Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
                                                     ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ


                                                  ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΊΑ 
                                                                                          Εμμέτρως


«ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ εμμέτρως» Η μυθολογία των Ελλήνων, εν αντιθέσει προς τη μυθολογία άλλων λαών, ξεπέρασε τα σύνορα του ελληνισμού και κατέκτησε όλη την οικουμένη. Έτσι, όπου κι αν ταξιδέψεις θα βρεις ανθρώπους που γνωρίζουν την Αθηνά, τον Απόλλωνα, τον Αχιλλέα, τον Οδυσσέα, τον Ηρακλή, τον Θησέα και πολλούς άλλους θεούς και ήρωες. Στο βιβλίο «Ελληνική Μυθολογία εμμέτρως» έγινε προσπάθεια να αποδοθούν οι μύθοι έμμετρα, με χιούμορ και ειρωνία ει δυνατόν, ευελπιστώντας να αγαπηθούν από μικρούς και μεγάλους. Οι πλείστοι μύθοι συνοδεύονται από εικονογράφηση. Το υλικό είναι παρμένο τόσο από μνημεία της ελληνικής αρχαιότητας όσο κι από διάσημου ζωγράφους.





Ο γάμος του Διός

Ο Δίας ερωτεύτηκε την αδελφή του ΄Ηρα
μα κείνη τον καβούρδιζε, τον έκανε καπύρα.
«΄Ετσι θα σ’ έχω άτιμη; Θα σου φορέσω βέρα
να με φωνάζεις άντρα σου κι ουράνιο Πατέρα».
Μεταμορφώθη σε πουλί ολίγο ναρκωμένο
και εις τον κήπο της κυράς έπεσε ξαπλωμένο.
Εκείνη το λυπήθηκε, είπε να το ζεστάνει
και το ’κρυψε στον κόρφο της γρήγορα, μάνι μάνι.
Σαν το πουλί ζεστάθηκε άρχισε να πειράζει
και τους μαστούς ερωτικά της ΄Ηρας να θηλάζει.
«΄Υπαγε πίσω σατανά», εφώναξε εκείνη,
μα σαν τον καλοκοίταξε, «όπως το θες ας γίνει»,
είπε και επαντρεύτηκε τον ερωτύλο Δία
και με τα μούτρα πέσανε να κάνουνε παιδία!      
                                                                       
                                       Ανδρέας Γεωργιάδης

                                         Ο γάμος του Δία και της Ήρας.
                                           Τοιχογραφία της Πομπηίας
 
                                  Ιώ

Είδεν ο Δίας την Ιώ στο Άργος μιαν ημέρα
και πήγε και την γκάστρωσε χωρίς να βάλει βέρα.
Η Ήρα το μυρίστηκε· την έπιασε ζαλάδα
και την Ιώ μετέτρεψε σε μίαν αγελάδα.
Ως φύλακά της έβαλε τον Άργο τον Πανόπτη
με τους πολλούς τους οφθαλμούς, τον τέλειο επόπτη.
Σαν ο Ερμής το πρόσεξε το σφύριξε στον Δία
κι εκείνος εδιέταξε του Άργου την κηδεία.
Η Ήρα τότε έστειλε τον Οίστρο, μία μύγα
που στη γελάδα έδινε βάσανα ουκ ολίγα.
Η αγελάδα έτρεχε, ο Οίστρος από πίσω:
«Πού θα μου πας», της έλεγε, «εγώ θα σε τσιμπήσω».
Την τσίμπαγε, την τσίμπαγε, η αγελάδα δρόμο
να πω τα μέρη που ’τρεξε χρειάζομαι ένα τόμο.
Και τρέχοντας και τρέχοντας αφήνει την Ελλάδα
και έφτασε στην Αίγυπτο τρελή η αγελάδα.
Ο Δίας μόλις το ’μαθε έφθασε επί τόπου
τον Οίστρο δε εδίωξε άνευ μεγάλου κόπου.
Μορφή λαμβάνει η Ιώ εκ νέου ανθρωπίνη 
κι εγέννησε τον Έπαφο που βασιλιάς θα γίνει.
Η Ήρα πού να τ’ ανεχθεί· έστειλε τους Κουρήτες
να απαγάγουν το μωρό χωρίς να σπάσουν μύτες.
Ο Δίας όμως φρόντισε και δι’ αυτό το σκέλος
και έμεινεν ανέπαφος ο Έπαφος στο τέλος.


                                                             

Ιώ και Δίας. Antonio da Correggio,
1532-1533, Kunsthistorisches Museum






                   Απόλλωνας και Δάφνη

Η Δάφνη, κόρη του Πηνειού, ήταν απείρου κάλλους
κι όλους τους νέους έβαλε σε έρωτες μεγάλους.
Του κάκου ο πατέρας της ’ζήτα να την παντρέψει,
με ένα πριγκιπόπουλο νυφούλα να τη στέψει,
να του χαρίσει εγγονούς κι ο βίος του να φέξει·
εκείνη το απέρριπτε, ούτε ν’ ακούσει λέξη.
Όλη τη μέρα γύριζε παρθένα εις τα δάση
και έντονη ανέπτυσσε του κυνηγίου δράση.
Μια μέρα ο Απόλλωνας την έκοψε μονάχη,
την πόθησε και ήθελε στην αγκαλιά του να ’χει.
Η Δάφνη που δεν ήθελε την παρθενιά να χάσει
του φώναξε κατάμουτρα ευθύς να το ξεχάσει.
Επέμενε ο Απόλλωνας· η Δάφνη για να σώσει
την παρθενιά της έτρεχε εν πλήρει απογνώσει.
Έτρεχε, όλο έτρεχε σαν τρέχει το ζαρκάδι,
πίσω της ο Απόλλωνας εκλιπαρώντας χάδι.
«Μη μ’ απορρίπτεις, κόρη μου, με ελαφρά καρδία
δεν είμαι και τυχάρπαστος, είμαι ο γιος του Δία».
Η Δάφνη αμετάπειστη συνέχισε να τρέχει
κι όταν εκείνος κόντεψε στα χέρια να την έχει,
εκείνη τότε φώναξε τον ισχυρό πατέρα
και η φωνή της πέταξε μακριά με τον αέρα.
Ο Πηνειός την άκουσε, της έκανε τη χάρη
και φρόντισε η κόρη του μορφή δέντρου να πάρει.
Αγκάλιασε ο Απόλλωνας το δέντρο εν συνεχεία:
«Θα ’σαι δική μου στο εξής στην κυριολεξία·
θα στεφανώνεις τα μαλλιά, φαρέτρα μου και λύρα»,
της είπε ο Απόλλωνας, «θα ’χεις αυτήν τη μοίρα».


     Ο γάμος του Πηλέα και της Θέτιδας
    
Μια νύχτα με πανσέληνο η Νηρηίδα Θέτις
χόρευε στην ακρογιαλιά, μαζί κι οι αδελφαί της.
Την είδε κι ερωτεύτηκε αμέσως ο Πηλέας:
«Τη θέλω και ας τρέφομαι με κρόμμυον κι ελαίας».
Μα πώς μπορεί ένας θνητός μία θεά να πάρει;
Επήγεν εις τον Χείρωνα: «Χείρων, ζητώ μια χάρη».
Τον ενημέρωσε και πως δεν θέλει να τη χάσει
κι ο Χείρων του εξήγησε το πώς θα τη δαμάσει.
Τη νύχτα με πανσέληνο που χόρευε και πάλι
στην ίδια την αμμουδιά, στο ίδιο ακρογιάλι,
όρμησε πάνω ο Πηλεύς, την έπιασε στα χέρια
τη Θέτιδα που ήτανε μια ύπαρξη αιθέρια.
Να φύγει η Θέτις πάσχιζε αλλάζοντας την όψη
μα ο Πηλεύς τον Χείρωνα τον έλαβε υπόψη.
Σφικτά κρατούσε τη θεά κι ό,τι ήθελε προκύψει
και η θεά αναγκάστηκε, τέλος, να υποκύψει.
Έτσι υποχρεώθηκε να τον ακολουθήσει
χωρίς ποτέ το στόμα της ν’ ανοίξει να μιλήσει.
Τον Αχιλλέα γέννησε που ’χετε ακουστά
που αθάνατο τον ήθελε, βέλος να μην τρυπά.
Τον έβαζε εις τη φωτιά κρυφά απ’ τον πατέρα
ό,τι θνητό απέκτησε να τ’ αποδιώξει πέρα
και μ’ αμβροσία άλειφε τον γιο της την ημέρα.
Μα ο Πηλέας πρόσεξε μια νύχτα, μιαν εσπέρα
όλα τα τεκταινόμενα. Κράξας φωνή μεγάλη
τέρμα σ’ αυτά τα σχέδια κατάφερε να βάλει.
Τα νεύρα τώρα της θεάς πώς θα τα κατευνάσεις;
Στις αδελφές της γύρισε στα βάθη της θαλάσσης.


                                                               
        
Ο Πηλέας παλεύει με τη Θέτιδα τη στιγμή που
αυτή μεταμορφώνεται σε λιοντάρι.
Ερυθρόμορφη κύλικα, 490 π.Χ.
Cabinet des Médailles, Παρίσι







                                Δανάη                                 

Ο βασιλιάς Ακρίσιος απέκτησε μιαν κόρη
όμως δεν τα κατάφερε να κάμει κι ένα αγόρι.
Η κόρη ήταν όμορφη, τη λέγανε Δανάη,
ήθελε όμως και τον γιο· εις τους Δελφούς τραβάει.
Εκεί όμως του είπανε, αγόρι δεν θα κάνει
μ’ από τον γιό της κόρης του ο ίδιος θα πεθάνει.
Φοβήθηκε ο Ακρίσιος κι έκλεισε τη Δανάη
σε τόπο όπου δεν μπορεί αρσενικός να πάει.
Ο Δίας όμως πόθησε τη σπάνια ομορφιά της,
χρυσή βροχούλα έγινε και βρέθηκε κοντά της!
Κι αφού των δύο έγινε η επαφή μοιραία
τίκτει η Δανάη ύστερα τον γιο της τον Περσέα.
Αυτό για τον Ακρίσιο δεν ήτανε εντάξει
γι’ αυτό και επροχώρησε στην επομένη πράξη.
Τους βάζει μέσ’ στην κιβωτό, στο πέλαγος τους ρίχνει,
ελπίζοντας αμφότερων πως θα χαθούν τα ίχνη.
Τα κύματα την κιβωτό έφεραν στις Κυκλάδες,     
στη Σέριφο, που είχανε τα δίχτυα τους ψαράδες.
Τους παίρνει από τα δίχτυα του ο Δίκτυς και στη νήσο
ύστερα τους φιλοξενεί, μα δω θα τους αφήσω.

               
                                 

                                                Δανάη και Δίας ως χρυσή βροχή.
                                              Tiziano Vecellio, 1553-54, Μουσείο Ερμιτάζ

                  Η γέννηση του Ηρακλή

Ο Αμφιτρύων έλειπε, ήταν μακριά σε μάχη
κι ο Δίας άλλα εσκέπτετο κι εφάρμοσε εν τάχει.
Μεταμορφώθηκε λοιπόν κι έγινε Αμφιτρύων
και την Αλκμήνη πλάκωσε, ανήμερο θηρίον.
Γυρίζει ο Αμφιτρύωνας πίσω εις την Αλκμήνη
και με το στόμα ανοικτό τον δέχτηκε εκείνη:
«Μα τώρα φτάνεις σπίτι σου δικέ μου Αμφιτρύωνα
και μ’ άλλον Αμφιτρύωνα τον έρωτα εβίωνα;»
Αμέσως εκατάλαβαν: ήταν δουλειά του Δία
και είπαν να μη δώσουνε συνέχεια καμία.
Ο Αμφιτρύων έπρεπε ο δύστυχος να σκάσει;
Πήγε κι αυτός στην κλίνη της τη λύπη να ξεχάσει.
Από το σπέρμα του Διός γεννιέται ο Ηρακλής
κι από του Αμφιτρύωνα γεννιέται ο Ιφικλής.

                        


                                                Η γέννηση του Ηρακλή.
                                           Jean-Jacques-François Le Barbier

              Το λιοντάρι της Νεμέας

Ο Ηρακλής εζώστηκε το ξίφος και τα βέλη
και πάει για τον λέοντα που ο Ευρυσθέας θέλει.
Έφτιαξε κι ένα ρόπαλο από κλαδί ελαίας
μην, είπε, και το χρειαστεί ο λέων της Νεμέας.
Κάποια στιγμή εφάνηκε το τρομερό λιοντάρι
κι ο Ηρακλής του ρίχτηκε χωρίς χρόνο να πάρει.
Ρίχνει τα βέλη ολόισια επάνω στο λιοντάρι
μα κείνο δεν τα ένιωθε, δεν έπαιρνε χαμπάρι.
Ο λέων τότε πήδηξε και έφτασε κοντά του
κι ο Ηρακλής με το σπαθί κτύπησε την κοιλιά του.
Είδε πως ήταν άχρηστα τα βέλη και το ξίφος.
«Τώρα θα δεις», εφώναξε μ’ ένα οργίλο ύφος
και άρπαξε το ρόπαλο και δώσ’ του στο κεφάλι.
Το κτύπημα του έφερε, φαίνεται, κάποια ζάλη.
«Άου», τότε εφώναξε, δειλίασε ο λέων
και στη σπηλιά του κρύφτηκε περίλυπος και κλαίων.
Το σπήλαιο διέθετε δύο καλές εισόδους
απ’ όπου εμπαινόβγαινε κάνοντας τις εφόδους.
Κλείνει τη μια ο Ηρακλής με κάτι ογκολίθους
κι από την άλλη έμπηκε με πρόταξη του στήθους.
Τα δυο θηρία πάλευαν ώρα πολλή, καμπόση
και το λιοντάρι πάσχιζε ίσως και τη γλυτώσει.
Ο Ηρακλής αγκάλιασε κι έσφιγγε τον λαιμό του
κι αφρίζοντας ο λέοντας έβλεπε τον χαμό του.
Σε λίγο εξεψύχησε ο λέων εις το χώμα.
Ο Ηρακλής φορτώθηκε στους ώμους του το πτώμα
και το βουνό κατέβαινε να πάει στον Ευρυσθέα
κι ο κόσμος όλος έκπληκτος έμενε απ’ τη θέα.
Ο Ευρυσθέας τρόμαξε την τόση δύναμή του
κι έδωσε τότε εντολή μην έρθει στην Αυλή του,
αλλά να μένει πάντοτε έξω από τα τείχη
ώστε από τον Ηρακλή κακό να μην του τύχει.      
Διέταξε και του ’φτιαξαν και χάλκινο πιθάρι
εάν φαινόταν κίνδυνος κει μέσα να μουντάρει.   
Τις εντολές τις έδινε μόνο με τον Κοπρέα
και ένιωθεν ασφάλεια και ένιωθεν ωραία.
Με του θεριού τους όνυχες κατάφερε να γδάρει
ο Ηρακλής το δέρμα του, το άτρητο τομάρι,
κατασκευάζοντας μ’ αυτό μια νέα πανοπλία
να προστατεύει και τα δυο, θώρακα και κοιλία.
Φορώντας το κεφάλι του για περικεφαλαία
όποιος τυχόν την έβλεπε έβρεχε τη ... σκελέα.

                 


                                                     Ο Ηρακλής παλεύει με το λιοντάρι της Νεμέας.
                                                 Λευκή λήκυθος, 5ος αιώνας π.Χ. Μουσείο του Λούβρου


                 Οι Στυμφαλίδες όρνιθες

Στην Αρκαδία βόρεια, στη λίμνη Στυμφαλίδα
ζούσανε κάτι όρνιθες, τέτοιες ποτέ δεν είδα.
Είχαν ψηλά τα πόδια τους, φτερούγες σιδερένιες
και στους ανθρώπους βάλανε πολύ μεγάλες έγνοιες.
Μπορούσαν κι εκτοξεύανε με τα φτερά τους βέλη
κι ανθρώπους τρώγοντας συχνά περνούσαν γάλα-μέλι.
Μέσα στο δάσος κρύβονταν, έγιναν μιλιούνια
κι οι κατοικούντες γύρω του τα έβρισκαν μπαστούνια.
Ο Ευρυσθέας το λοιπόν ήθελε τώρα λύση
κι ανέθεσε στον Ηρακλή να πάει να καθαρίσει.
Φτάνει κοντά ο Ηρακλής, γοργά τραβά το τόξο:
«Πού θα μου πάτε όρνιθες, εγώ θα σας διώξω»
είπε, αλλά οι όρνιθες έμεναν στον κρυψώνα
και έτσι εχρειάστηκε βοήθεια στον αγώνα.
Η Αθηνά προσέτρεξε, ήρθε να βοηθήσει,
δυο κρόταλα του Ήφαιστου, χάλκινα να δωρίσει.
Κτυπώντας τα ο Ηρακλής έκανε μέγα κρότο
που τρόμαξε κάθε πουλί, από βορρά ώς νότο.
Οι όρνιθες αφήσανε τα δάση και τα έλη
κι εκείνος τις εσκότωνε με τα δικά του βέλη.
Όσες γλιτώσαν έφυγαν για το νησί του Άρη
κι οι Έλληνες τον Ηρακλή τον είχαν πια καμάρι.
Ανδρέας Γεωργιάδη                                                       


Στυμφαλίδες όρνιθες. Μελανόμορφος αμφορέας,
530 π.Χ. Βρετανικό Μουσείο, Λονδίνο


                 Τα άλογα του Διομήδη

«Θέλω να φέρεις, Ηρακλή, του Διομήδη τ’ άλογα
και πράματα μη μου ειπείς ότι ζητώ παράλογα».
Αυτά τα ζώα βρίσκονταν στης Θράκης έναν τόπον
κι εξ ολοκλήρου τρέφονταν με σάρκες των ανθρώπων.
Γι’ αυτό και τα εφύλαγαν σε στάβλους μ’ αλυσίδες
αρματωμένοι φύλακες με ξίφη και μ’ ασπίδες.
Ο Ηρακλής εμάζεψε κάμποσα παλληκάρια
που τη ζωή τους παίζανε ατρόμητα στα ζάρια.
Ο φίλος του ο Άβδηρος ήταν ανάμεσά τους·
εις το καράβι μπήκανε κι άνεμο στα πανιά τους.
Με μίαν επιχείρηση ως άλλοι λοκατζήδες
έσφαξαν όλους τους φρουρούς σαν σφάζουνε τις γίδες.
Εμάζεψαν τα άλογα κι ήρθαν στην παραλία
κι ενώ προετοιμάζονταν να φύγουν με τη λεία
ακούσανε πως ο στρατός του Διομήδη φτάνει.
Αμέσως τότε ο Ηρακλής χωρίς καιρό να χάνει
πιάνει τα παλληκάρια του, στο Διομήδη τρέχει
αφήνοντας τον Άβδηρο τ’ άλογα να προσέχει.
Μέχρι όμως ο ήρωας τη νίκη να αδράξει
τον Άβδηρο τα άλογα είχαν κατασπαράξει.
Έκτισε τότε τ’ Άβδηρα, μνημόσυνον εν είδει
και στις Μυκήνες έφερε τ’ άτια του Διομήδη.

     Ανδρέας Γεωργιάδης
                                                       

Ο Ηρακλής αιχμαλωτίζει τα άλογα του Διομήδη.
Ρωμαϊκό μωσαϊκό, 3ος αιώνας π.Χ.


Ανδρέας Γεωργιάδης
Βιογραφικό Σημείωμα Ο Ανδρέας Γεωργιάδης γεννήθηκε στη Μεσόγη της Πάφου το 1948. Σπoύδασε Φυσιογνωσία και Γεωγραφία στην Αθήνα και μετεκπαιδεύτηκε στον Καναδά. Από το 1978 δίδασκε σε σχολεία Μέσης Εκπαίδευσης και το 2005 προήχθη σε Επιθεωρητή Φυσιογνωστικών-Βιολογίας. Εξέδωσε τα ακόλουθα βιβλία: «Ακαριαία» (1990), «Αίσωπος εσαεί» (1999), «O tempora, o mores!» (σάτιρες) (2001), «Φυσιοδρόμιο» (Βραβείο Jean Monnet) (2002), «Fisiòdromo» (δίγλωσση έκδοση ιταλικά-ελληνικά) (2003), «Αίσωπος νυν και αεί» (Βραβείο Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου) (2009), «Εκατόν συν (+) μία Σατιρικές Τοξοβολές» (2011) και «Φόνοι και δίκες στην πρώιμη Αγγλοκρατία 1. Νικολής Χατζηαντώνη Τσιακολής» (2014). Ποιήματά του περιλαμβάνονται στις Ανθολογίες «Σύγχρονοι Ποιητές της Πάφου» (1990), «15 Voix poétiques de Chypre» (1997), «Οργής και Οδύνης – 100 Φωνές» (2000), 60 Ποιήματα συν ένα, ΠΕΝ Κύπρου (2011), Η Ποίηση για την Ποίηση, ΠΕΝ Κύπρου (2012).










Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης