Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο
                                                      Πέτρος Τσερκέζης
            





ΣΕ ΦΙΛΗΣΕ Ο ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ
Κόρη του βουνού
Χρυσό ρόδο του Μάη,
Σε φίλησε ο αυγερινός
Και σ'έλουσε η πούλια
Και ο έρωτας σε χαίρετε
Μες της αυγής την κλίνη.
Κόρη του βουνού
Αυγερινέ του βίου μου.

Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»

***********************************

Η ΜΟΝΑΞIA
Η μοναξιά άνοιξε τα αιχμηρά της πλοκάμια
Και σε γράπωσε
(Ποιος τ' ακόνισε έτσι ανελέητα
 Να σε παγιδέψει στα στενά της οδύνης;)
Πάντα έτσι ύπουλα σε παγιδεύει κάθε κατακτητής.
Ποια δάχτυλα σμιλεύουν τα χαμόγελα
Ποια αύρα σμιλεύει την ευαισθησία των κρίνων
Και την αγαλματένια Εύα τη αμαρτίας;
Δαγκώνεις το μήλο και ο άνεμος γαβγίζει
Δαγκώνεις τη σάρκα και η βροχή κλαίει

Ακούμπησες την ανέμελη προσδοκία σου
Σε μια ευτυχισμένη κλίνη
Ακούμπησες το κεφάλι σου
Στη λαιμητόμο ενός ουράνιου τόξου
Σαν σε μια ερωτική αγκαλιά
Και κοιμήθηκες
Το πολυτελέστατο άρμα της μοναξιάς σε βρήκε
Λίγο μετά από τον έρωτα,
. Τότε που γλιστρούσες στη σκηνή ενός ξένου ονείρου
Έτσι περιμένει πάντα ο εφιάλτης και εισβάλει
Σαν χάλκινος αυτοκρατορικός φρουρός για να μας κατακτήσει.

Κι εμείς τον καταδεχόμαστε σαν ελευθερωτή.
Τι λαιμητόμος είναι αυτή που κυνηγάει τον έρωτα
Και τον κάνει χίλια δυο κομμάτια
Και τα προσφέρει γενναιόδωρα
Για να ταΐσει τα πεινασμένα θεριά της ιδιοπάθειας.

Από τη συλλογή: ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΥ ΥΠΟΣΥΝΕΙΔΗΤΟΥ
 
************************




ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ

Άνοιξε το παράθυρο να σε χαρούμε, κόσμε,

Να σε χαρούν τα μάτια μας
Να σε χαρεί η καρδιά μας

Και ν' ανεμίζουν ουρανοί
Φλάμπουρα της ελπίδας.
Ντουνιά, ντουνιά μου αμαρτωλέ,
Στάσου να σε χορτάσω,
Δε θέλω δάφνες και φλουριά
Την αγκαλιά σου θέλω.


από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»






ΜΟΥ ΗΡΘΕ ΚΟΝΤΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

                                    Μου ήρθες κοντά θάλασσα της Αμμόχωστος                                                                                  
                                      Και άγγιξα το κύμα σου κι άγγιξα την ψυχή σου.                                                                              
                                    Μου ήρθες κοντά θάλασσα ταμπούρλο καημού                                                                                 
                                Και είχες στα μάτια σου ένα κρίνος πικρό                                                         
Και είχες τα χέρια σου αλυσοδεμένα.                                

                                    Μου ήρθες κοντά θάλασσά βουβή και μαυρομαντιλούσα                                                               
                                     Σαν μια πληγή βαθιά-βαθιά στην ομορφιά του γένους                                                                       
                                     Και μ' άρπαξες στα κύματα                                                                                                                
                              Και μου ψιθύριζες κρυφά τα ντέρτια της καρδιάς σου.                                                

                                      Μου ήρθε κοντά η θάλασσα, το πικραμένο κύμα                                                                             
                            Κι εγώ στα χέρια μου κρατούσα σπασμένη τρίαινα.                                                        
                                      Πως βούιζε έτσι η θάλασσα, μαύρα νερά της μνήμης                                                                      
 Με χίλια στόματα ούρλιαζε να σπάσω αλυσίδες.

Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»


--------------------------------------

ΕΓΩ ΚΑΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ
Στα παγωμένα μεσάνυχτα μιας ξένης πόλης,
Περιπλανιέμαι μόνος μες την απελπισία ενός άγνωστου δρόμου
Σπάζοντας τα δόντια μου στο σίδερο της απόγνωσης.
Σε μια σκοτεινή γωνιά κάπου
Μια σκιά ακολουθεί τη σκιά μου.
Δυο θολά μάτια σαν η πείνα,
Δυο σκοτεινά μάτια σαν η απελπισία,
Στόμα που αφρίζει σαν η λύσσα,
Νύχια έτοιμα να γαντζωθούν σαν η απόγνωση.
Στην παγωνιά της λησμονιάς του κόσμου αυτής της νύχτας
Με ακολουθεί ένας σκύλος.
Η σκιά μου με ακολουθεί, ένας σκύλος,
Η απόγνωση με δαγκώνει, ένας σκύλος,
Η απελπισία γαβγίζει, ένας λυσσασμένος σκύλος.
Εγώ και ο σκύλος γαβγίζουμε ντουέτο
Στην ψυχρή μοναξιά της νύχτας της ξένης πόλης. Εγώ και ο σκύλος.
1998-2012
Από τη συλλογή: «ΘΥΕΣΤΕΙΑ ΔΕΙΠΝΑ» 
                                                     
                                               *******************************

ΜΑΡΑΘΗΚΕ Ο ΑΜΑΡΑΝΤΟΣ
Μαράθηκε ο αμάραντος στο γκρίζο  σκαλοπάτι
Φαρμάκια το ποτίσανε το άνθος της αγάπης.
Με χρυσά δάκρυα αυγερινού τον λούζει η αυγή.
Αχ, δεν μπορεί ν'αναστηθεί τον πνίξαν οι καημοί.

Βγάζει βαρύ αναστεναγμό και τρέμει το φεγγάρι.
Ποιος έχει χείλη να το πει και μάτια να τον κλάψει;

Φύσηξε άνεμος τρελός με μαύρα καραβάνια 
Πήρε της γης μας  τον ανθό τ'άξια παληκάρια

Για μια αγάπη καίγεται,για ένα γάμο λιώνει
Κι ένα μαντίλι  μισεμού τον κατακεραυνωνεί.

Λύγισαν τα ψηλά βουνά απ'το μεγάλο πόνο,
Μαράθηκε ο αμάραντος στο τόπο.
Κορίτσια  πήραν μακρινά, λεβέντες τα πελάγη
Στα αλώνια της παλικαριάς θεριεύει  το χορτάρι.



Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»
************************************
                                                                         

                                                    
Σ' ΑΥΤΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΚΑΤΟΙΚΟΥΣΕ Η ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ
Σ' αυτό το πέτρινο σπίτι ερωτεύτηκα κάποτε.
Έτρεχα κοντά του σαν σ' ένα κρυφό ακρογιάλι.
Σ' αυτό το μικρό κάστρο, κατοικούσε η αγάπη μου.
Σ' αυτό το φρούριο έκαμα τον πιο γαλήνιο ύπνο του κόσμου
Πολιορκημένος από έναν παράξενο φρουρό.
(Όταν άνοιγα τα μάτια εκείνη και η πανσέληνος
στέκονταν πάνω από το κεφάλι μου και μου χαμογελούσαν).
Ερχόμουν τις νύχτες με ή χωρίς φεγγάρι
Κυνηγημένος από τα σκυλιά, από τα δίποδα και τις σκιές.
Η πόρτα ήταν πάντα ανοιχτή
Ενώ το σπίτι ήταν πάντα συνοφρυωμένο
Με φρύδια κρεμασμένα σαν ένας ηθικότατος παππούς
Με παρακολουθούσε με μάτια πολεμίστρες,
Έτοιμα να σπινθηρίσουν να με τυλίξουν στις φλόγες.
Οι μέρες μου ήταν όλες ανυπομονησία
Οι νύχτες μου φορούσαν ένα διακοσμημένο φόρεμα με διαμάντια άστρων.
Τις μέρες της κλοτσούσα για να 'ρθει η νύχτα
Για να σκαρφαλώσω στο πιο ψηλό παράθυρο
εκεί που σκαρφάλωνε μόνο το φεγγάρι
Και από κει στο ζενίθ της ευτυχίας.
Σ' αυτό το πέτρινο σπίτι κατοικούσε η αγάπη μου.
Από τη στιγμή που το εγκατέλειψε η αγάπη έμεινε ακατοίκητο,
Κάθε μέρα καταρρέει, γκρεμίζεται
Λες και μόνο η αγάπη το κράταγε στο πόδι.
Όλες αυτές τις πέτρες θα ήθελα να τις φορτώσω στους ώμους μου
Σαν πολύτιμους λίθους, τους λίθους της αγάπης μου.
Από τη συλλογή: «ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»


                                                  
                                                         ***********************

                                                               
                                                 ********************************
                                                                    ΦΩΤΟΠΟΙΗΜΑΤΑ



                                                            ΕΝΑ  ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ
                                              **********************************

                                                  ΜΙΑ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΒΡΟΧΗ

                                                                     
**************************************
                                                                ΔΙΨΑ
                                                           
                                           **************************************          

                                                                ΜΙΑ ΠΛΗΓΗ
                                                          
                                           **************************************
                                                        ΜΟΥ ΗΡΘΕ ΚΟΝΤΑ Η ΘΑΛΑΣΣΑ                     
                                          ***************************************
                                                  ΑΝΟΙΞΕ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ          
                                           ***************************************
                                                                                          

                                                 ΠΟΥ ΒΡΗΚΕΣ ΤΑ ΔΟΝΤΙΑ
                                                          
                                          ****************************************

                                       ΤΗ ΓΥΜΝΙΑ ΜΟΥ ΝΤΥΝΕΙ Η ΟΜΟΡΦΙΑ ΣΟΥ
                                                            








ΤΟ ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΜΑ ΤΟΥ ΠΥΓΜΑΛΙΩΝΑ
«Μη με βασανίζεις άλλο, μίλησέ μου», είπε ο βασιλιάς Πυγμαλίων  στο λαμπερό άγαλμα που στέκονταν μπροστά του. «Μίλησέ μου, μίλησέ μου σε ικετεύω, πλημμύρισέ  μου την πυρπολημένη μου ψυχή με τη δροσερή σου λαλιά, με τη δροσερή σου πνοή».
Μερόνυχτα ο Πυγμαλίων έγκλειστος στο εργαστήρι του, στο μυθικό παλάτι, προσπαθεί να φιλοτεχνήσει από πολύτιμο ελεφαντόδοντο μια μορφή γυναίκας. Αγαλματάκι φιλντισένιο, αγαλματάκι λαμπερό. Μερόνυχτα με πάθος πλάθει, μερόνυχτα σκαλίζει το φίλντισι.
Κάποια στιγμή ξαπόλησε τα εργαλεία του και μαγεμένος στέκεται θαυμάζοντας το δημιούργημά του.
«Αχ, μίλησέ μου, μη με κοιτάς ψυχρά, μίλησέ μου ωραιότατη θήλυ», εκλιπαρεί το άγαλμα ο Πυγμαλίωνας. «Σου χάρισα σώμα και μορφή, άνοιξε τώρα τους οφθαλμούς σου και κοίταξέ με, χάρισέ μου ένα χαμόγελο να γαληνέψει η ταραγμένη ψυχή του κεραυνοβολημένου βασιλιά. Τα χέρια μου σε φιλοτέχνησαν σα να ‘σουνα θεά, τα μάτια μου σου χάρισαν ουράνια λάμψη και χτύπησες στην ψυχή μου κεραυνός. Άνοιξε τέλος πάντων τα γλυκά σου χείλη και μίλησέ μου».
Έχανε τον ύπνο του ο βασιλιάς Πυγμαλίων, σαν υπνοβάτης περιπλανιόταν στους ναούς με παρακλήσεις και θυσίες. Κάποια στιγμή άκουσε τους λυγμούς η θεά του έρωτα, η ωραία Αφροδίτη και έδωσε στο άγαλμα ψυχή από την ψυχή της και από την ομορφιά της ομορφιά κι έλαμψε ζωντανή, ο ήλιος των ματιών του η Γαλάτεια η ωραία που την έκανε γυναίκα του, βασίλισσα τη στέφθηκε.
Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο πρίγκιπας Πάφος, πλούτο και φήμη απέκτησε και για την ευτυχία των γεννητόρων του και τη δική του γέννηση ίδρυσε την πόλη με το όνομά του και την αφιέρωσε στη θεά του Έρωτα, εκεί κοντά στη θάλασσα που αυτή αναδύθηκε.
«Σου χαρίζω αυτή την ωραία πόλη, σου χαρίζω το διαμάντι της ψυχής μου, αθάνατη θεά της ομορφιάς».
Και στο γειτονικό λόφο, απέναντι από τον ήλιο, έκτισε τον πρώτο μεγάλο ναό να ‘ρχονται οι ταπεινοί της κάτοικοί με ευλάβεια και λατρεία να την προσκυνούν.
Σεπτέμβρης 2009
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»
______________________________
ΣΤΗ ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ
Όταν τοποθετούσε την πρώτη πέτρα βαθιά στην άμμο, ο αρχιμάστορας σίγουρα δε γνώριζε πως θα έριχνε το ανάστημα μια πόλη κάτω από τη σκιά του θανάτου. Μια πόλη χωμένη στην άμμο. Μια πόλη που καθρεφτίζονταν κάθε πρωί σαν η πεντάμορφη στον καθρέφτη της θάλασσας. Μια πόλη που έριχνε το βλέμμα πέρα από τα καταγάλανα νερά της Μεσογείου. 
Αλάσια ήταν το πρώτο σου όνομα. Όνομα σαν χάδι, όνομα λαμπερό από ηλιαχτίδες. Όπως είχες εμφανιστεί έτσι εξαφανίστηκες ένα απόβραδο στο μακρινό αιώνα. Έγινες άμμος μέσα στην άμμο. Μόνο η θάλασσα ψιθύριζε ανέμελη τα αιώνια της άσματα. Μόνο η θάλασσα ψιθύριζε ψαλμούς. 
Σκόνη και στάχτη η ξακουστή Σαλαμίνα. Μόνο το όνομα έμεινε στον αέρα σαν φάντασμα, σαν μαγική οπτασία, που έλαμψε στον ορίζοντα και χάθηκε. Σκόνη και στάχτη η ξακουστή Σαλαμίνα.
Πάνω στα ερείπια ύψωσε τους ώμους της η Κωνσταντία σαν ένα μωρό που σκαρφαλώνει στους ώμους της μάνας της για να απολαύσει την ομορφιά αυτού του κόσμου ή πόσο βαθύ και αγεφύρωτο είναι το χάος της παράνοιας.
Τι τύχη ήταν κι αυτή και πάνω από τη στέγη της Κωνσταντίας να τραγουδήσει η κουκουβάγια. Το λυπημένο πουλί έλεγε λυπημένα μοιρολόγια για την αφανίσει μιας πόλης.
Η αρχαία πόλη Αρσινόη δέχτηκε μεγαλόψυχα τους έντρομους κάτοικους της Κωνσταντίας, που όλο βυθίζονταν στην άμμο λες και ήθελαν να γίνουν ένα με τους κόκκους της, λες και ήθελαν να κρύψουν εκεί την κεφαλή τους, λες και ήθελαν να γλιτώσουν από την κατάρα.
Και ξαφνικά ξεμύτισε μπροστά στα καταγάλανα ύδατα η ξακουστή Αμμόχωστος σαν ένα λουλούδι πάνω στην άμμο. Μικρή, μικρή και εύθραυστη σαν το πιο ντελικάτο λουλούδι, άρχισε να απλώνεται, να ανοίγει τα μέλη, να υψώνει τους ώμους, να ανοίγει νέους δρόμους πέρα από τις  χρυσές αμμουδιές, πέρα από τον ορίζοντα, πέρα από  αραχνοΰφαντα σχέδια των πειρατών και των βαρβάρων.
Αμμόχωστος πόλη χωμένη στην άμμο, πόλη που κάθε κόκκος άμμου έγινε χρυσός. Έμποροι, μάγοι του πλούτου, θαλασσοπόροι άνοιξαν νέους δρόμους προς την Ανατολή και τη Δύση. Η πόλη δε μπουσουλούσε πια μέσα στην άμμο, έγινε μια Φαμαγκούστα με ατάραχα τείχη, έγινε μια Φαμαγγούστα με φτερά και μεγάλη φήμη, έγινε μια Φαμαγκούστα με μεγάλη ισχύ.
Ξεχνούσε εντούτοις πως οι ρίζες του δέντρου της ήταν μέσα στην άμμο και η σκιά εκείνου του δέντρου ήταν από θάνατο. Και ξαφνικά σ’ ένα καυτό καλοκαίρι ένας Δούρειος Ίππος βρέθηκε μπροστά στις πύλες σου, ένας Δούρειος Ίππος βγαλμένος από τα καταγάλανα νερά, που κουβαλούσε πάνω του συνωμοσία και μπαμπεσιά. Σπάραξαν τις χαρές σου, σπάραξαν την ευτυχία σου, σπάραξαν τα πλούτη σου και τους ναούς σου και σου χάρισαν τη μαύρη ερημιά του Άδη. Από τους λυγμούς της θάλασσας τρέμουν τ’ άστρα.
Πως έμεινες έτσι σταυρωμένη στη σκιά του θανάτου. Τώρα στις 365 μέρες του χρόνου φωνάζεις τους άγιους σου κι εκείνοι φορτωμένοι με τα βαριά τσουβάλια της προδομένης σου ιστορίας φουντώνουν μέσα στην άμμο, περιπλανιούνται σαν τυφλοί και παράλυτοι μη μπορώντας να φτάσουν κοντά σου, να σου χαρίσουν την ανάσταση. Πάνω στην άγονη, ματωμένη άμμο κείτονται σκοτωμένα όνειρα μπλεγμένα με τα φύκια, μπλεγμένα στα δίχτυα της προδοσίας.  
Τριγύρω σου βάρβαρες φάλαγγες, κυανόκρανοι, ύπατοι και διπλωμάτες  άναψαν τα πούρα τους στις φωτιές σου και φουμάρουν ανέμελοι σκορπίζοντας τον καπνό στα αθώα μάτια του κόσμου, τινάζοντας τις στάχτες μέσα στη λησμονιά. Πόλη της ερημιάς και του θανάτου στέκεσαι μπροστά στον μεγάλο καθρέφτη της Μεσογείου σαν ένα άδειο κοχύλι που του ‘κλεψαν το μαργαριτάρι. Πόλη με πολλά ονόματα και με έναν ατελείωτο θάνατο.
Σεπτέμβρης 2009 
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»
 ____________________________________
                                                    ΜΕΡΑ ΓΛΥΚΙΑ ΤΟΥ ΜΑΗ
Μέρα γλυκιά του Μάη ήρθα κοντά σου, με πήρες στην αγκαλιά σου γλυκιά μου αρραβωνιαστικιά. Άνοιξα όλα τα παράθυρα της καρδιάς μου και μπήκες μεγαλόπρεπη με την αύρα της αγάπης. Έτσι αρπάχτηκα πάνω σου ερωτευμένος.
Μέρα γλυκιά του Μάη, Πρωτομαγιά μιας νέας αγάπης. Περπάτησα στους δρόμους σου, ήπια με μεγάλες γουλιές τη θάλασσά σου και δε χόρταινα. Ανεβήκαμε στο κάστρο, βγάλαμε και φωτογραφίες. Τα μάτια του γιου μου πήραν το χρώμα της θάλασσας, τα δικά μου της πίκρας.
Βγάλαμε και φωτογραφίες. (Αχ, πώς να γεμίσει ένα άλμπουμ με φωτογραφίες το κενό μιας χαμένης αγάπης που ονομάζεται Κερύνεια;)
Μέρα γλυκιά του Μάη περπατήσαμε στους δρόμους σου. Πλημμύριζε ο κόσμος ευωδίες από λεμονάνθια και πορτοκαλάνθια  και στάλα-στάλα έσταζε στην καρδιά το φαρμάκι.
Μέρα γλυκιά του Μάη κι έμοιαζαν οι ταβέρνες σου σαν τα πηγάδια που τα ‘χει πιάσει ο δράκος του παραμυθιού. Πώς να γευτείς το λευκό κρασί και το φαρμακωμένο ψάρι; (Σίγουρα το αίμα μας θα ‘τρεχε λευκό μέσα στις φλέβες).
Πίσω από τα κάγκελα μας χαιρετούσε ο Μάης, πίσω από τα σίδερα μπουμπούκιαζε ο πόθος μας, βαθύς-βαθύς τρικυμισμένος σαν μαύρος κεραυνός της θάλασσάς σου.
Περπατούσαμε στους δρόμους σου και ονειροπολούσαμε σαν κάποτε ερωτευμένοι φοιτητές στους δρόμους της Φοιτητικής Εστίας.  Ακούσαμε τους πονεμένους ψιθύρους της θάλασσάς σου, νιώσαμε το ρίγος της αγκαλιά σου, σκαρφαλώσαμε στο κάστρο σου. Και ήταν σαν να σκαρφαλώναμε στο κάστρο του Αργυρόκαστρου, σαν να ακουμπούσαμε το αυτί στο στέρνο του ν’ ακούσομε το ποδοβολητό της ιστορίας, σαν να περπατούσαμε στους δρόμους μιας άλλης αγάπης, στους δρόμους των Αγίων Σαράντα, σαν ν’ ανεβαίναμε στα Ακροκεραύνια, σαν να ανεμίζαμε τα μαντίλια μας πάνω στο Λευκό Πύργο, στον πιο ψηλό πύργο του ορίζοντα να αντικρίσομε το μέλλον. Μουντός, θολός ορίζοντας, γοργόφτερο το αίμα ανοίγει φλάμπουρα του πόθου σε αόρατα κατάρτια.
Μέρα γλυκιά του Μάη σε φορτώσαμε στους ώμους μας Κερύνεια, σε φορτώσαμε στην ψυχή μας και φύγαμε. Βαρύ πολύ βαρύ αυτό το φορτίο με όλες τις αλυσίδες της σκλαβιάς, με τις ξιφολόγχες και τις χάλκινες αρβύλες. Σε τοποθέτησα στο αέτωμα των μελλούμενων χρόνων για να σε ξανακερδίσω χαμένη μου αγάπη.
Πρωτομαγιά 2004 – Σεπτέμβρης 2009
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»


-------------------------------------------
Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΝΑΟΥ
Η πολυήμερη πολιορκία τελείωσε και ο Λαλά Μουσταφά μπήκε στην νικημένη πόλη με ζουρνάδες και με ταμπούρλα. Πήγε κατευθείαν στην Αγία Σοφία, τη μεγαλόπρεπη γοτθική εκκλησία, γονάτισε προς τη μεριά της Μέκκας και προσευχήθηκε στον Αλλάχ, τον παντοδύναμο με μια τρανή υπόσχεση, να του χαρίσει αυτό το επιβλητικό οικοδόμημα σαν τέμενος για τη μεγάλη του νίκη.
Φώναξε ξακουστούς αρχιτέκτονες και χρυσοχέρηδες τεχνίτες και δείχνοντας τον ιερό ναό την υπόσχεσή του μεγαλόφωνα λάλησε.
Για μέρες και μήνες χτυπούσε αλύπητα ο κασμάς καταστρέφοντας τα χριστιανικά σύμβολα και τις τοιχογραφίες, υψώνοντας να ξεσκίσουν τον ουρανό δυο αιχμηρούς μιναρέδες.
Αλλάχ, Αλλάχ χαίρονταν και προσεύχονταν ο Λαλά Μουσταφά, κοιτάζοντας με υγρά μάτια τον ουρανό. Κράτησα την υπόσχεσή μου. Αλλάχ, Αλλάχ! Προσεύχονταν οι πιστοί. Αλλάχ, Αλλάχ! Πάνω στο γοτθικό ναό ο Λαλά Μουσταφά άφηνε την αλλόθρησκη σκιά.
Αλλάχ, Αλλάχ πάνω στην πράσινη γραμμή. Αλλάχ, Αλλάχ πάνω στη δική μας ζωή.
150 χρόνια συνεχίστηκε το χτίσιμο του ναού, δεκαπέντε μήνες η μεταμόρφωσή του. Εκεί που στέφθηκαν και ενταφιάστηκαν οι Φράγκοι βασιλείς και πολλές επιβλητικές τελετές έλαβαν χώρα τη φονική τους σκιά ρίχνουν οι δυο μιναρέδες.
Αλλάχ, Αλλάχ πρωί, μεσημέρι, βράδυ εκεί πλάι στην πράσινη γραμμή. Αλλάχ, Αλλάχ μες την καρδιά της μοιρασμένης πόλης, πάνω από τη δική μας ζωή, σαν να αρπάζεται με τους χάλκινους ήχους της καμπάνας.
Μπροστά στην είσοδο του τεμένους τα παπούτσια των πιστών σαν ανοιχτά στόματα που τους έκλεψαν τη λαλιά. Στεκόμαστε μπροστά στο τέμενος. Μας απαγορεύεται η είσοδος. Παίρνουμε την πληγωμένη σου μορφή στην καρδιά και σπρώχνουμε τα βήματά μας πιο πέρα, της μεγάλης Άγιας Σοφίας μικρή θυγατέρα.    
Σεπτέμβριος 2009
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»

*********************************************************************************

                                                                            
ΑΜΥΓΔΑΛΙΑ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥ ΜΟΥ
Αμυγδαλιά του κήπου μου, τι σου ψιθύρισε ο νοτιάς που άνοιξες την αγκάλη σου τρελά ερωτευμένη; Έδωσες μια και πέταξες τα δεσμά του χειμώνα και όλο σκορπάς το γέλιο σου απλόχερα, πέταλα πορφυρά, αψηφώντας τα ψυχρά μαστίγια και τα τσουχτερά καψαλίσματα από τις παγωμένες φωτιές του Φλεβάρη.
Άρπαξε τα ψαλίδια του ο γέρο περιβολάρης και πάει να κλαδέψει, ήλιο τυλίγει στο λαιμό, στα δάχτυλα ακτίνες και όλο κεντάει τους αμπελώνες. Η αγαπημένη αμυγδαλιά του στρώνει τις ρυτίδες. Αμυγδαλιά του κήπου μου νύφη του αμπελώνα. Κάτω σου φιληθήκαμε κάποιο απόβραδο και πως πλημμύριζες από χαρά. Σε τίναξε εκείνη, σε τίναξα κι εγώ. Τ' άνθη στους ώμους πήραμε και στα μαλλιά μας, πήραμε τα φιλιά σου στα φιλιά μας, τυλιχτήκαμε με αφράτα πέπλα και φύγαμε.
Αμυγδαλιά της ομορφιάς, αμυγδαλιά του πόθου μας, πρώτο ανοιξιάτικο χαμόγελο, η πρώτη πεταλούδα του χορού, προικιά μεταξωτά ερωτευμένων. Όλος ο κόσμος μολυβένιος, μπουντρούμι μοιάζει ο ουρανός. Σκίζει βουνό ο άνεμος και με μαχαίρια παγωνιάς η απειλή χτυπάει τα ντουβάρια.
Ενώ εσύ με το ανθοφόρο γέλιο σου καλοκαιριά χαρίζεις. Με τους ανθηρούς σου κλώνους τα βάζεις με την παγωνιά, με το βοριά αρπάζεσαι και με τις θύελλες γνέθοντας ηλιαχτίδες. Χορό-χορό το μελισσολόι, έγινε ο κόσμος μια κυψέλη, γύρη χρυσή το τραγούδι τους, κλωστές μεταξωτές ίριδες να κεντήσουμε τον κήπο των ονείρων, που μας τον σμπαράλιασαν οι βαρυχειμωνιές.
Χτυπούν καμπάνες πορφυρές τη θαλερότητα και διάφανα πουλιά ξαστεριές κελαηδούνε. Ο ήλιος άρπαξε το χρυσό του κύπελλο  και μπρομπ  λέει μια και μπρομπ λέει δυο, στην τρίτη σέρνει το χορό, καλοκαιριάζει.
Και να, σε λίγο ξαφνικά συνωμοτούν ξανά τα μαύρα σύννεφα σε άγριο πραξικόπημα προσπαθώντας να επιβληθούν με το δικτατορικό καθεστώς της άγριας μπόρας. Λυσσομανούν τριγύρω σου και μαστιγώνουν οι τρελοί δεσμοφύλακες, ενώ εσύ ξανά χαμογελάς ναζιάρα, στολισμένη με πέπλα νυφικά.
Αμυγδαλιά του κήπου μας, εφηβικός μας έρωτας, λιόχαρα μηνύματα μας φέρνεις, ανοίγοντας τις πόρτες  συμπεθέρους να καλωσορίσεις, ν’ ανταλλάξεις βέρες αρραβώνων.
Από τη συλλογή: «ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ»
**********************************************************************************

ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΟ ΗΛΙΟ
ΕΧΩ ΜΕΣΑ ΜΟΥ ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΑΠΟ ΗΛΙΟ. ΕΙΝΑΙ Σ’ ΑΥΤΟ ΟΛΑ ΤΑ ΔΕΝΤΡΑ που μου χάρισαν τους καρπούς, τη δροσερή ομπρέλα της σκιάς, τον κρυψώνα της αγάπης, τα βελούδα και τα μεταξωτά του ανοιξιάτικου αέρα, τα κελαηδήματα των πουλιών και τις ομορφιές των εποχών, τις συστάδες των χορών και τις φτερούγες για τα πετάγματα.
Όταν με κυνηγούσαν οι σκιές, στις κρυφές νύχτες με μυστικούς έρωτες και μυστικούς δείπνους, αυτό το δέντρο γινόταν το λυχνάρι του δρόμου και ο κρυψώνας μου. Άλλος ήλιος ευωδίαζε την άνοιξη, άλλος λάμπρυνε το καλοκαίρι. Πλησίασε, ακούμπα το αυτί σου ν’ ακούσεις τους μαγευτικούς ψιθύρους.
Τη φυλλοφόρα εποχή, το δέντρο μου θέριευε. Το δέντρο μου έβγαζε φτερά. Τα φύλλα του ήταν από χαρτί, ήταν και από ατσάλι, εκεί έγραφαν τα λυρικά τους τραγούδια οι εποχές. Το δέντρο μου κένταγε με χρυσό τον αυλόγυρο του σπιτιού μου και άνοιγε παράθυρο εκεί που δεν υπήρχε παράθυρο, στον τοίχο του ζόφου.
Με το ξύλο του προετοίμαζα τα φέρετρα των εχθρών μου και των δικτατόρων. Με τον γλυκό του καρπό τάιζα την αγάπη μου. Αυτό το δέντρο, με ρίζες βαθιά στο λαμπερό χώμα της ψυχής μου, έγνεθε τις αχτίνες του ήλιου. Εκεί κατοικούσαν οι μέλισσες και ενορχήστρωναν τα πουλιά τη μουσική των ονείρων μου. Αρπαγμένος από τους κλώνους του, με γοήτευε η άνοιξη, με μεθούσε το καλοκαίρι, το χρυσό φθινόπωρο με γέμιζε καρπούς με κουκούτσια από ήλιο. Ενώ τον χειμώνα μ’ έσπρωχνε πλάι στο τζάκι, να μου αφηγηθεί τις μαγευτικές του ιστορίες. 
Λιόδεντρο, αμάραντο, καταφύγιο για όλες τις αγάπες, ξέσπασμα ανθοβολημάτων και τραγουδιών, λυτρωμός σε δυσοίωνες εποχές, σε ποτίζω, σε σκαλίζω και σε καβαλικεύω να με πας σε καλύτερες, ηλιόλουστες και ανθρώπινες εποχές.  
Δεκέμβρης 2004 
Από τη συλλογή: «ΜΙΚΡΟΓΡΑΦΗΜΑΤΑ»

                                                            






 *********************************************************************************
                                                            Πέτρος τσερκέζης

          

                                

-
ΘΕΛΩ ΝΕ ΜΕ ΑΚΟΥΣΟΥΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 Ακούστε με, -είπε-
Εκλιπαρώ την υπομονή σας:να με ακούσετε μόνο.
Εκείνοι που σε ακούν ξέρουν τι σημαίνει δίκιο.
Δεν επιθυμώ μάρτυρες
Τι μαρτυρία θέλω να εξοστρακίσω.
Οι οφθαλμοί υπάρχουν για να θωρούν,
Η γλώσσα για ν' αρθρώνει την αλήθεια,
Τα δόντια για να κομματιάζουν το ψέμα,
Ενώ η καρδιά για να τα ζυγίζει όλα αλάνθαστα.
Ακούστε με μόνο,
Όπως ακούμε το άνεμο που λυσσομανά,
Έχω εξομολογηθεί στο θεό
Δε ζητώ εκδίκηση, δε ζητώ αίμα, τίποτα δε ζητώ
Θέλω απλώς να με ακούσουν οι άνθρωποι
Και ας υποστώ βροχή λιθοβολημάτων μετά.
Ακούστε με , μόνο. Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»
                                          ***************************************





                                                   
                                                 

                                                   *****************************

ΑΠΟΔΡΑΣΕΙΣ
Έρχομαι από χίλιες αποδράσεις με χίλια φτερά ελευθερίας στους ώμους μου
Με το βαρύ σακούλι μιας αιώνιας διαθήκης στην πλάτη της καρδιάς
Τυλιγμένος με το πέπλο της μοναξιάς
Της σκόνης και της απόγνωσης.
Ο καθρέφτης του λαμπερού κόσμου
Βιτρίνα αστραφτερή, γλυκιά ζαλάδα
Με προσκαλούσε με χίλιες αντανακλάσεις
Σαν πολύχρωμα γαμπριάτικα πουκάμισα μιας αναλλοίωτης νιότης
Μνηστή που θα ομορφύνει τη φτώχεια μου
Και θα με ταξιδέψει στους παραδείσους του ονειρεμένου.
Σβαρνίζω τα πόδια με τη σκιά του βουνού της σκλαβιάς
Να βαραίνει ακόμα στους ώμους μου
Είκοσι χρόνια περπατώ, είκοσι χρόνια λείπω
Βούλιαξα στα πηγάδια
Νερό να βρω, νερό να πιω, τη δίψα μου να σβήσω
Και τη δίψα μιας ολόκληρης γενιάς
Ωστόσο τα πηγάδια ήταν μολυσμένα
Παγιδευμένα από στοιχειό, πλημμυρισμένα αίμα.
Βούλιαξα στα πηγάδια, βούλιαξα στις ψυχές
Για μια δροσοσταλιά νερό, για ένα κλαδάκι καλοσύνη
Ξανά στοιχειό, ξανά παγίδα
Ψυχές από χάος κι από πέτρα.
Το ψέμα και η πίκρα με σκότωσαν χίλιες φορές
Και η ελευθερία δεν είχε τη μαγική δύναμη
Να με λυτρώσει και να με αναστήσει.
Πίσω αλυχτούσαν σκύλοι
Πίσω μου γάβγιζαν δίποδα,
Αυτό το σηκωμένο δάχτυλο συνεχίζει να πυροβολάει ακόμα
Πάνω στο σκελετωμένο μου κουφάρι
Και το εργόχειρο της υπομονής ξέφτισε εντελώς,
Έγινε το κουρέλι της μοίρας μου,
Αυτό που προσδοκούσε να γίνει φλάμπουρο
Και αυλαία μεγάλων ονείρων.
Καμιά Ιθάκη δε με περιμένει, καμιά Πηνελόπη.
Μόνο μια τσακισμένη ελπίδα περιφέρεται μισοζώντανη
Στο πέλαγος της αδέσποτης λύπης.
Τα πουλιά μου ζωγράφιζαν στον ορίζοντα
Τα παράθυρα των ονείρων,
Ήταν ωστόσο αυταπάτες.
Γιατί όλα ήταν αδιέξοδα αμπαρωμένα από το σκοτάδι.
Έρχομαι από χίλιες αποδράσεις για να σπάσω τις αλυσίδες της μοίρας
Αυτός ο κουρελιασμένος χάρτης
Είναι ο κόσμος που ονειρεύτηκα
Διάτρητος από σφαίρες και ήττες φαρμακερές
Βρομοκοπάει η σάπια σάρκα της παραδεισένιας αυταπάτης
Α, τι ωραίος κόσμος που δοξάζει την απογύμνωσή του
Και τον καθημερινό του θάνατο.
Έρχομαι από χίλιες αποδράσεις
Με όλα τα φτερά σπασμένα πάνω στους ώμους μου.

                                                
                                                  ***************************************


ΩΔΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΟΝΤΙΑ

Απόσπασμα
5. Ο τελευταίος καβαλάρης ήταν ο κόκκινος
Μπρούντζινος , χάλκινος, έλεγαν μισούσε τις αυτοκρατορίες
Ύπουλος, καβαλάαρης σε ύπουλο άλογο

 Ήρθε κι έκατσε σταυροπόδι με στην καρδιά της πόλης
Αμπάρωσε τις πύλες σου, Κορυτσά μου Και τις πύλες της χώρας
Έβγαλε νόμους κ' έβγαλε φιρμάνια

Και άρχισε να τρώει σιγά-σιγά τα χωράφια μας
Τ' αμπέλια, τα καλοκαίρια, τους χορούς και τη λεβεντιά μας
Τα ζωντανά και τις αγάπες μας

Ο τελευταίος καβαλάρης δεν διέφερε σε τίποτα
Από τους Βίκινγκς τους Ούννους και τους Τεύτονες,
Ήταν ο αρχηγός και ήταν ο ληστής
Ήταν ο θεατρίνος και ήταν ο Θυέστης

Μαχαίρωσε όλους τους θεούς και κατάκτησε το θρόνο τους,
Έγινε η θρησκεία κι έγινε ο σατανάς.
Είχε περπατήσει νεαρός σ' αυτούς τους δρόμους,
Είχε ερωτευτεί σ' αυτούς τους ανθόκηπους
κι έρχονταν τώρα με φωτιά και σίδερο

Να φυλακίσει αυτή την πόλη.
Αυτή η πόλη η σοφή δε φόρεσε μανδύα λύπης
Δε λύγισε και δεν ορφάνεψε άναψε λίκνο τον Αυγερινό
Και τράβηξε το δρόμο της και ανηφόρισε το Γολγοθά της.
Ο πέμπτος καβαλάρης

Τύλιξε το χρόνο μέσα στο τσιγάρο του
Και στρώθηκε σταυροπόδι να φουμάρει ανέμελος
Και χαιρόταν να βλέπει τον χρόνο να γίνεται καπνός
Και τον τόπο να γίνεται στάχτη

Ο πέμπτος καβαλάρης ο παρανοϊκός Ο δολοφόνος του χρόνου
Έστησε την προτομή του σαν ένας άθεος θεός
Στην καρδιά της πόλης Και κοιμήθηκε με τη μεγάλη ιδέα ενός Τζένκις Χαν
Ή ενός Ρωμαίου αυτοκράτορα

Εκείνος που προσποιούνταν και διατυμπάνιζε
Πως μισούσε τους αυτοκράτορες και αυτοκρατορίες
Έστησε την προτομή του στην καρδιά της πόλης

Ποτέ ωστόσο αυτή η πόλη
δεν άνοιξε την καρδιά της να τον καλοδεχτεί με στοργή μητέρας:
"καλωσόρισες, παιδί μου, κάτσε σαν στο σπίτι σου"

Ο τελευταίος καβαλάρης ήταν ένας μοχθηρός και αιμοβόρος θεός
Ήταν ο κόκκινος.

Από τη συλλογή: «REQUIEM ΓΙΑ ΧΑΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ»

                                             

                                            ***********************************


ΓΕΝΕΘΛΙΑ
Γενέθλια λουλουδιών τα γενέθλιά σου
Ο ουρανός τα μάτια μου ζωγράφισε γαλάζια.
Γενέθλια πουλιών τα γενέθλιά σου
Ω χάρισέ μου ουρανέ το γαλάζιο κελάηδημά σου.
Κόκκινο το κρασί, ρουμπίνι το φεγγάρι
Ω χάρισε μου ουρανέ όλη τη λάμψη σου
Στην αγάπη μου να πλέξω ένα χρυσό στεφάνι.
Ω χάρισέ μου ουρανέ, όλα τ’ αστέρια
Όλα τα χρόνια κεριά αναμμένα.
Από τον κύκλο: «Μικρές στιγμές της αιωνιότητας»

                                 
                    

                                          ************************************

ΟΤΑΝ Η ΑΓΑΠΗ ΠΕΘΑΙΝΕΙ
Όταν πεθαίνει η αγάπη, αχ, όταν η αγάπη πεθαίνει
Πεθαίνει ο ήλιος, ο ουρανός με τ’ άστρα
Σε παγωμένο σαρκοφάγο ξαπλώνει η οικουμένη.
Αναμμένα καντήλια, καρδιές που καίγονται
Στο Πάνθεον της μνήμης στο ναό της αγάπης
Σβησμένε μου ήλιε στάξε το αμάραντο δάκρυ.
Πέθανε ο δρόμος, πέθανε το άστρι, πέθανε το δάκρυ
Ράγισε το μάρμαρο, κάηκε το τριφύλλι
Ο ανθός μαράγκιασε στην καρδιά του Απρίλη.
Όταν χάνεται η αγάπη, όταν η αγάπη πεθαίνει
Όλα τα πετούμενα ντύνονται στα μαύρα
Μαύρα κλειστά παράθυρα έχει η οικουμένη.
Όταν η αγάπη πεθαίνει.
Από τη συλλογή: «ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»



 **********************************


ΦΙΛΟΞΕΝΗΣΑ ΤΗΝ ΞΕΝΙΤΙΑ

Μες το ανώφλι του σπιτιού μου πάντα αιωρούνταν
Μια αμυδρή προσδοκία ξενιτιάς.
Φιλοξένησα την ξενιτιά
Το καλύβι μου φιλοξενούσε την αμφίβολη χαρά του βίου του
Σαν άστρο της αυγής,
Σαν κάψα καλοκαιρινού μεσημεριού
Σαν καμπάνα καημού στον εσπερινό της ελπίδας.
Είχαν ένα βαθύ μεράκι τα παράθυρα του σπιτιού μας
Σαν μια βαθιά ρυτίδα που διάβρωνε το βουνό του χρόνου,
Σαν ένα γαμπριάτικο τριαντάφυλλο στη τσέπη της απόγνωσης
Σαν ένα δάκρυ μολύβι στα μάτια της μάνας
Που τρυπούσε και τρυπούσε τον ουρανό
Και βάθαινε όλο βάθαινε τη χαράδρα του χωρισμού,
Σαν ένα νυφικό με κρίνα ονείρων
Ξεχασμένο στο σεντούκι του μαρασμού.
Φιλοξένησα την ξενιτιά για τις χαμένες μου αγάπες
Φίδια ανέμων που σφύριζαν στη στέγη φαρμακερών εποχών
Όλος ο χρόνος πέλαγος πικρό,
Όλος ο κόσμος ερημιά και θάνατος. Φιλοξένησα το θεριό της ξενιτιάς
Με φιλντισένια δόντια να χρυσίζουν σαν άστρι αυγερινός
Να πυρπολούν κεραυνοβολημένα νυφοστόλια
Και να νανουρίζουν την ύπαρξη στην αγκαλιά του χάρου.
Φιλοξένησα την ξενιτιά του αίματος
Για το γινάτι μιας κόλασης που με κυνηγούσε
Κλίνη αδειανή, σβησμένος φούρνος, νεκρό αλώνι, κάμπος ερημιά
Που των ιππεύουν αλόγατα ανέμων
Και στάχυ δεν ωρίμασε γλυκό αγέρι αγάπης,
Φιλοξένησα το παράπονο του σπιτιού μου.
Φιλοξένησα μια κεντημένη καρδιά στο ανέλπιδο εργόχειρο
Της βελουδένιας προσμονής που την ξεσκίζουν τα γαμψά πλοκάμια
Του ανόητου χρόνου και ξανά επιμένει
Κρατώντας πάντα ένα λυπημένο τριαντάφυλλο
Στα καψαλισμένα χείλη.
Φιλοξένησα την ξενιτιά παγωμένη φωτιά
Στην εστία του σπιτιού μου
Για να κόψω τις ρίζες του πόνου,
Για να σπείρω τα άγονα χωράφια της φτώχιας
Και ο πόνος έγινε βουνό,
Αβυσσαλέο πέλαγος σπαρμένο μαύρα στάχυα.
Φιλοξένησα την ξενιτιά, το χρυσό δάκρυ της αυγής,
Το μαύρο πέπλο της εσπέρας.
Επιθυμούσες τόσο πολύ να φέρεις το κόσμο στο κατώφλι σου
Κι εκείνος απομακρύνονταν στην άπειρη στεριά των άστρων
Μετοίκησα στον οίκο μου
Τον αφιλόξενο σπόρο της ερήμου στην άχαρη γης του μισεμού,
Φιλοξένησα τον δαιμονισμένο άγγελο της ορφανής μου μοίρας.
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»










ΟI ΔΡΟΠΟΛΙΤΙΣΣΕΣ
Μέσα απ' τα μάτια της δροσιάς χαμογελούν στον ήλιο,
Ρίχνουν το βήμα για χορό και βγαίνουνε στη στράτα,

Πάνε να πάρουνε νερό με τα αργυρά τα μπρίκια,
Χρυσή αρμάθα με φλουριά, των γιασεμιών κορίτσια.

Μέσα στη νύχτα τη βουβή, μέσα στη μαύρη νύχτα
Καίνε λαμπάδα την καρδιά κάνουν κεριά τα αστέρια

Και ψάχνουνε να βρουν ναό, ναό να προσκυνήσουν,
Αστέρια δροπολίτικα, των γιασεμιών κορίτσια.

Βγαίνει ο ήλιος τους κεντάει το μέτωπο, τα στήθη,
Αρμάθα-αρμάθα τα χρυσά για το χορό της νύφης,

Ν' αστράψει το Πανάγιο φως, το κακό να ξορκίσουν,
Δροσοσταλίδες της αυγής, των γιασεμιών κορίτσια.

Με τα χρυσά κεράκια τους, τις φλογερές λαμπάδες,
Πηγαίνουν για την εκκλησιά και εκκλησιά δεν έχουν,

Κάνουν το βράχο για ναό, το βράχο προσκυνούνε
Και μοιάζουν όλες Παναγιές, των γιασεμιών κορίτσια.


Έχουν στα άκρα τους δεσμά και στο χορό πετούνε,
Τινάζουν τα μαντίλια τους και κατακεραυνλωνουν



Αστράφτουν τα στολίδια τους και τα θεριά θαμπώνουν,
Κορίτσια δροπολίτικα, των γιασεμιών κορίτσια.

Από τη συλλογή: «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ»

                                      

                                                   *****************************
                                     


                                           

                                         ***************************************

ΑΠΟΥΣΑ
Διάβασα τον κατάλογο, αλλά εκείνη απουσίαζε
Έλειπε το χέρι που έγραψε μια παράξενη εξίσωση
που εξισώνονταν μ' ένα κόκκινο "Σ 'αγαπώ ! "
Σε μία ευτυχής ώρα των μαθηματικών.
Άγνωστα ονόματα, μάτια αινιγματικά,
Μόνο εκείνη η εξίσωση κυριαρχούσε παντού
Στον κατάλογο, στο μαύρο πίνακα, στους λευκούς τοίχους,
Στα μάτια, στα χέρια, στο μαγικό παράθυρο της θύμησης.
Ενώ τα σπουργίτια, κάτω από τη στέγη, στο παράθυρο,
Συνέχιζαν αδιάφορα τα τιτιβίσματα όπως τότε
Σαν σε μια ευτυχισμένη επωδός
Στο ξέφρενο δάσος της εφηβείας.
Πέρα απ΄το παράθυρο της τάξης ένα κορίτσι χτενίζεται
Με τα κρινένια δάχτυλα πάνω στον ηλιακό καθρέφτη
(Μη σε παρακαλώ !)
Τι έγιναν, άρα, εκείνα τα σγουρά μαλλιά
Σαν ένα καταπράσινο λιβάδι που λαλούσαν πάνω τους
αηδόνια και πουλιά
Και τα χτένιζε με το μαλαματένιο του χτένι το φεγγάρι;
Διάβασα τον κατάλογο. Δεκάδες περίεργα μάτια

Έλειπαν ωστόσο εκείνα τα μάτια,
Που μου άνοιξαν την πιο φωτεινή πύλη
Στην ανθισμένη καρδιά του Απριλομάη.
Έλειπε εκείνο το χέρι που έγραψε
Τη μαγική εξίσωση στην ώρα των μαθηματικών
Σαν μια ανεπανάληπτη ουβερτούρα.
Έλειπαν εκείνα τα δάχτυλα στο ορμητικό πληκτρολόγιο
Πάνω στο θρανίο πιάνο του γυμνασίου.
Διάβασα ... έλειπε,
Ωστόσο η καρδιά μου δεν τη θεώρησε ποτέ απούσα.


1985 - 2014
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»
                                              



                                          ***************************************

                                                       
ΤΟ ΜΑΗ, ΤΟ ΜΑΗ…
Το Μάη ήρθα να σου πω,
το Μάη, το Μάη
Των αηδονιών τραγούδια,
το Μάη με τα λουλούδια.
Στον λουλουδιών την αγκαλιά,
το Μάη, το Μάη
Έστρωσα το κλινάρι,
το Μάη με το φεγγάρι.
Το Μάη αρραβωνιάστηκα, το Μάη, το Μάη
Φόρεσα αρραβώνες, το Μάη με τους ροδώνες.
Μου είπε ο Μάης ο χρυσός,
ο Μάης, ο Μάης, Με χίλια δαχτυλίδια,
ο Μάης με τα στολίδια.
Θα σου χαρίσω αρχοντικό, το Μάη, το Μάη,
Νυμφώνα με λουλούδια, το Μάη με τα τραγούδια.


Από τη συλλογή: «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ»


                                                  ******************************


ΜΕ ΚΑΛΕΣΑΝ ΟΙ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΕΣ

Με κάλεσαν οι πορτοκαλιές στο δείπνο της αγάπης
Με ‘λουσαν με ανθόνερο από σαράντα ήλιους
 Και από σαράντα δυο πηγές με πότισαν το μέλι
 Μέλι ο ανθός, μέλι ο καρπός, ο ήλιος των ματιών σου.
 Με κάλεσαν οι πορτοκαλιές σε μια κρινένια αγκάλη.


                                                   *****************************



                                                

ΔΙΠΛΩΣΕ…
Δίπλωσε το χρόνο με τα λευκά σεντόνια,
Με τα λευκά σεντόνια τύλιξε τις σιδερωμένες αναμνήσεις 
Μύρισε για μια στιγμή το πυρπολημένο τριαντάφυλλο της δύσεις, 
Και τα τοποθέτησε όλα στο σεντούκι.
Έριξε μια χούφτα ναφθαλίνη, έκλεισε το σεντούκι και ξενιτεύτηκε.
Όταν το άνοιξε με τρεμάμενα κρινοδάχτυλα νοσταλγίας
Τα σεντόνια ήταν κηλιδωμένα
Λες και ο χρόνος είχε κοιμηθεί με παρθένες.
Από τη συλλογή: «ΟΙ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΑ»
                                          ***************************************


                                                               
ΣΕ ΠΕΡΙΜΕΝΑ ΝΑ ‘ΡΘΕΙΣ 
Σε περίμενα να ‘ρθεις σε πιο ευνοϊκές εποχές
Σε πιο γαλήνιες μέρες σε περίμενα να ‘ρθεις
Να μου τυλίξεις την ψυχή με πέπλα και με χρώμα.
Καιρό πολέμου διάλεξες, μέσα στις φλόγες ήρθες 
Ελένη της Τροίας μου που φλέγεται ακόμα.
1997-2012
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»


                                          ***************************************



                                        

Η Παμβώτιδα
Η Παμβώτιδα φλέγεται το απόβραδο                                                                                            
 Άναψε το καμίνι της ιστορίας                                                                                        
 Μπήκε στη μπαρουταποθήκη της μνήμης                                                                                                
Κι έβαλε φωτιά.
Η Παμβώτιδα άναψε το αμπαζούρ της σελήνης και κοιμάται.                                                   
Φόρεσε το μεταξένιο κομπινεζόν της ανοιξιάτικης αύρας                                                                           
Και μπήκε στο όνειρο.                                                                                                                              
Χάδι χρυσό στα βλέφαρα των Ιωαννίνων.
 Η Παμβώτιδα ξυπνάει τα πρωινά                                                                                                          
Μ’ ένα αμαρτωλό πέπλο κυρά Φροσύνης στα μάτια                                                                                            
Με δυο κουπιά να παφλάζουν στη γαλήνη                                                                                           
Και δυο λευκά φτερά να την αγκαλιάζουν ερωτικά. 
Από τη συλλογή: «ΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟ ΑΗΔΟΝΙ»
                                         **************************************


ΑΣΠΡΟ ΑΛΟΓΟ
Άσπρο άλογο καβαλίκεψα, άσπρο άλογο
Αρπάχτηκα στη λευκή του χαίτη
Ξεπέζεψα σ’ ένα βουνό και σ’ ένα αμπελώνα
Κόκκινα χείλη φίλησα, κόκκινα χείλη
Πλημμύρισε ο κήπος κόκκινα μήλα
Κι έβαψε άλικος ο ουρανός, άλικο το φεγγάρι
Άσπρο άλογο καβαλίκεψα, άσπρο άλογο
Κι έτρεχαν πίσω μου νεφών αλόγατα
Κι άρπαζε ο άνεμος δάση αντάρας
Και σκέπαζαν τη γη πέπλα και άνθη
Πέπλα κατάλευκα, πέπλα νυφικά
Άσπρο άλογο καβαλίκεψα, άσπρο άλογο
Και με πάει γαμπρό ως τον ουρανό. 
Από τη συλλογή: «Ο ΚΗΠΟΣ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ»


      ΘΑ ΣΤΡΩΣΩ ΑΝΘΗ ΛΕΜΟΝΙΑΣ








   ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΩΜΟ ΜΟΥ ΕΚΑΣΤΕ ΕΝΑ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ
        




Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης