Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

~ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΕς ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙς ~ΠΟΙΗΣΗ :ΔΗΜΗΤΡΙΟς ΓΚΟΓΚΑς









                                      

                                                  ΠΟΙΗΣΗ:ΔΗΜΗΤΡΙΟς  ΓΚΟΓΚΑς

                               
                                






                                                   



''Το χωριό  μου''

Το χωριό μου έχει μια μάννα
που κλαίει τα βράδια.
Το δάκρυ δεν στάζει
στην ροδιά της αυλής.

Έχει ένα σπίτι,
τα κλειστά παραθύρια φτάνουν,
εκεί που μιλούν τα παιδιά του.

Πίσω από την Εκκλησιά υπάρχει ένα μνήμα,
μπορεί και χαμογελά ακόμα
ένας πατέρας.

Το χωριό μου έχει ένα δάσος,
να το περπατήσει
κανείς δεν μπορεί.
Ζούνε οι ρίζες.

Κι όταν πεινάω,
πετάω στους δυο λόφους.
Μιλώ του βουνού μου και κλαίω.

ΔημήτρηςΓκόγκας










''Λένε  πως η Πατρίδα..'' 

Λένε πως η Πατρίδα είναι όμορφη

Πόσο πονάει  τούτο

Μα μην ο πόνος δεν έχει ομορφιά; 







''Όσο διαρκούσε η ξενιτιά''

Την έσυραν χιλιόμετρα μακριά
αιχμάλωτη της ξενιτιάς
και μιας Άνοιξης που την περίμενε χρόνια.

Από το γκρίζο πέτρινο σπίτι,
το μάτι του παιδιού έβλεπε τα χελιδόνια.
Δεν ήθελε να ξανάρθουν καμία Άνοιξη.

Την βάλανε γυμνή μπροστά στους δικαστές,
με τις άσπρες ρόμπες.
Θόλωσε για μια στιγμή
(τόσες δεκάδες παιδάκια σαν δικαστές)

Της κοίταξαν τα δόντια,
τα πόδια
και (αλλοίμονο) τα χέρια.
Ποιος θα έπαιρνε εργάτη χωρίς χέρια.

Το μόνο που δεν ζήτησαν ήταν να μιλήσει.
Την φωνή της δεν την άκουσε κανείς.
Την έκλεισε μέσα στα γράμματα της Άνοιξης
κι απλώθηκε στους χρόνους της ένα χειμώνας,
σαν σημαία στο πέτρινο σπίτι.

Τα χελιδόνια δεν ήρθαν όσο διαρκούσε η ξενιτιά.
Η Άνοιξη φευγαλέα,
μια ηλιαχτίδα
κι ύστερα ανάσα της
μέσα στην ανάσα του κόσμου.
Λίγο νερό, λίγο χώμα,
αυτό ήταν το τραπέζι της.
Λίγο νερό και λίγο χώμα.

Το χέρι του παιδιού που ζητούσε,
μ΄ ένα σπαθί το έκοψαν.
Ήταν βλακώδες αυτό που πίστευε είπαν.
Ζητιάνευε την Άνοιξη.

Κι οι δικαστές;
Αχ αυτοί οι δικαστές
άλλαξαν τις ρόμπες τους
και χρόνια τώρα φορούν τα μαύρα
και κρατούν τα γρανάζια των εποχών.

«Πότε θα αλλάξει τούτο; Δεν θα το μάθει ποτέ της » ψέλλισε.


Δημήτρης Γκόγκας








''Θα βρεθούμε''

Θα βρεθούμε στην γη που μας γέννησε.
Ωχ αδέλφια η ώρα μας φτάνει.
Κάποιον χρόνο το μάτι ατένιζε
μια γροθιά υψωμένη, στεφάνι.

Θα βρεθούμε στις γούβες που πίναμε,
το καθάριο νερό που κυλούσε,
με τις χούφτες στους άλλους το δίναμε,
με ψιθύρους σε μας τραγουδούσε.

Στις αυλές θα βρεθούμε που ζήσαμε,
στα σοκάκια που οι μνήμες χορεύουν,
στους χωμάτινους πύργους που στήσαμε
και οι θρόνοι, αδειανοί μας γυρεύουν.


Δημήτρης Γκόγκας























''Ήταν το μέλημά της''


Ήρθε ο γαμπρός και έκατσε δίπλα του
να μετρηθεί το ύψος και το πλάτος
και προπαντός οι αποστάσεις.

Η κόρη του είχε φτάσει τα είκοσι ένα χρόνια.
Μετρούσε, ξαναμετρούσε τόσα τα έβγαζε
και ο ίδιος είχε πατήσει τα εξήντα.

Αισθάνθηκε στην πλάτη το χτύπημα του χεριού,
«μην ανησυχείς θα την προσέχω
κοίτα εσύ να γράψεις κείνο το χωράφι με τις ελιές»

(η μάνα είχε κοιμηθεί κάτω από κείνες τις ελιές)

Έβγαλε το χαρτί από την τσέπη, έβαλε την υπογραφή του
μια τζίφρα δηλαδή και του το δωσε.

Πήρε το χαμόγελο της κόρης, το έκαμε δαχτυλίδι
το φόρεσε στο δάκτυλο του γαμπρού
πήρε την μνήμη την έκαμε κεντητό
και είπε: ήταν το θέλημά της.

Κέρασε από μια ελιά στους καλεσμένους.

Ύστερα βγήκε από το σπίτι
πήρε τον δρόμο για το χωράφι
ξάπλωσε κάτω από τις ελιές.

Τον πήρε και κείνο ο ύπνος.


Δημήτρης Γκόγκας




''Γράμματα ανεξόφλητα''




Ξεκίνησε από τους μακρινούς τόπους
άφησε πίσω του ένα μαγικό σήμαντρο
και την μάνα του να το χτυπά κάθε Κυριακή
στην αυλή της.

Έτσι έρχονταν και οι γείτονες
σεμνοί και αγαπημένοι σύντροφοι.
Πότε για το γλυκό και
πότε γιατί ήταν καλύτεροι άνθρωποι.
Κρατώντας στα χέρια τους σμύρνα και λιβάνι.
Κρατώντας στα χέρια τους τα δώρα του δικαστή
και χρέη, 
χρέη φόρους και υποθήκες.
Τα ανεξόφλητα γραμμάτια της ιστορίας .


Ποιος τα θυμάται πια;
Ποιος τρέχει στις τράπεζες και τα κολαστήρια;
Η μάνα έχει μια δύναμη μόνο
να χτυπά το σήμαντρο κάθε Κυριακή.

Ξεκίνησε από τους μακρινούς τόπους
ξωπίσω του έκλειναν παράθυρα
σπιτιών που ύφαιναν σε αργαλειούς παραδουλεύτρες
και εργάτριες
σκυφτές  από τους πόνους της μέσης
λίγες μπροστά στα τάματα
και τ΄ αναμμένα καντήλια της Παναγιάς.
Ύφαιναν την λύπη
κένταγαν το χρέος
βελόνιαζαν τις πληρωμές
και τα γραμμάτια,
έμεναν γραμμάτια ανεξόφλητα.

Κάθε Κυριακή μια μάνα χτυπά το σήμαντρο
λαλώντας τον από τους μακρινούς τόπους.
Στα όνειρά της
Στην τύχη της
Στον χρόνο της
Στην ζωή της


Εκεί χωρίς την πληρωμή να χει φτάσει στο κόκκαλο
χωρίς την πληρωμή να χει τελειώσει  την νύχτα
να δώσει το φιλί της.

Και   οι γείτονες ν΄ απλώσουν το χέρι δίνοντας
το πιατάκι με το γλυκό
πάλι πίσω
Το πιατάκι της Κυριακής με τ  ασημοκέντητη σταυρό
και πάνω το σήμαντρο να την καλεί στον τάφο
Κολλά το χώμα
όπως η ζωή σε ένα ανεξόφλητο γραμμάτιο.

Δημήτρης Γκόγκας























''Σκηνή στο Στρυμονικό ''

Δώσε μου μια ματιά σου να την κάνω στεφάνι

να σταθώ απέναντι από το βρυχηθμό του θανάτου 
με φόβο θαρρείς
να δω τον κάμπο κατάσπαρτο 
από το στάρι 
με τον μόχθο να κουνάει την γκλίτσα και το δρεπάνι 
κι εναν- έναν τους αρρώστους 
να γεννοβολούν τις ελπίδες
στο πέτρινο δημοτικό σχολείο. 

Αχ μια μάνα μετρώ, δυο μάνες να κλαίνε
κουβαλώντας στα σαμάρια τις πέτρες

μην με κοιτάς με απορία
τα πόδια μου βαραίνουν
και δεν μπορώ αναδυθώ από τις λάσπες των βούρκων 

στο Πέγκο* βασιλεύουν οι βδέλλες.

(27/11/2013)


Πέγκο:Περιοχή του Στυμονικού Σερρών





                                                         

                                               ''Μυρίζω''

 

 




Δημήτρης Γκόγκας

''Δεν  θα  αφήσω''

Μη μου ζητάς να μυρίσω το πεύκο
Κάτω από κείνο έκλαψα
Ένα και άλλα δάκρυα
Περπάτησα πάνω τους
Γλίστρησα
Έπεσα
Κι ύστερα σαν κάποιο χέρι από τάφο
Μου ΄πε ναι η ζωή περνά
Πάνω σε δάκρυα
Μέσα στα δάκρυα
Πνίγεται και σηκώνεται
Και γίνεται βαρκούλες
Που αρμενίζουν
Πάνω σε κείνα τα δάκρυα κλαίω ξανά
Δεν θα αφήσω ποτέ από την ξύλινη πόρτα
Να περάσει το καραβάνι των κυμάτων
Εδώ με την πένα μπαστούνι πίσω απ΄ την πόρτα
Κάπως κρατώ κι εγώ τούτα τα κύματα

Κι είναι μικρή η βαρκούλα.



''Ψάχνω τα γράμματα της ποίησης''

Ψάχνω τα γράμματα της ποίησης
Μέσα στις λέξεις που πετούνε 
από την φλόγα της καρδιάς μου
Δεν είναι μόνο όσα ξέρουμε 
Είναι και κείνα που δεν έχουμε μάθει
Στη αρχή η αγάπη
Στην άκρη ο θάνατος
Απουσιάζει το μίσος.




''Ο ποιητής πριν την ενοχή του'

Το φεγγάρι χτύπησε μεσάνυχτα
Γύμνωσε την αλήθεια του και το κουρασμένο σώμα του
Κλειδώθηκε σε κάποιο δωμάτιο του αχανούς βίου του
Τριγύρω τα ευαγγέλια της ποίησης
Σημειώσεις, στίχοι, χαρτιά που πεθάνανε, τσαλακωμένα
προς τέρψη της φωτιάς στο τζάκι
Κάπου, κάπου τον επισκεπτότανε εκείνη η ανέπνευστη ώρα
Και κείνος έκαμε την προσπάθειά του
Να κλέψει στίχους. Μα δεν το κατόρθωνε
Δεν έμαθε ποτέ του να κλέβει. Δεν έγινε ποτέ του ληστής.
Έβγαλε και το τελευταίο ρούχο του, τη σάρκα του.
Πλύθηκε απ΄  τα λίπη του, λεύκανε τα κόκκαλα του
Πήρε το μελάνι, έβαψε τα χείλη του και βάλθηκε
με το υνί να σκαλίζει τη ζωή του
Το ήξερε καλά
Η σπορά όποια και αν ήταν,  ήταν δική του και του θεού
Στην θεία δίκη των ποιητών

Κανείς δεν θα μολογούσε ένοχος.


ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗΝ ΟΜΑΔΙΚΗ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 2014 ΤΩΝ ΕΚΔΟΣΕΩΝ ΔΙΑΝΥΣΜΑ

ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΓΙΑ ΕΝΑ ΘΑΝΑΤΟ
Με το μολύβι σβήνει ένα φως.
Έρχεται θάνατος
και σε τυλίγει σαν ένα πελώριο δένδρο με κίτρινα φύλλα.
Δεν στοχάζεται πλην των άλλων
που θα φωνάξουν με δύναμη
και θα πούνε: Αθάνατος
καθώς ένα μικρός λεμονανθός θα σβήνει.
Είναι ο Χειμώνας που λιώνει στην ζωή,
κι ανθίζει η Άνοιξη.
Η προσμονή σέρνεται με το φίδι
ανάμεσα στους στίχους του ευαγγελίου.
Είναι το ίδιο φίδι που μας έδωσε την ζωή να την ζήσουμε
και εάν προλάβουμε να ρωτήσουμε λέμε: την ζήσαμε;
Κι εσύ ζήτησες για μαξιλάρι το μπράτσο μου
και μέσα στο στρατσόχαρτο το όνειρο σου
σύννεφο να στάζει.
Η κραυγή σου πορεύεται
καθώς το ατσάλι σπάει την σιωπή
και το μαύρο την γεύεται.
Το μάτι μου κλείνει σαν πόρτα
Σαν παραθύρι με πόμολο μια πένα
Κι απλώνεται στις λιάστρες να το ξεράνει ο άνεμος.
Μέσα στο μέτρο σκάλισες την καμαρούλα σου
σε διάφανο βάζο η στάχτη κι ένα γαρύφαλλο
στην κεφαλή.
Τότε δεν μπορείς να αποφύγεις τον μέλλοντα.
Ναυαγός στη γραμμή του θανάτου.
Μ΄ ένα μολύβι κουπί ως που να φτάσεις;

*****

Λίγο πριν κοιμηθεί ένας καλός άνθρωπος


Όταν πλαγιάζει και κρυώνει
βάζει τα χέρια κάτω απ΄ το πάπλωμα
μην τ΄ αγγίξει η παγωνιά και τα σπάσει
Μερικές φορές κοιτά
με την άκρη του ματιού του την γυναίκα
που κοιμάται δίπλα του
και πιάνει την καρδιά του
Δεν θέλει να πεθάνει πρώτος
Θέλει να είναι δεύτερος όπως πάντα

Κάτω απ΄ την σκιά των σκεπασμάτων
μπορεί να δει πιο καθαρά
τους δικούς του που έφυγαν,
τους άλλους που κοιμούνται
και κείνους που έρχονται
για να γεράσουν μαζί του.
Όταν τον παίρνει ο ύπνος
είναι σίγουρος ότι έκανε το σωστό
αλλά πάντα στο βαθύ της ψυχής του
πεταρίζει ένα μικρό πουλί
έτοιμο να του κλείσει τα χείλη
να του αρπάξει με το ράμφος
την άκρη του σκεπάσματος.

Φοβάται πολύ
τρέμει μην πεθάνει πρώτος.




Δημήτρης Γκόγκας





''Ένα απόγευμα Άνοιξης''




Δεν ξέρω ποιο λόγο να γράψω πρώτα, αλλά σίγουρα γνωρίζω την κερασιά στο περιβόλι και το βουητό το ψάλτη από την εκκλησιά του Αγίου Αντωνίου. Μια κερασιά που γράφει. 

Ακόμα και τώρα πριν από την πρόταση, η καμπάνα της Εκκλησιάς οδηγεί τα βήματα ενός μολυβιού, σ΄ ένα ξεχασμένο τετράδιο. Το σεντούκι φούσκωσε από μνήμες.  

Η μάνα πάντα κοιτάζει από το παράθυρο την κατηφόρα του Τσάλτεπε*, μην δεν φανεί ο πατέρας. Ο φόβος την κρατά στην ζωή και την απομακρύνει.

Κοντά στον τοίχο και στην βρύση που στάζει έχουν σύναξη οι βάτραχοι του ξεροπόταμου και οι μέλισσες του κάμπου. Μπουχτίσαμε από μέλισσες που δεν τσιμπάνε. 

Και με παίρνει ο ύπνος με το μολύβι στο χέρι, την κερασιά να γελάει, το σεντούκι ν΄ ανοίγει, να κοάζουν οι βάτραχοι κι μέλισσες να τσιμπάνε. 

Ο ήχος από την σκουριασμένη ρόδα του κάρου ακούστηκε. Ο πατέρας φάνηκε και ένας αέρας μυριστικός φύσηξε και άνοιξε το παράθυρο. Η μάνα χαμογελά. Σαν γυναίκα.


·         Τσάλτεπε: Περιοχή στο Στρυμονικό Σερρών 























 Δημήτρης Γκόγκας
Βιογραφικά Στοιχεία



Ο Δημήτριος Γκόγκας γεννήθηκε το 1964 στο Στρυμονικό Σερρών. Σπούδασε στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα. Ασχολείται με την ποίηση. Ποιήματά του κατά καιρούς έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και σε σελίδες του διαδικτύου (Ποίηση και Λογοτεχνία, Το Κόσκινο ) Έχει παρακολουθήσει σεμινάριο δημοσιογραφίας στην Θεσ/νίκη και σχετικές δημοσιογραφικές ημερίδες.
Μέχρι σήμερα δεν έχει εκδώσει κάποια ποιητική συλλογή
To 2014 βραβεύτηκε με τον Α΄ Έπαινο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης της Πνευματικής Συντροφιάς της Πόλης Λεμεσού Κύπρου για το ποίημα : Περιγραφή για ένα Θάνατο
Την ίδια χρονιά έλαβε το 2ο Βραβείο του 3ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ "Στο μισό του δρόμου το τέλος αργεί ακόμη"
Είναι διαχειριστής  Ιστολογίων στο διαδίκτυο: http://dimitriosgogas.blogspot.com (οι ποιητές που αγάπησα και άλλες μικρές και μεγάλες ιστορίες λόγου) και Κυπρίων Ποίηση.








Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».