση χαδιάρικη!
Γιατί πας τόσο μακριά
Απ’τη μικρή πλατεία;

ΕΓΩ
Πάω να ψάξω για μάγους
Και πριγκίπισσες!

ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ
Ποιος σου’δειξε των ποιητών
Τη στράτα;

ΕΓΩ
Η βρύση και το ρυάκι
Του παλιού τραγουδιού




    ***
ΤΟΠΙΟ

Ο ελιόκαμπος
Ανοίγει και κλείνει
σαν μια βεντάλια.
Πάνω απ΄τον ελαιώνα
Είναι ένας ουρανός βαθύς
Και μια σκοτεινή βροχή
Παγωμένων αστεριών.
Σιμά στου ποταμιού τον όχτο,
Τρέμουν οι καλαμιές κι η σκοτεινιά.
Ο γκρίζος αέρας κυματίζει,
Οι ελιές,
Είναι γεμάτες
Σκουξίματα.
Ένα σμήνος
Αρπαχτικών πουλιών
Που κουνάνε τις μακρόφτερες
Ουρές τους στη σκιά.



***


ΧΩΡΙΟ


Πάνω στο γυμνό βουνό
Ένας γολγοθάς,
Καθάριο νερό
Κι ελιόδεντρα εκατόχρονα.
Μέσα απ΄τα σοκάκια
Άντρες με πανωφόρια,
Και στους πύργους
Ανεμοδείχτες γυρίζουν.
Ω,χωριό χαμένο,
Στην Ανδαλουσία του Θρήνου!
Φ.Γ.ΛΟΡΚΑ
Μετάφραση
ΜΑΡΙΟΣ ΛΑΕΡΤΗΣ


        

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Χριστόφορος Τριάντης~Δημιουργία~

ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ   Η δημιουργία είναι σαν ένα διάφανο σπίτι. Οι τοίχοι του είναι στερεωμένοι με πνοές ανέμων, μύθων και ιστοριών (παλαιών ημερών). Στις κόγχες υπάρχουν ζωγραφιές. Παριστάνονται: όνειρα, χθόνια χρώματα κι έναστρες νύχτες που γεννούν σκιάσεις και αχνοφωτίζουν τη ρυμοτομία.   Άχρονοι σκελετοί λέξεων είναι «ατάκτως ερριμμένοι» στην αυλή. Ολύμπια αγάλματα και μυθικά σύμβολα βρήκαν τον δρόμο τους και έφτασαν στο σπίτι για μετοχή στα υψηλά: προσευχές και ευαγγέλια. Μια ωραία συντροφιά για τον ιδιοκτήτη.   Στην κεντρική είσοδο είναι χαραγμένα γράμματα, λάμψεις για τα βαθιά μεσάνυχτα και τις μυστικές ώρες. Στα δωμάτια υπάρχουν καθρέφτες για ν’ αποκρυσταλλώνονται οι ιδέες και οι επιθυμίες. Στους διάδρομους, απαγορεύονται : τα μετριοπαθή αποτυπώματα, οι σημάνσεις λογαριασμών, αριθμών και ματαιοτήτων. Στην οροφή, οι ήλιοι καθορίζουν τις σκέψεις, την απραξία και την ανάπαυση.    Κι όλα τα στηρίγματα και οι κολόνες, είναι σαν φανέρωση (κι επιφάνια)  για πρόσωπα και χαρακτήρες. Η σκόνη, όση …

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)